Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου

κουτλουμούση

Το μοναστήρι αυτό βρίσκεται πάνω σε μια θαυμάσια πλαγιά γεμάτη από δένδρα και πυκνούς θάμνους, κοντά στις Καρυές, και είναι αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος (6 Αυγούστου).

 Άλλες ονομασίες του μοναστηριού είναι: «Μονή του βοεβόδα», «Λαύρα των Ρουμανικών χωρών» και «Μονή του Χαρίτωνος». Σχετικά με την ονομασία που επικράτησε μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει για την ώρα μια τελική και γενικά παραδεκτή εξήγηση. Οι ερευνητές διαφωνούν ακόμη μεταξύ τους και προτείνουν πολλές και διάφορες γνώμες για την ιστορικοφιλολογική ερμηνεία της λέξεως. Οι περισσότεροι ακολουθώντας βασικά την άποψη του Ουσπένσκυ, δέχονται την ίδρυσή του από ένα Τούρκο με το όνομα Κουτλουμούς, που έζησε στο τέλος του 13ου αιώνα και έγινε χριστιανός με το νέο όνομα Κωνσταντίνος. Αναφέρουμε απλώς εδώ ότι σε έγγραφο της Μονής, που είδαμε τελευταία και όπου επιχειρείται η μετάφραση πολλών τουρκικών όρων, η λέξη κουτλουμούς αντιστοιχεί προς «τον εξ Αιθιοπίας άγιον». Από έγγραφο όμως του αγίου Παντελεήμονος με τη χρονολογία 1169, όπου υπογράφει και ο ιερομόναχος ΗσαΙας «κε καθιγούμενος τής μονής Κουτλουμούσι», βγαίνει το συμπέρασμα ότι από τον 12ο κιόλας αιώνα υπήρχε ένα μοναστήρι στον Άθω με το παραπάνω όνομα, που φυσικά θα πρέπει να ταυτιστεί με το σημερινό Κουτλουμούσι. Επομένως η προηγούμενη υπόθεση μπορεί να σταθεί μόνο αν παραδεχθούμε ότι ο Κουτλουμούς αυτός ήταν ένας αρχηγός των Αράβων, που έζησε στον 11ο αιώνα και ίδρυσε το μοναστήρι την εποχή αυτή ή λίγο αργότερα, πάντως πιο νωρίς από το έτος 1169.

Άλλοι ερευνητές εξάλλου, που ασχολούνται γενικά με την ιστορία του Αγίου “Ορους, προβάλλοντας τα ανάλογα επιχειρήματά τους, τοποθετούν την ίδρυση του μοναστηριού άλλοτε στον 10o και άλλοτε στον 11ο αιώνα. Τον 12o αιώνα το μοναστήρι του Κουτλουμουσίου κατείχε την εικοστή θέση ανάμεσα στα άλλα μοναστήρια της εποχής εκείνης και μαθαίνουμε ότι περνούσε μεγάλη οικονομική κρίση, που συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του 14oυ, οπότε δέχθηκε το τελειωτικό κτύπημα από τους φοβερούς Καταλανούς, που επιτέθηκαν εναντίον του και το καταλήστευσαν. Μπροστά στην κατάσταση αυτή και για να μπορέσει να επιζήσει το μοναστήρι τού παραχωρήθηκαν οι σχεδόν διαλυμένες μονές του Προφήτη Ηλία και του Σταυρονικήτα, καθώς και οι αρχαίες μονές του Αναπαυσά και του Φιλαδέλφου με πράξη του Πρώτου Ισαάκ (1334).

Το Κουτλουμούσι γνώρισε μεγάλη ακμή τον καιρό που ηγούμενός του ήταν ο Χαρίτων από την Ίμβρο, που έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το μοναστήρι και φρόντισε πολύ για τις διάφορες ανάγκες του και ιδίως για την ανοικοδόμησή του. Για το σκοπό αυτό ταξίδευσε πολλές φορές στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου κατόρθωσε να συγκεντρώσει πολλά χρήματα, με τα οποία ανακαίνισε ολόκληρο σχεδόν το μοναστήρι με το τείχος του και έκτισε τον αρσανά του. Από τους ηγεμόνες των χωρών αυτών το μοναστήρι ενίσχυσε ιδιαίτερα ο Ιωάννης Βλαδισλάβος και γι” αυτό δικαιολογημένα θεωρείται ένας από τους κτίτορές του. Στην εποχή του, β΄ μισό 14oυ αιώνα, άρχισαν να έρχονται εδώ και πολλοί συμπατριώτες του μοναχοί, που όμως δεν ήταν εύκολο να προσαρμοστούν στην αυστηρή ζωή των Ελλήνων και στους αυστηρούς επίσης κανονισμούς του κοινοβίου. Γι” αυτό μετά την ανέγερση του μοναστηριού ο παραπάνω ηγεμόνας υποχώρησε στις απαιτήσεις του και ζήτησε από τον Χαρίτωνα να μετατρέψει αυτό από κοινόβιο σε ιδιόρρυθμο. Αυτό φυσικά δεν ήταν δυνατό να γίνει, αλλά για να μη σταματήσει η οικονομική ενίσχυση του Βλαδισλάβου, ο Χαρίτων έκανε μια μικρή υποχώρηση επιτρέποντας στους Ρουμάνους να ζουν σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιορρύθμου συστήματος και μάλιστα ο καθένας με δικά του έξοδα. “Ετσι κτίστηκε το καθολικό και η τράπεζα και εξασφαλίστηκε για αρκετό διάστημα η συντήρηση και λειτουργία του μοναστηριού.

Παράλληλα όμως ο αριθμός των Βλάχων αυξανόταν σημαντικά, με αποτέλεσμα, έχοντας και την υποστήριξη από τους ηγεμόνες τους, να επιδιώκουν με κάθε τρόπο την κυριαρχία τους πάνω στους “Ελληνες μοναχούς και την απομάκρυνσή τους ακόμη. Παρ” όλα αυτά δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους χάρη στη σθεναρή στάση και την επίμονη άρνηση του Χαρίτωνα, που επισκέφθηκε ο ίδιος τον ηγεμόνα Ιωάννη και συζήτησε μαζί του για το θέμα που δημιουργήθηκε. Καρπός από την προσπάθειά του αυτή ήταν μια γραπτή διαβεβαίωση που πήρε από τον ηγεμόνα για το προβάδισμα των Ελλήνων και την αποκλειστικότητα να εκλέγονται οι ηγούμενοι μόνο από αυτούς. Γενικά οι σχέσεις των μοναχών μεταξύ τους καθορίστηκαν, όπως φαίνεται καθαρά, στην τρίτη διαθήκη του ηγεμόνα. Το 1372 ο Χαρίτων έγινε μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, αλλά συνέχισε να υπηρετεί το Κουτλουμούσι ως ηγούμενός του. Μετά το θάνατό του τον διαδέχθηκε στην ηγουμενία ο Βλάχος Μελχισεδέκ, που αιχμαλωτίστηκε όμως από τους Τούρκους.

Το αποκορύφωμα της λαμπρής αυτής περιόδου αποτέλεσε η ανακήρυξη του μοναστηριού σε πατριαρχικό και σταυροπηγιακό από τον πατριάρχη Αντώνιο, το 1393. Στις αρχές του 15oυ αιώνα οι Κουτλουμουσιανοί μοναχοί με το πρόσχημα ότι δεν χωρούσαν πια μέσα στο μοναστήρι τους, κατέλαβαν ξαφνικά το γειτονικό μοναστήρι του Αλυπίου, που ήταν σχεδόν έρημο. Για να νομιμοποιήσουν, εξάλλου, την πράξη τους αυτή επισκέφθηκαν τον πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ που επικύρωσε με σιγίλλιό του (1428) την ένωση των δύο μοναστηριών, αλλά με ορισμένους όρους, που ευνοούσαν οπωσδήποτε τη μονή Αλυπίου, μια και ο ίδιος έτυχε να προέρχεται από αυτή. Οι όροι όμως αυτοί έμειναν μόνο στα χαρτιά χωρίς να εφαρμοστούν και στην πράξη και το μοναστήρι του Αλυπίου προσαρτήθηκε από τότε στο Κουτλουμούσι ως μετόχι του. Σήμερα ταυτίζεται με το κελλί των αγίων Αποστόλων.

Αποτέλεσμα της ενώσεως αυτής ήταν να αποκτήσει το Κουτλουμούσι μεγάλη δύναμη και να γίνει ένα από τα σπουδαιότερα μοναστήρια του Αγίου “Ορους. Αυτοκράτορες και ηγεμόνες περνώντας από αυτό όλο και κάτι είχαν να του προσφέρουν. Την ακμή όμως αυτή του μοναστηριού διαδέχθηκε από τα μέσα του 150υ αιώνα η παρακμή και κατόπιν η ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή του από τη μεγάλη πυρκαγιά του έτους 1497. Για να μπορέσει κάπως να αναλάβει, ενίσχυσαν το Κουτλουμούσι ή όπως ονομαζόταν τότε «Λαύρα της Ρουμανικής χώρας», οι ηγεμόνες των παραδουναβίων χωρών με πολλούς τρόπους. Κάποτε όμως σταμάτησε η βοήθεια από τους ηγεμόνες αυτούς και άρχισαν να φροντίζουν πια για το μοναστήρι “Ελληνες αξιωματούχοι ή απλώς φιλόχριστοι και ευσεβείς. Το 1767, δυστυχώς, συνέβη ακόμη μια φοβερή πυρκαγιά, που κατέστρεψε την ανατολική πλευρά του μοναστηριού. Τη φορά αυτή ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Ματθαίος Γ΄, όντας προηγουμένως Κουτλουμουσιανός μοναχός, ήρθε εδώ μετά την παραίτησή του από τον πατριαρχικό θρόνο και φρόντισε για την ανόρθωση του μοναστηριού, διαθέτοντας για το λόγο αυτό ολόκληρη την ατομική του περιουσία.

Το έτος 1856, με σιγίλλιο του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Ζ΄, το μοναστήρι του Κουτλουμουσίου επέστρεψε στον κοινοβιακό τρόπο ζωής, αφού πέρασε πολλούς αιώνες ως ιδιόρρυθμο, Το ίδιο έτος, καθώς και το 1870, νέες πυρκαγιές κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού τείχους και πολλές άλλες οικοδομές στις τρεις πλευρές, δυτική, βόρεια και νότια. Ευτυχώς, από τις πυρκαγιές αυτές διασώθηκαν το καθολικό, η βιβλιοθήκη, ιερά άμφια και εκκλησιαστικά σκεύη. Και μετά όμως από τη δοκιμασία αυτή άρχισαν οι επισκευές στο μοναστήρι και ιδιαίτερα χάρη στις προσπάθειες του ικανού ηγουμένου του Μελετίου από τη Λευκάδα.

Το Καθολικό της μονής Koυτλουμουσίου , κτισμένο το 1540, βρίσκεται στο κέντρο της αυλής και είναι αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Είναι μολυβοσκέπαστο και έχει πέντε τρούλους. Η λιτή και ο νάρθηκας είναι χαμηλότερα από τον κυρίως ναό. Ο εξωνάρθηκας του είναι υαλόφρακτος και αγιογραφημένος το 1744. Όλος ο ναός είναι τοιχογραφημένος, από ζωγράφο που ανήκει στην Κρητική σχολή, στην εποχή της ανέγερσής του. Το μεγαλύτερο όμως τμήμα του μεταγενέστερα έχει επιζωγραφηθεί. Το ξυλόγλυπτο εικονοστάσιο του, που διακρίνεται για τον έντονο διάκοσμό του, είναι των αρχών του 19ου αιώνα.

Το Καμπαναριό είναι πολυόροφο κτίσμα του 1808, ανεξάρτητο του Καθολικού. Βρίσκεται στη νότια πλευρά του περιβόλου της μονής σε επαφή με τον αμυντικό της πύργο.

Η φιάλη αγιασμού είναι μαρμάρινη, αρχών 18ου αιώνα, δεκακίονη με μολυβοσκέπαστο θόλο. Πρόσφατα με αφορμή την αποκατάστασή της λόγω καθιζήσεων του εδάφους-αφού αποσυναρμολογήθηκε-μεταφέρθηκε βορειότερα της αρχικής της θέσης.

Η Μονή Κουτλουμουσίου έχει δέκα παρεκκλήσια. Μέσα στη μονή βρίσκονται σε διάφορα σημεία της επτά από αυτά. Στο Καθολικό αριστερά της Λιτής είναι το παρεκκλήσι της «Φοβεράς Προστασίας» που κτίστηκε το 1733. Εκεί βρίσκεται η θαυματουργή εικόνα της Αριστεροκρατούσας ή Ελαιούσας Θεοτόκου. Στο ηγουμενείο είναι το παρεκκλήσι της Αγίας Ναταλίας που είναι αγιογραφημένο. Τα υπόλοιπα βρίσκονται στις πτέρυγες της μονής.

Έξω από την Μονή Κουτλουμουσίου υπάρχει το παλαιό κοιμητήριο με το ναό των Αρχαγγέλων του 17ου αιώνα και το νεότερο του Αγίου Νικολάου του 1711 μαζί με κτίσμα που αποτελεί και Κάθισμα της μονής.

Η κάτοψη της αυλής έχει ελαφρώς τραπεζοειδές σχήμα. Σ΄ αυτήν εισέρχεται ο επισκέπτης μέσα απο το διαβατικό που βρίσκεται στη βορεινή πτέρυγα αντικρύζοντας το νάρθηκα του Καθολικού της. Όλη η αυλή είναι πλακοστρωμένη και σχετικά ευρύχωρη .

Η Τράπεζα βρίσκεται απέναντι από την πρόσοψη του Καθολικού. Είναι κτίσμα εφαπτόμενο του περιμετρικού οχυρωματικού περιβόλου της μονής.
Η κάτοψη της είναι ορθογώνια με κόγχη στην Δυτική της πλευρά . Διαθέτει ξύλινα τραπέζια και πάγκους και μαρμάρινο δάπεδο . Ανεγέρθηκε από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Ματθαίο τον Γ” το 1770. Στο εσωτερικό της δεν διατηρείται καμία διακόσμηση. Από το 1995 άρχισε η συνολική αποκατάστασή της και ήδη αγιογραφείται από τους μοναχούς της μονής.

Το μαγειρείο βρίσκεται παραπλεύρως της Τράπεζας στη δυτική πτέρυγα της μονής.

Η θέση του λαδαριού ήταν στο ισόγειο της νότιας πτέρυγας. Σήμερα δεν υπάρχει πρόκειται όμως να δημιουργηθεί σε άλλη θέση.

Ο παλιός φούρνος ήταν στο ισόγειο της βορεινής πτέρυγας δίπλα στο διαβατικό της μονής. Στην ίδια θέση γίνεται και ο νέος.

Το κρασαριό όπως και το δοχείο της Μονής, βρίσκονται σε τμήμα του ισογείου της νότιας πτέρυγας της μονής.

Η νότια πτέρυγα της Μονής Κουτλουμουσίου, είναι τετραώροφη και οι τοξωτές όψεις της, έχουν κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Αποκαταστάθηκε στις δεκαετίες του 80 και 90. Εδώ στεγάζεται το αρχονταρίκι της Μονής. Η τριώροφη βορεινή πτέρυγα του Ηγουμενείου και συνοδικού, κατασκευασμένη το 1890, παρουσίασε έντονα εδαφοτεχνικά προβλήματα, με αποτέλεσμα τη μεταστέγαση λειτουργιών της. Γίνονται εργασίες αποκατάστασης.

Η τετραώροφη ανατολική πτέρυγα της Μονής Κουτλουμουσίου, με τις επίσης χαρακτηριστικές τοξοστοιχίες, χρονολογείται από το 1767, κτισμένη από τον πρώην Πατριάρχη Αλεξανδρείας Ματθαίο τον Γ”. Καταστράφηκε από πυρκαγιά 1980 και αποκαταστάθηκε πρόσφατα. Το 1992 εγκαινιάστηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο τον Α΄. Τέλος τη δυτική πτέρυγα προσδιορίζουν τα κτίρια της τράπεζας και μαγειρείου.

Τα κελλιά που διαμένουν οι μοναχοί της Μονής Κουτλουμουσίου είναι μονόχωρα και βρίσκονται κυρίως στους τρεις ορόφους της ανατολικής πτέρυγας της μονής.

Το Ηγουμενείο και το Συνοδικό στεγάζονται προσωρινά στην νότια πτέρυγα. Με την αποκατάσταση και επαναχρησιμοποίηση της βορεινής πτέρυγας θα μεταφερθούν στην αρχική τους θέσης.

Το αρχονταρίκι της Μονής Κουτλουμουσίου καλύπτει το δεύτερο και τρίτο όροφο της νότιας πτέρυγας. Eκεί βρίσκεται και το παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων. Λόγω της γειτνίασης της μονής με τις Καρυές υπάρχει αυξημένη προσέλευση προσκυνητών για φιλοξενία.

Στις πτέρυγες της Μονής Κουτλουμουσίου υπάρχουν επίσης το γηροκομείο, το φαρμακείο, το προσφοριό, το ωριό, το ψαροδοχειό, το κελλαρίκι, το αγιογραφείο, το ραφείο, εργαστήρια επισκευών, και άλλοι βοηθητικοί χώροι.

Στο άμεσο χώρο που περιβάλλει την Κουτλουμουσίου, υπάρχουν αρκετά βοηθητικά κτίσματα της μονής. Μεταξύ τους το παλιό χαλκαδιό, το εργατόσπιτο, το βουρδουναριό, οι μύλοι και άλλα.

Στην ευρύτερη περιοχή της βρίσκονται ο αρσανάς της μονής αλλά και πολλά εξαρτήματά της.

Ο αρσανάς της Μονής Κουτλουμουσίου βρίσκεται στη θέση Καλλιάγρα και αποτελείται από Πύργο και κάθισμα . Σήμερα είναι ερειπωμένος.

Κοντά στον Αρσανά της μονής Κουτλουμουσίου, στη Καλιάγρα και σε μικρή απόσταση από αυτόν, είναι το οχυρό συγκρότημα του νεραντζώνα. Άλλοτε ήταν περιοχή καλλιεργειών της Μονής. Σήμερα εδώ βρίσκεται το Κάθισμα του Αγίου Νικολάου στη θέση που ήταν τον δέκατο αιώνα η μονή της Γαλαιάγρας.

Κοντά και δυτικά της Μονής Κουτλουμουσδίου, βρίσκεται ο υδρόμυλός της ο οποίος είναι ανενεργός.

Εκτός της Μονής Κουτλουλουσίου και απέναντι από την είσοδό της, βρίσκεται χαρακτηριστική θολωτή δικίονη κρήνη, κατασκευασμένη στις αρχές του 19ου αιώνα.

Ο αμυντικός πύργος της μονής Κουτλουμουσίου βρίσκεται στο δυτικό άκρο της νότιας πτέρυγας και κατασκευάστηκε το 1508. Στεγάζει το εικονοφυλάκιο της μονής.

Η Μονή Κουτλουμουσίου έχει εξαρτήματά της τη Σκήτη Αγίου Παντελεήμονος καθώς και τριάντα Κελλιά, Καθίσματα και Ησυχαστήρια στην ευρύτερή της περιοχή. Σ΄ αυτά διαμένουν πενήντα συνολικά μοναχοί .

H Σκήτη Αγίου Παντελεήμονος βρίσκεται ανατολικά της Μονής Κουτλουμουσίου και κοντά στις Καρυές. Η τοποθεσία της είναι αμφιθεατρική.
Έχει μορφή οικισμού με καλύβες και Κυριακό αφιερωμένο στον Άγιο Παντελεήμονα.
Η συγκρότηση της ανάγεται στο 18ο αιώνα και οφείλεται στον ιερομόναχο Χαράλαμπο. Η βιβλιοθήκη της Σκήτης διαθέτει 40 περίπου χειρόγραφα και περισσότερα από 500 αξιόλογα βιβλία παλαιών εκδόσεων. Φυλάγονται επίσης τεμάχια τιμίων λειψάνων και διακόσιες εικόνες μεταξύ των οποίων η θαυματουργή εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα 18ου αιώνα. Λειτουργεί με εσωτερικό κανονισμό που ανάγεται στην εποχή της ίδρυσής της. Το Κυριακό της Σκήτης Αγίου Παντελεήμονος πήρε την ονομασία του από το κελλί του Αγίου Παντελεήμονος, στου οποίου τη θέση κτίστηκε το 1790. Μέρος του Κυριακού είναι αγιογραφημένο . Ο τρούλος του και ο δεξιός χορός του, τοιχογραφήκαν το 1868. Στο Άγιο βήμα φυλάγεται η εικόνα Παναγία των Χαιρετισμών. Στο συγκρότημα του Κυριακού περιλαμβάνεται η τράπεζα και το αρχονταρίκι.

Το τριόροφο καμπαναριό είναι αυτοτελές κτίσμα του 1792, κτισμένο σε παλαιότερη ισόγεια δεξαμενή.

Η Σκήτη Κουτλουμουσίου αποτελείται από είκοσι τρεις Καλύβες. Tρεις από αυτές δεν έχουν ενσωματωμένο ναό. Κατοικούνται οι δέκα τέσσερις ενώ οι υπόλοιπες εννέα είναι έρημες. Οι είκοσι γέροντες της Σκήτης ασχολούνται με τη γεωργία, την κατασκευή εργόχειρων και κομποσχοινίων , καθώς και με τη συγγραφή βιβλίων. Σε καλύβη της Σκήτης έζησε στις αρχές του 19ου αιώνα ο οσιομάρτυρας Γεράσιμος ο νέος.

Η Μονή Κουτλουλουσίου έχει δέκα οκτώ Κελλιά. Ορισμένα βρίσκονται νοτιότερα της μονής. Ιστορικότερα είναι το Κελλί του Αλυπίου το οποίο ήταν μονή μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα, και το Κελλί Αγίου Νικολάου που μνημονεύεται και στο πρώτο τυπικό του Αγίου Όρους σαν μονή της Γαλαιάγρας. Τα υπόλοιπα βρίσκονται στις Καρυές. Μεταξύ τους το Κελλί Τιμίου Προδρόμου που εμόνασε ο περίφημος αγιογράφος του 18ουαιώνα Διονύσιος από τον Φουρνά. Εκεί έγραψε το σπουδαίο βιβλίο Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης και ανακαίνισε και αγιογράφησε το 1711 τον ναό του κελιού.

Πέντε Καθίσματα βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της μονής Κουτλουμουσίου. Κοντά της είναι τα τέσσερα από αυτά. Κατοικούνται τα τρία.

Η Μονή Κουτλουμουσίου έχει τέσσερα Ησυχαστήρια που βρίσκονται στην περιοχή της Καψάλας. Oι γέροντες ασχολούνται με την γεωργία και με εργόχειρο.

Πηγή : http://clubs.pathfinder.gr/kellion/874407

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments