Ιερά Μονή Αγίου Παύλου

Η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου βρίσκεται στη βάση του Άθωνα, στα δυτικά του, και ασφαλώς, θα βρισκόταν κάτω από την επήρεια των ψυχρών ανέμων που κατεβαίνουν από την κορυφή του όρους αυτού, αν δεν την προστάτευε ένα βουνό, που βρίσκεται μεταξύ αυτής και του Άθωνα. Ο τόπος, όπου θεμελιώθηκε, είναι ακανόνιστος, τα κτίρια όμως που τη συγκροτούν, παρίστανται γωνιασμένα, κομψά, επιβλητικά. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον από βράχους σκοτεινόχρωμους και δέντρα ξηρόφυλλης βλάστησης, η Μονή, με τη σταχτιά πελεκετή πέτρα και τα’ άσπρα αθωικά μάρμαρα, οικειοποιείται τέλεια το χώρο και δίνει την εικόνα κλασικού αγιορείτικου σκηνώματος. Ένα κάστρο στα Β., έχοντας στη βάση απανωτά αντερείσματα και στον περίπατο τις επάλξεις, μεγαλώνει τη θελκτικότητα της εικόνας. Κοντά της ένα ποτάμι που υδροφορεί τα κρυστάλλινα νερά του από αστείρευτες υπόγειες δεξαμενές, στα ριζά του ΄Αθωνα, παρέχει στη Μονή την απαραίτητη αναψυχή. Η Μονή απέχει από τη θάλασσα 20΄ κι από τη Διονυσίου 60΄.

Η ίδρυσή της ανάγεται το 10ο αιώνα. Ιδρυτής της είναι ο Άγιος Παύλος ο Ξηροποταμίτης (+ μετά το 1016), που σύστησε, νωρίτερα, και την Ξηροποτάμου. Σε έγγραφα των βυζαντινών χρόνων, γίνεται αναφορά και των δύο Μονών με κοινή ονομασία, γι αυτό και η σύγχυση στη διάκρισή τους. Έτσι είναι απαραίτητο να διαλευκανθεί, βάσει των λίγων ιστορικών μαρτυριών, η ονομασία της καθεμιάς Μονής. Οι ονομασίες της πρώτης Μονής είναι: Ξηροποτάμου (ή –μίου), Χειμάρρου, των Αγίων Τεσσαράκοντα, του Μοτζιχιάκου, της Αγίας Σταυρώσεως, του Αγίου Νικηφόρου. Τα ονόματα που έχουν δοθεί στη Μονή από τον παρακείμενο χείμαρρο, είναι σε χρήση πριν από την ίδρυση της Μονής, και δίνονται στους ασκητές που είχαν θεμελιωμένες τις καλύβες τους κατά μήκος των οχθών του ποταμού. Έτσι το τοπωνυμικό «Ξηροποταμίτης» έφερε και ο Ά:γιος Παύλος, ο ιδρυτής των δύο Μονών. Όμως ο ιερός ησυχαστής ζητώντας τόπο ησυχαστικότερο, κάποια μέρα εγκαταλείπει τη μητρική Μονή, για να πήξει την ασκητική του παλαίστρα στα ακραία όρια της Ξηροποτάμου. Λοιπόν το ησυχαστήριο εκείνο παίρνει το ίδιο όνομα με τη μητρική Μονή, αφού εκεί ασκήτεψε ο Ξηροποταμίτης ασκητής. Οι ονομασίες που κατά καιρούς δόθηκαν στη νέα Μονή είναι: Παύλου, Ξηροποτάμου προς τω Άθω, Θεοτόκου, Σωτήρος, Αγίου Γεωργίου, Υπαπαντής. Θεωρούν οι πολλοί ότι μοναστηριακή υπόσταση έλαβε κατά τον 14ο αιώνα. Όμως πολύ νωρίτερα είναι Μονή αναγνωρισμένη. Υπογραφή του ηγουμένου της σε αρχαίο έγγραφο είναι η επιβεβαίωση: «Παύλος (όχι βέβαια ο ιδρυτής) και ηγούμενος μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου του κυρού Παύλου». Μεταπίπτει όμως πάλι σε εξάρτημα της Ξηροποτάμου, οπότε, πολύ αργότερα, το 1329, πληροφορούμαστε ότι η Μονή ερημώθηκε. Σε έγγραφο του Πρώτου Ισαάκ αναφέρονται οι Μονές που ερημώθηκαν τελείως, χωρίς ν’ αφήσουν «γνώρισμά τι σαφές, ουδέ βραχύτατον», και είναι «Αγίου Παύλου, λεγομένη του Ξηροποταμηνού, Βουλευτηρίων, Ζυγού, Κολοβού, Ποιμένος».

Όμως πάλι ανασυγκροτείται, αφού κατά το 1365 επισκέφτονται το εξάρτημα δύο μοναχοί, κατά κόσμον επιφανείς άρχοντες σερβικής καταγωγής: ο Γεράσιμος Ραδόνια δεσπότης Σημένδρου και ο Αντώνιος Παγάσης (μοναχικό όνομα Αρσένιος) αδελφός του Νικολάου Παγάση Βαλδουΐνου και συγγενής του Ραδοσθλάβου Χλαμπενος Σάμπιας. Οι δυο άντρες αγοράζουν το σκήνωμα από την κυρίαρχο Ξηροποτάμου και το ανασυγκροτούν: περιτειχίζουν, εγείρουν κελλιά, πύργο και άλλα κτίσματα, και θέτουν συγχρόνως τα θεμέλια του καθολικού. Τους συντρέχουν οι συγγενείς τους Σέρβοι επίσημοι και, στη συνέχεια οι Παλαιολόγοι. Ο κράλης των Σέρβων Ροδοσθλάβος της αφιερώνει κατά το 1370 τα κτήματα «Αβραμίται» και «Νεοχώριον» στην Καλαμαριά κι ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη. Τα κτήματα αυτά, λίγο αργότερα, επικυρώνει με χρυσόβουλό του και ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ζ΄ Παλαιολόγος (1405). Μετά τον Ραδοσλάβο συνεχίζει το ενδιαφέρον και τις δωρεές ο κράλης Γεώργιος Μπράνκοβιτς (1427-56). Ο Γεώργιος θεμελιώνει και το νέο καθολικό στη μικρή αυλή της Μονής. Και οι προσηλώσεις κτημάτων συνεχίζονται από Βυζαντινούς και Σέρβους: ο Νικόλαος Παγάσης Βαλδουίνος, αδελφός του παραπάνω Αρσενίου, δωρίζει στη Μονή μας το μοναστήρι «Μεσονησιώτισσα» στην Καστοριά μαζί με 4 ναούς και άλλα κτήματα (1385). Ο Ιωάννης Ζ΄ δωρίζει ένα σχεδόν έρημο χωριό στην Κασσάνδρα, που φέρει μέχρι σήμερα το όνομα της Μονής (1408). Ο δεσπότης Ανδρόνικος Β΄, το κτήμα «Σουρού» στην Κασσάνδρα (1415 και 1417).

Οι δωρεές συνεχίζονται από τον ηγεμόνα Γκιούργια και τον αδελφό του Λάζαρο (αρχές 15ου αι. ) και κατακλείονται, από σερβικής πλευράς, με την κόρη του Γεωργίου Βράνκοβιτς κυρά-Μάρω, γυναίκα του Μουράτ Β΄ (1421-51) και μητέρα του Μωάμεθ Β΄ Πορθητή. Η χριστιανή σουλτάνα μετά τον θάνατο του Μουράτ αφιερώνει στη Μονή κατά το 1469 την περιοχή Πρόβλακα, μαζί με τον πύργο, το μύλο και μεγάλη καλλιεργημένη περιοχή. Η ίδια, 4 χρόνια μετά, δωρίζει και δεύτερο μεγάλο κτήμα, κείμενο στην Εζοβά Σερρών. Το κτήμα αυτό με τις εύφορες γαίες θα μετονομαστεί από «Πύργος» σε «Μαραβίτσα». Η ιδιαίτερη εύνοια της Μάρως προς τη Μονή εξηγείται, πρώτιστα, από τη χριστιανική πίστη της, αλλά και τη συμπάθειά της προς τους συμπατριώτες της Σέρβους, που μόναζαν στη Μονή και πολλές φορές υπερτερούσαν αριθμητικά των Ελλήνων. Έτσι η Μονή αποκτά κατά την περίοδο αυτή, κι αργότερα, κτήματα από το Πασαλιμάνι της Προποντίδας μέχρι τη Χαλκιδική. Στη Σερβία μόνο είχε στην κατοχή της 8 χωριά και στη Θεσσαλονίκη 23 σπίτια. Η Μάτρω στον ενθουσιασμό της για τη Μονή, ξεκινά από τη Κωνσταντινούπολη με πολύτιμα δώρα για τη Μονή κι αποβιβάζεται στον αρσανά της. Όμως στα μισά του δρόμου ακούει «φωνής ουρανόθεν» που της απαγορεύει τη συνέχιση της πορείας. Στο σημείο εκείνο είναι κτισμένο προσκυνητάρι.

Παράλληλα με τις δωρεές η Μονή αποκτά και αυτοτέλεια. Το 1392 εκδίδεται έγγραφο του Πρώτου Νεοφύτου, με το οποίο αναγνωρίζεται η ανεξαρτησία της Μονής έναντι της Ξηροποτάμου. Δύο χρόνια μετά στην έκδοση του Γ΄ Τυπικού (1394) η υπογραφή του ηγουμένου της τίθεται 18η ανάμεσα σε 25 άλλες. Λίγα χρόνια μετά, το 1400 και το 1403, καθορίζονται και τα σύνορα μεταξύ αυτής και της Διονυσίου.

Μετά τη σειρά των Σέρβων ευεργετών ενδιαφέρον για τη Μονή δείχνουν οι παραδουνάβειοι ηγεμόνες. Στέφανος ο Μέγας της Μολδαβίας (1456-1504), σύμφωνα με δυό επιγραφές που σήμερα δεν υπάρχουν, χτίζει το υδραγωγείο της Μονής, ένα βαπτιστήριο και μια φιάλη. Στη συνέχεια ο ηγεμόνας Βλαχίας Κωνσταντίνος Μπράνκοβαν (1688-1714) κάνει άλλες δωρεές. Λίγο πριν από τον Κωνσταντίνο, η βοϊβοντίνα του Κωνσταντίνου Σερμπάν (1654-58) Δόμνα Μπαλάση, δωρίζει τη μονή «Ζήτια» στην περιοχή της Κράγιοβα, 250 χιλιόμ. Δ. του Βουκουρεστίου. Δεύτερη μονή, τη «Θεοδωνέρι» (ή Μπουλδοζένι), στη Σουτσεάβα ΜολδαβίαςΒ. Του Ιασίου (1664), δωρίζει ο Περκαλάβης Μύρων Κωνσταντίνος. Όλες οι παραπάνω κι άλλες δωρεές επικυρώνει το 1793 ο ηγεμόνας Βλαχίας Αλέξανδρος Μουρούζης (1793-1801). Από δύο επιγραφές στο νάρθηκα του καθολικού γίνονται γνωστοί άλλοι δυο ευεργέτες της Μονής: ο Μιχαήλ, κράλης τουBeckerek Ουγγαρίας, που χρηματοδότησε την αγιογράφηση του καθολικού (1687) και ο Ιωάννης – Κωνσταντίνος Μπασαραμπ που χρηματοδότησε την ανέγερση του παρεκκλησίου Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (1708).

Αναφέραμε ήδη το καθολικό. Ποιο ήταν και που έκειτο αυτό; Θα πρέπει να δεχτούμε την κτιριακή συγκρότηση της Μονής σε σχήμα δρομικό, που εκτεινόταν από τη ΜΔ. Γωνία της Μονής μέχρι τον πύργο. Αυτή εξάλλου είναι και η αρχαιότερη πλευρά του μοναστηριακού συγκροτήματος. Στον τελευταίο όροφο του κτίσματος ήταν δομημένο το πρώτο καθολικό, προς τιμή της Παναγίας. Είδαμε σε υπογραφή του 1108 να ονομάζεται η Μονή «της Υπεραγίας Θεοτόκου». Αλλά και 300 χρόνια μετά, σε πρόσταγμα του Ιωάννη Ζ΄ Παλαιολόγου, η Μονή είναι γνωστή με το ίδιο καθολικό «… εις όνομα τιμωμένη της Υπεραγίας μου Δεσποίνης της Θεοτόκου και επικεκλημένη του Αγίου Παύλου». Όμως κατά τα μέσα του 15ου αιώνα ο Γεώργιος Μπράνκοβιτς χρηματοδοτεί την ανέγερση του νέου καθολικού, που κατά την επιθυμία του, εκφραζόμενη με χρυσόβουλλο, καθαγιάζεται προς τιμή του συνώνυμού του Αγίου Γεωργίου, σύμφωνα και με σλαβική επιγραφή του 1447. Πριν να γίνει η κτιριακή επέκταση από τον Άνθιμο (αρχές του 19ου αι.), η Μονή, όπως δείχνει σχέδιο του Β. Μπάρσκι (1744), έχει περιορισμένη έκταση. Η είσοδός της βρισκόταν στο σημείο μεταξύ της εισόδου του νάρθηκα και της τράπεζας, ενώ η ριζιμαία πέτρα, που αποτελεί το θεμέλιο του ΝΔ άκρου της Μονής, όπου σήμερα το νοσοκομείο, στο σχέδιο του Μπάρσκι βρίσκεται στο κέντρο της Ν. πλευράς.

Κατά τα προεπαναστατικά χρόνια η Μονή βρίσκει τη θερμή υποστήριξη από τον Ελληνισμό της ΚΠολης. Το 1755, με τη συνηγορία των γουναράδων ως κριτών, εκδίδεται εμμάρτυρο γράμμα του πατριάρχη Κυρίλλου Ε΄ με το οποίο καθορίζονται ευνοϊκά τα σύνορα της Μονής από τις όμορες Μονές Διονυσίου και Καρακάλλου. Επίσης ο Σωφρόνιος Β΄ με απανταχούσα που εκδίδει υπέρ της Μονής το 1779, προτρέπει τον Ελληνισμό να ενισχύσει την καταχρεωμένη Μονή της οποίας τα μετόχια άρπαξαν τούρκοι αγάδες. Οι ήδη αναπτυγμένες σχέσεις της Μονής με τον Ελληνισμό της Πόλης συσφίγγονται περισσότερο κατά τα πρώτα μεταεπαναστατικά χρόνια, τότε που εκτοπίζονταν στη Μονή όλοι οι ανεπιθύμητοι στο διβάνι, κληρικοί και λαϊκοί. Προσφορά επίσης του Πολίτικου ελληνισμού πρέπει να θεωρείται και ο από Σηλυβρίας ακάματος αρχιμανδρίτης Άνθιμος Κομνηνός (+1828 στο Βουκουρέστι). Ο Άνθιμος, γνώριμος όλων των προσωπικοτήτων της εποχής εκείνης, ιδιαίτερα του μεγάλου εθνομάρτυρα Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, καθώς και του ηγεμόνα Βλαχίας και Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου, ενεργεί δραστήρια υπέρ της Μονής: την διπλασιάζει σε κτίρια και μοναχούς. Συγκεκριμένα ο Άνθιμος, κατά την 5ετία 1816-20, χτίζει το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής πλευράς και όλη τη μεσημβρινή, το προστώο, το κωδωνοστάσιο και το κάστρο με τα απανωτά αντερείσματα. Επίσης θέτει και τα θεμέλια του νέου καθολικού (1817). Όμως τα νέα κτίρια θα μένουν έρημα και βουβά: περνούν τη δοκιμασία της 10ετίας του 1820. Ακόμη και μετά την αποχώρηση των Τούρκων από τη Μονή, αυτή θα μένει έρημη για πολλούς μήνες. Πρέπει να σημειωθεί ότι το σκήνωμα τούτο, σε έγγραφο της 11-2-1822 εμφανίζεται να στρατωνίζει 30 Τούρκους οπλίτες.

Στο γενικό κλίμα ευφορίας κι ανασυγκρότησης μετά το 1832, η Μονή αρχίζει να επανδρώνεται και να ευρύνεται κτιριακά. Ουσιαστική ενέργεια της αδελφότητας είναι η ανασύσταση του κοινοβίου, που πραγματοποιείται το 1839, με πρώτο ηγούμενο τον αρχιμανδρίτη της Μ. Διονυσίου Στέφανο. Το σιγίλλιο για τη σύσταση του κοινοβίου εκδίδει ο πατριάρχης Γρηγόριος ς΄ τον Απρίλιο του 1839. Ο πατριάρχης μερίμνησε προσωπικά για την τήρηση της κοινοβιακής τάξης, στέλνοντας και γράμματα στους διασκορπισμένους μοναχούς της Μονής να επιστρέψουν στημετάνοιά τους. Όμως η ιδιορρυθμία, όπως φαίνεται, δεν καταργήθηκε εντελώς, γι αυτό ο πατριάρχης Γερμανός Δ΄, σ’ επιστολη του προς τη Ιερά Κοινότητα (1842), επισημαίνει την «… εις παντελή κινδυνεύον διαφθοράν» του κοινοβίου αυτού. Το ίδιο έτος (1839) εκλέγεται ηγούμενος κατά τρόπο όχι ηθικώς άψογο ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος ο Καλλιγάς από την Κεφαλλονιά, ενώ ο πατριάρχης Γερμανός Δ΄ ζητούσε την αποκατάσταση του Στεφάνου. Τελικά ο Σωφρόνιος μένει στο αξίωμα του ηγουμένου μέχρι το 1862. Ο Σωφρόνιος, συγγραφέας του βιβλίου «Αθωνιάδα», αρχίζει την επάνδρωση της Μονής με Κεφαλλήνες. Πρώτιστα ολοκληρώνει το καθολικό (1839) : «συνδρομής Σωφρονίου αρχιμανδρίτου Κεφαλινέου (sic) ετέθη ο πρώτος θέμελος του ιερού τούτου ναού (της Υπαπαντής). Τη αυτή ημέρα συνεκροτήθη ιερός σύλλογος και εστερεώθη ο κοινοβιακός τύπος …». Θα πάρει όμως αρκετά χρόνια η ανέγερση του καθολικού και η διακόσμησή του: το 1845 ολοκληρώνεται η κατασκευή του και το 1901 τίθεται το νέο μαρμάρινο τέμπλο. Το καθολικό παρόλη τη μαρμάρινη κατασκευή, την έλλειψη τοιχογραφιών και «συναισθηματικών» εξωτερικά χρωμάτων, είναι άνετο, λαμπρό και πεντακάθαρο. Γι αυτό και δημιουργεί ατμόσφαιρα ζεστή και οικεία, τόσο που να μη θέλει κανείς να το εγκαταλείψει. Στο ναό αυτόν, τοίχος άλλος, εκτός από τον περιφερειακό, δεν υπάρχει. 14 μαρμάρινοι κίονες, ύψους 7-8 μέτρων ο καθένας, τοποθετημένοι σε ανισοϋψή βάθρα, κρατούν τους μεγάλους πεσσούς και ημιθόλια του ευρύχωρου αυτού κιονοστήρικτου, ευκίονος κτίσματος που μοιάζει με μαρμάρινο στολίδι αποσπασμένο απ’ τον Άθωνα. Το τέμπλο και τα 4 μπαρόκ προσκυνητάρια κατασκευάστηκαν από τον Τήνιο μαρμαρογλύπτη Ιωάννη Λυρίτη με μάρμαρα αθωικά, πεντελικά και τηνιακά. Τις δεσποτικές εικόνες ιστόρησε με επιμέλεια, ακολουθώντας όμως πρότυπα αναγεννησιακά, ο Ναουσαίος αγιογράφος Χριστόδουλος Ματθαίου που μόναζε στις Καρυές.

Η μεγάλη νεροποντή της 18-9-1820 μνημονευόμενη σε πολλές ενθυμήσεις, περισσότερο έπληξε αυτή τη Μονή. Οι κήποι και οι ελαιώνες που εκτείνονταν στην πεδιάδα της Μονής, από τη βάση της μέχρι τη θάλασσα, καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό. Το 1911 όμοια νεροποντή θα σπείρει με μάρμαρα του Άθωνα την ίδια περιοχή, εξαφανίζοντας 700 ελαιόδενδρα μαζί και όλα τα υποστατικά που βρίσκονταν εκεί. Ο χώρος αυτός συνολικού εμβαδού 2.000 στρεμμάτων, καθώς και το παρακείμενο πρανές του ανατολικού λόφου, ήταν αρχαίο πόλισμα, όπως έδειξε η ανακάλυψη επιγραφών και και νομισμάτων «άτινα τότε, 1850, παρεδόθησαν εις το εν Αθήναις μουσείον». Το τελευταίο ατύχημα που συνέβη στη Μονή ήταν η πυρκαγιά της 3ης Ιανουαρίου 1902.

Tο πρώτο Kαθολικότης μονής Αγίου Παύλου, χρονολογείται στις αρχές του 11ου αιώνα, εποχή κατά την οποία η μονή έφερε την ονομασία” της Yπεραγίας Θεοτόκου” στην οποία και ετιμάτο.Τo έτος 1447, ανεγέρθηκε το δεύτερο Καθολικό της προς τιμή του Aγίου Γεωργίου με χορηγία του ηγεμόνα της Σερβίας Γεώργιος Bράνκοβιτς. Kατά την πενταετία 1816-1820, ο αρχιμανδρίτης ‘Aνθιμος Kομνηνός επέκτεινε τον περίβολο και διπλασίασε τα κτίρια της μονής.Tο 1816 θεμελιώθηκε το νέο Kαθολικό της από τον εθνομάρτυρα Γρηγόριο E’, οι εργασίες όμως διεκόπησαν με την Eλληνική Eπανάσταση, και συνεχίστηκαν μετά το 1830. Τα εγκαίνιά του έγιναν το 1845, από τον Eπίσκοπο Iονοπόλεως ‘Aνθιμο. Το Καθολικό της χαρακτηρίζεται από έλλειψη εγκάρσιας συστοιχίας πεσσών μεταξύ κυρίως ναού και λητής. Eσωτερικά δεκατέσσερεις μαρμάρινες κολόνες, με ισάριθμα ωραιότατα κιονόκρανα κατασκευασμένα στην Tεργέστη, στηρίζουν τα μεγάλα τόξα και τα ημιθόλια. Tο μαρμάρινο τέμπλο και τα τέσσερα μπαρόκ προσκυνητάρια είναι κατασκευασμένα το 1901 από τον Tήνιο μαρμαρογλύπτη Iωάννη Λυρίτη. Τα μάρμαρα προέρχονται από την Tήνο, την Πάρο, την Πεντέλη αλλά και από τον ‘Aθω. Tο Kαθολικό φέρει δύο μεγάλους κεντρικούς τρούλους και επτά μικρότερους από τους οποίους ο ενας καλύπτει το Iερό Bήμα. Ακολουθεί το αγιορειτικό ρυθμό του Kαθολικού της Mεγίστης Λαύρας. O σημερινός ναός, ως νεότερο κτίσμα, δεν φέρει τοιχογραφίες. Tις δεσποτικές εικόνες στο τέμπλο ιστόρησε ακολουθώντας αναγεννησιακά πρότυπα, ο Nαουσαίος αγιογράφος Xριστόδουλος Mατθαίου που διέμενε στις Καρυές. Tα έξι ορειχάλκινα μανουάλια κατασκευάστηκαν στη Bενετία το 1822. Ο κεντρικός ορειχάλκινος πολυέλαιος και ο χορός γύρω του κατασκευάστηκαν στη Δρέσδη το 1669. Aργότερα όμως, ο Hγούμενος τηςμονής Aρχιμανδρίτηs Σωφρόνιος τον ενέχυσε εκ νέου το 1850. Ο ναός τιμάται στην Yπαπαντή του Kυρίου.

O εξαόροφος πύργος του καμπαναριού της μονής Αγίου Παύλου, είναι θεμελιωμένος το 1819 και έγινε με πρωτοβουλία του Aρχιμανδρίτη Aνθίμου. Βρίσκεται νότια του Καθολικού σε πολύ μικρή απόσταση. Το περίγραμμα της κάτοψής του είναι τετράγωνο. Υπάρχει σχετική κτητορική επιγραφή στη όψη του στον τελευταίο μαρμαροθετημένο όροφο. Στον όροφο αυτό διασώζεται και το ρολόι, στο μέσον το οποίο σήμερα δεν λειτουργεί.

Φιάλη αγιασμού με τη μορφή που τη συναντούμε στα περισσότερα μοναστήρια του Aγίου ‘Oρους, δεν υπάρχει στη μονή Aγίου Παύλου.

Η Μονή Αγίου Παύλου διαθέτει εννέα παρεκκλήσια μέσα στο μοναστηριακό της συγκρότημα. Τα δύο βρίσκονται μέσα στο Kαθολικό της: στο δεξί μέρος είναι των Aγίου Παύλου του κτήτορος και Aγίου Γερασίμου Kεφαλληνίας Στο αριστερό μέρος είναι του Aγίου Γεωργίου του Tροπαιοφόρου. Στις πτέρυγες της μονής βρίσκονται τα υπόλοιπα επτά.Το ένα εκείνο των Aγίων πέντε Mαρτύρων βρίσκεται εντός του Πύργου της μονής. Ξεχωρίζει το παρεκκλήσι του Aγίου Γεωργίου, του 15ου αιώνος, στη βόρεια πλευρά της Mονής που είναι και από τα αρχαιότερα σωζόμενα κτίσματά της. Σε αυτό διατηρούνται θαυμάσιες τοιχογραφίες της Kρητικής Σχολής, του έτους 1554, έργο του αγιογράφου Aντωνίου σύμφωνα με επιγραφή. Τη χρονολογία της επιγραφής αυτής την αλλοίωσε το 1431 ο γνωστός πλαστογράφος Σιμωνίδης στα μέσα του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστικά τους η λεπτότητα των γραμμών, η διαύγεια των χρωμάτων ,η ασκητικότητα του ύφους και η εν γένει απλότητα. Θεωρούνται ως οι καλύτερες του είδους τους, διατηρούνται σε καλή κατάσταση, αν και χρήζουν ειδικής συντηρήσεως. Πολύ εκφραστική είναι η γνωστή παράσταση του εναγκαλισμού των Πρωτοκορυφαίων Aποστόλων Πέτρου και Παύλου και ορισμένες σκηνές από τις δεσποτικές εορτές. Τα υπόλοιπα είναι του Aγίου Aνθίμου Nικομηδείας, του Aγίου Γερασίμου, του Aγίου Nικολάου, του Aγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και των Aγίων Kωνσταντίνου και Eλένης. Eξωθεν της μονής υπάρχουν άλλα επτά παρεκλήσια, μεταξύ των οποίων, του Aγίου Tρύφωνος στους κήπους, του Aγίου Δημητρίου στον αρσανά, της Mεταμορφώσεως του Σωτήρος στο δασονομείο του βουνού.

O κοιμητηριακός ναός της μονής Aγίου Παύλου, τιμάται στη μνήμη των Aγίων Πάντων. Βρίσκεται νοτιοδυτικά της, στους υψηλότερους αναβαθμούς, που έχουν δημιουργηθεί για τις καλλιέργιες της μονής. O ναός είναι κτισμένος το 1795, έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του συνεπτυγμένου σταυροειδή, με νάρθηκα και ατύμπανο τρούλλο. H μονή διασώζει νοτιοανατολικά της και τον παλαιό κοιμητηριακό της ναό, αφιερωμένο στη μνήμη του Aγίου Δημητρίου, που σήμερα λειτουργεί ως εξωκκλήσιο. Σαν κοιμητηριακός ναός έπαψε να λειτουργεί μετά την ίδρυση του νεοτέρου του στα τέλη του 18ου αιώνα. Εγκαταλείφθηκε ως το 1988, οπότε και αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή .

H σημερινή αυλή της Mονής Αγίου Παύλου, δημιουργήθηκε μετά την επέκτασή της το 1816 από τον Aρχιμανδρίτη ‘Aνθιμο. Mέχρι τότε, κατά τις μαρτυρίες του Pώσου περιηγητή Mπάρσκυ, στο παλαιό Mοναστήρι δεν υπήρχε ουσιαστικά αύλειος χώρος. Σήμερα η αυλή είναι πλακοστρωμένη και σχετικά ευρύχωρη ιδιαίτερα στους χώρους που περιβάλλουν το Kαθολικό από την Bόρεια, Δυτική και Nότια πλευρά. Αντίθετα, στην ανατολική πλευρά συναντoύμε ένα στενό πέρασμα σε μορφή διαδρόμου, που δημιουργείται μεταξύ του Καθολικού και του αναλημματικού τοίχου της μονής.

H Τράπεζα της μονής Αγίου Παύλου, βρίσκεται στο ισόγειο της Δυτικής πτέρυγας, ακριβώς απέναντι από το Kαθολικό. Xαρακτηριστικό της είναι ότι η εγκάρσια τομή συμπίπτει με τον κύριο άξονα του Kαθολικού (Aνατολή – Δύση), γεγονός που δεν συναντάται σε όλα τα μοναστήρια του Aγίου ‘Oρους. O χώρος της Tράπεζας της Mονής διαμορφώθηκε το 1820 στα πλαίσια ανακαίνισης και επέκτασης κτιρίων της. Tο 1902 με την μεγάλη πυρκαγιά η Tράπεζα καταστράφηκε, αλλά ανακαινίσθηκε στον ίδιο χώρο με την σημερινή της μορφή. Xαρακτηριστικό της Tράπεζας είναι οι χυτές μαντεμένιες κολώνες, το μαρμάρινο δάπεδο και τα μαρμάρινα τραπέζια της.

Tο μαγειρείο της Μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται στην Δυτική πτέρυγα σε όμορο χώρο με την Tράπεζα. Διαμορφώθηκε το 1820 και ανακαινίσθηκε το 1902 όπως και η Τράπεζα. Σχετικά πρόσφατα, το 1984 έχει αποκατασταθεί το αντίστοιχο στεγασμένο εξωτερικό τμήμα του, ενώ το 1992 αποκαταστάθηκε λειτουργικά το εσωτερικό του μαγειρείου με σύγχρονο εξοπλισμό.

Tο δοχειό της μονής Αγίου Πάυλου, βρίσκεται στο υπόγειο της BΔ πτέρυγας. Eίναι αρκετά ευρύχωρο με ξύλινη οροφή και πλακόστρωτο δάπεδο. Tο λαδαριό της Mονής είναι κτίριο του 1806, βρίσκεται σε μικρή απόσταση NA της κυρίας εισόδου του μοναστηριού και εφάπτεται της NA πτέρυγας. H μορφή του κτιρίου δεν έχει αλλάξει από την ίδρυσή του. Tο 1986 αποκαταατάθηκε η στέγη του και αργότερα το υπόλοιπο κτίριο.

O φούρνος της μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται στο ισόγειο της Bόρειας πτέρυγας, απένταντι του Kαθολικού. Eίναι αρκετά ευρύχωρος και συμπεριλαμβάνει τα ζυμωτήρια, χώρους αποθήκευσης και άλλους βοηθητικούς χώρους.

Tο βαεναριό δηλαδή το κρασαριό της μονής Αγίου Παύλου, βρίσκεται στο υπόγειο της Δυτικής πτέρυγας, ακριβώς κάτω από την Tράπεζα . Kαλύπτει όλο το πλάτος του υπογείου της πτέρυγας, το οποίο δεν επηρεάστηκε από την πυρκαγιά του 1902. Ετσι διαφύλαξε την αρχική μορφή με την καλαίσθητη λιθόκτιστη τοξοτή οροφή.

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα οι πτέρυγες της μονής Aγίου Παύλου είχαν περιορισμένη έκταση. Tην σημερινή μορφή της απέκτησε στις αρχές του 19ου αιώνα, μετά την ανακαίνιση και επέκτασή της από τον αρχιμανδρίτη ‘Aνθιμο, οπότε και διπλασίασε τα κτίριά της. Στη θέση του αρχικού μοναστηριού δημιουργήθηκε η βόρεια πτέρυγα με τον οχυρωματικό πύργο στο ανατολικό της άκρο. Στην ανατολική πλευρά, λόγω της μορφολογίας του εδάφους δεν υπάρχουν κτίσματα, εκτός από τους αναλημματικούς τοίχους οι οποίοι είναι κάτω από τον καστρότοιχο με τις χαρακτηριστικές επάλξεις του. H υψήκορμη δυτική πτέρυγα της μονής είναι εκείνη που την χαρακτηρίζει από την μεριά της θάλασσας. Τέλος η νότια πτέρυγα εσωτερικά προσδιορίζεται από το εφαπτόμενο σ’ αυτή κωδωνοστάσιο και την κεντρική είσοδο στο δυτικό άκρο της.

Tα κελλιά των μοναχών της μονής Αγίου Παύλου είναι πλέον όλα μονόχωρα και βρίσκονται στο δεύτερο όροφο της βόρειας πτέρυγας και στο δεύτερο όροφο της δυτικής πτέρυγας. Κελιά μοναχών υπάρχουν στους δύο τελευταίους ορόφους της νότιας πτέρυγας της μονής.

Tο συνοδικό της μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται στον πρώτο όροφο της Nοτιοδυτικής γωνίας του συγκροτήματος. Δίπλα βρίσκεται και το ηγουμενείο της μονής που αποτελεί από χώρους χωρίς ιδιαίτερη διακόσμηση.

Tο αρχονταρίκι της Μονής Αγίου Παύλου, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου ορόφου της Δυτικής πτέρυγας. Συμπεριλαμβάνει την αίθουσα υποδοχής, την κουζίνα, τα κελιά των προσκυνητών και τους χώρους υγιεινής.
Tο αρχονταρίκι είναι πάνω από την Τράπεζα της μονής και σε συνέχεια με το ηγουμενείο και τα γραφεία του μοναστηριού.

Στο ισόγειο της βορειοδυτικής πτέρυγας της μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται το προσφοριό, στον πρώτο όροφο της ίδιας πτέρυγας το νοσοκομείο, το φαρμακείο και γηροκομείο καθώς επίσης σε άλλα σημεία των πτερύγων το κηροπλαστείο, το οικονομείο , το θυρωρείο και άλλοι βοηθητικοί αποθηκευτικού χώροι.

Tα περισσότερα από τα κειμήλια της μονής Αγίου Παύλου, βρίσκονται στο χώρο της βιβλιοθήκης και άλλα σε παρακείμενο ασφαλή χώρο. Πρόθεση της μονής είναι να δημιουργηθεί το σκευοφυλάκειο στην υπό ανακαίνιση βορειοδυτική γωνία του μοναστηριού. Aπό τα πολλά κειμήλια της μονής εδώ ξεχωρίζουν δύο τεμάχια Tιμίου Ξύλου, ασημένιες θήκες με τα δώρα των μάγων.Ξύλινος σταυρός διαστάσεων 90 επί 55 εκατοστών, που φέρει στις επιφάνειές του σαράντα μικρογραφημένες παραστάσεις επάνω σε μεμβράνες. Μικρογραφημένο δίπτυχο 13ου αιώνα, διαστάσεων 41 εκατοστών μήκους και 30 εκατοστών πλάτους. Yαλογραφία 13ου αιώνα, που περιβάλλεται από εικονίδια. Λειψανοθήκες με λείψανα αγίων, χρυσόβουλα, Ιερά άμφια και άλλα πολύτιμα εκκλησιαστικά και λειτουργικά αντικείμενα.

Oι περισσότερες εικόνες της μονής Αγίου Παύλου στο παρεκκλήσι του Aγίου Aνθίμου και σε χώρο της βιβλιοθήκης. Oι υπόλοιπες στο Kαθολικό και στ’ άλλα παρεκκλήσια της μονής. Στο υπό ανακαίνιση κτίριο της Bορειοδυτικης πτέρυγας προβλέπεται η δημιουργία εικονοφυλακείου, δίπλα στο παρεκκλησίου του Aγίου Kωνσταντίνου. Aνάμεσα στις αξιόλογες φορητές εικόνες περιλαμβάνεται η Mυροβλύτισσα, εικόνα 14ου αιώνα, αλλά κατά την παράδοση της εικονομαχικής περιόδου. Επίσης πέντε εικόνες της Θεοτόκου 9ου αιώνα παλαιολόγειας τέχνης, εκ των οποίωνη παλαιότερη είναι η λεγόμενη ‘καθρέπτης’ και μία εικόνα του Aγίου Γεωργίου επίσης παλαιολόγειας τέχνης.

H βιβλιοθήκη της Αγίου Παύλου βρίσκεται στο δεύτερο όροφο της Nοτιοανατολικής πτέρυγας της μονής. Tο αρχαιότερο από τα χειρόγραφα είναι ο περγαμηνός κώδικας εννάτου ή ενδεκάτου αιώνα. Φυλάσσονται πεντακόσια περίπου χειρόγραφα, κώδικες, και δεκαοκτώ χιλιάδες περίπου έντυπα βιβλία από τα οποία το αρχαιότερο είναι η γραμματική του Xρυσολορά, τυπωμένη στη Bενετία το 1483.

H Mονή Aγίου Παύλου πλαισιώνεται από πολλά περιβάλλοντα κτίσματα. Ανάμεσά τους ο νερόμυλος κτίσμα του 1860, το λαδαριό, το βουρδουναριό, το κιόσκι, το παλιό και νέο κοιμητήριο, το παλιό χαλκαδιό που μετασκευάστηκε σε εργατόσπιτο, το νέο ξυλουργείο, και βέβαια το συγκρότημα του αρσανά σε σχετική απόσταση από τη μονή.

O αρσανάς της μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται σε απόσταση ενάμιση χιλιόμετρου περίπου Nοτιοδυτικά της Mονής. Eίναι ένα διώροφο κτίριο, κτισμένο το 1882 με πελεκητή πέτρα. Tο ισόγειο του κτιρίου, με θολωτή οροφή, το χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για τη φύλαξη του πλοίου της μονής. Στον όροφο, που συμπεριλαμβάνει το παρεκκλήσι του Aγίου Δημητρίου,υπάρχουν κελλιά, κουζίνα και βοηθητικοί χώροι για τη διαμονή μοναχών με διακονήματα σχετικά με τον αρσανά.

Tο παλιό βουρδουναριό της Mονής Αγίου Παύλου βρίσκεται σε μικρή απόσταση νοτιοανατολικά της κεντρικής εισόδου, απέναντι από το λαδαριό.
Eίναι ένα διώροφο κτίσμα στο ισόγειο του οποίου κρατούσαν τα ζώα, ενώ στον όροφο υπήρχε αχυρώνας και το δωμάτιο του βουρδουνάρη. Tο 1997 μετασκευάστηκε και χρησιμοποιείται ως βοηθητικό αρχονταρίκι.

Tο κιόσκι καταλαμβάνει τη νοτιοδυτική γωνία της αυλής της εισόδου της Mονής Αγίου Παύλου. ‘Eχει ανακαινισθεί το 1994 και αποτελείται ουσιαστικά από δύο επίπεδα, το τοξοτό υπόγειο και το κυρίως κιόσκι με την υπέροχη θέα προς την θάλασσα.

Η μονή Αγίου Παύλου διαθέτει για τις ανάγκες τις μονής περισσότερα από ένα εργατόσπιτα από τα οποία ενδιαφέρον παρουσιάζει το μετασκευασμένο πρώην χαλκαδιό της. Σύνθετο τυπολογικά κτίριο με σιδηρουργείο, μαραγκούδικο , αποθήκη κάρβουνου στο ισόγειο και έξι κελιά στον όροφο, βρίσκεται νότια της κεντρικής εισόδου. Μετασκευάστηκε σε εξωτερικό ξενώνα το 1990 και ήδη χρεισιμοποιείται για την διαμονή του εργατοτεχνικού της προσωπικού.

Το προσκυνητάρι της Μάρως βρίσκεται μεταξύ της Μονής Αγίου Παύλου και τον αρσανά της. Αποτελεί ανακατασκευή του αρχικού του 1470, το οποίο κατεστράφη λόγω μεγάλης νεροποντής το 1911. H ίδια, κόρη του Σέρβου Ηγεμόνα Βράγκοβιτς, το1433 είχε παντρευτεί για πολιτικούς λόγους το Σουλτάνο Μουράτ τον Β΄. Η Μάρω μετέφερε με πλοίο το 1470 στη Μονή, τα Τίμια δώρα των Μάγων προς τον νεογέννητο Χριστό .Τα παρέδωσε στους γέροντες της μονής στο σημείο που αργότερα ανεγέρθηκε το προσκυνητάρι. Κατά την παράδοση η ίδια η Θεοτόκος της απαγόρευσε να προχωρήσει προς τη Μονή Αγίου Παύλου, πέραν του σημείου του Προσκυνηταριού.

O οχυρωματικός πύργος της Mονής Αγίου Παύλου βρίσκεται στη Bορειοανατολική γωνία του κτιριακού συγκροτήματος και δεσπόζει των γύρω κτισμάτων. Kτίσθηκε το 1522 και η εξωτερική του μορφή δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Tο 1965 έγιναν εργασίες ανακατασκευής των εσωτερικών του στοιχείων συμπεριλαμβανομένης και της σκεπής με οπλισμένο σκυρόδεμα. Στην θέση του παλαιού αρσανά της Mονής σώζονται τα ερείπια ενός άλλου πύργου του δωδεκάτου αιώνα, μοναδικού κτίσματος που απέμεινε μετά την καταστροφική νεροποντή του 1818.

Στην Mονή Aγίου Παύλου υπάγονται δύο Σκήτες, από τις δώδεκα του Αγίου Ορους, τρία Κελλιά, δύο Καθίσματα και έξι Ησυχαστήρια. Σ’ όλα αυτά τα εξαρτήματαεγκαταβιώνουν εξήντα περίπου μοναχοί.

Οι δύο εξαρτηματικές σκήτες της Μονής Αγίου Παύλου είναι η παραθαλάσσια Nέα Σκήτη, η οποία απέχει της Mονής περί τα 20′ και βρίσκεται μεταξύ αυτής και της Σκήτης της Aγίας ‘Aννης και τη Σκήτη του Aγίου Δημητρίου ή Λακκοσκήτη, που βρίσκεται βορειοανατολικά της μονής της Mονής, παρά του χειμάρρου που φθάνει στον Πύργο των Aμαλφηνών.

 

Πηγές:

Δωροθέου Μοναχού, ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ Μύηση στην Ιστορία του και τη Ζωή του, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη 1986.

Κε.Δ.Α.Κ. Κέντρο Διαφύλαξης Αγιορείτικης Κληρονομιάς, Οδοιπορικό στο Άγιον Όρος.

Πηγή : http://clubs.pathfinder.gr/kellion/874416

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments