Σκήτη της Αγίας Άννης

Σκήτη της Αγίας Άννης.

Η Σκήτη της Αγίας Άννης κείται σε μια καταπράσινη κοιλάδα που εκτείνεται από τη θάλασσα προς τα πάνω, ως 400 μέτρα ψηλά. Σκόρπιες οι καλύβες σ” αυτή την κοιλάδα, κρυμμένες πίσω από θεόρατες δρυς ή γκριζοπράσινους βραχώδεις όγκους, βρίσκονται δομημένες κλιμακωτά, η μία λίγα μέτρα ψηλότερα απ” την άλλη. Επάλληλα αντερείσματα συγκρατούν το λίγο χώμα των κήπων, κι άλλα υποβαστάζουν το χιλιοπατημένο μονοπάτι, που ασκητές περπατούν με κόπο επί αιώνες «αδιαλείπτως προσευχόμενοι».

Είναι η πολυαριθμότερη απ” όλες τις Σκήτες κι έχει συσταθεί κατά τον 16ο-17ο αιώνα. Πιο πριν ο τόπος αυτός δεν ήταν άγνωστος. Εδώ υπήρχε η μονή των Βουλευτηρίων από τις αρχές του 11ου αιώνα. Πράγματι αυτή υφίστατο από το 1010 και ήταν κτισμένη κοντά στον όρμο, στη θέση Αυλάκι. Καταστράφηκε όμως από Άραβες ληστοπειρατές και ο τελευταίος ηγούμενος Γερόντιος ανήλθε στα υψηλότερα ορεινά και κρημνώδη μέρη, όπου ανήγειρε το ησυχαστήριό του, του Αγίου Παντελεήμονα, το οποίο υπάρχει και σήμερα, με αγίασμα, που παραδόξως ποτέ δεν υπερχειλίζει, αλλά ούτε και μειούται όσο και αν προμηθεύεται κάποιος.

Στη συνέχεια κάποιος Γεώργιος ή Γερμανός έκτισε πλησίον της θέσεως που βρίσκεται σήμερα το Κυριακό της Σκήτης, κελλί του «Ευαγγελισμού». Επειδή τον αυξανόμενο αριθμό των ησυχαστών δεν χωρούσε πλέον το Κυριακό, που βρισκόταν στο κελλί της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου», ο ίδιος Γερμανός ίδρυσε νέο Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ευρύχωρο. Κατόπιν ο Ιεζεκιήλ ο Βατοπεδινός ανακαίνισε το κελλί του Ευαγγελισμού με ευρύ Ναό και έτσι οι Πατέρες συνήγοντο σ” αυτόν.

Τον 17ο αιώνα ο Πατριάρχης Διονύσιος Γ΄ ο Βάρδαλης διηύρυνε το Κυριακό της Σκήτης, με δικά του έξοδα, διαμένοντας πότε στη Σκήτη και πότε στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Το σιγίλλιο της σύστασής της εκδίδει ο επόμενος, Διονύσιος ο Μουσελίμης (1671-94).

Το 1686 ο Ματθαίος, πνευματικός του βοεβόδα Σερμπάν Καντακουζηνού (1678-88) και κτίτορας του κελλιού Άγιος Γεώργιος στην Προβάτα, αφιερώνει στη Σκήτη το πόδι της Αγίας Άννης. Ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος (1669-1707) στην δωδεκάβιβλό του αναφέρει «… Συνέβη τότε εξ Ασίας τινές ήλθον και έφερον εις τα κελλία της Προβάτας τον πόδα της Aγίας Άννης και εφανέρωσαν περί τούτου τω Πατριάρχη ζητούντες συμβουλήν τι να κάμωσιν. Έχων δε κλίσιν ο Πατριάρχης εις τον τόπον τούτον εσυμβούλευσεν αυτοίς να οικοδομήσωσι Ναόν επί τω ονόματι της αγίας Άννης και να αφιερώσωσιν εν αυτώ τον πόδα και να ησυχάσωσι και οι ίδιοι κτίζοντας οικήματα. Και έδωκε και την δαπάνην της οικοδομής του Ναού ο Πατριάρχης και ωκοδομήθη μικρός Ναός τότε. Διότι ο νυν μέγιστος και κάλλιστος εγένετο έπειτα. Έκτοτε ο τόπος έλαβε την ονομασίαν ΄΄αγία Άννα΄΄ και έπαυσε το όνομα ΄΄των Βουλευτηρίων». Προ δε τούτου πανταχού των Βουλευτηρίων ευρίσκομεν λεγόμενον».

Από κώδικα της Σκήτης μαθαίνουμε ότι το πόδι της Αγίας Άννης προσεκομίσθη ενταύθα την 26η Οκτωβρίου 1666 επί Δικαίου Συμεών, κατά τον εξής τρόπο: Ιερεύς τις εφωδιασμένος δι εγγράφου υπό του οικουμενικού Πατριάρχου εταξίδευε χάριν ελέους. Ούτος ελθών εις την εν Αρμενία πόλιν Ερζερούμ ή Θεοδοσιούπολιν, ένθα Ναός των αγίων Μαρτύρων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου, εν ω ήσαν εναποτεθειμένα διάφορα άγια λείψανα, εξηγόρασε τον πόδα της Αγίας Άννης, ίνα μη περιπέση εις χείρας αλλοδόξων κατά τας υφισταμένας τότε δεινάς καιρικάς περιστάσεις. Προς πίστωσιν δε της γνησιότητος του αγίου Λειψάνου μετέβη είτα και έλαβε πιστοποιητικόν παρά του Μητροπολίτου Καισαρείας Καππαδοκίας Επιφανίου και του Χαλδείας Σιλβέστρου, εν ω φαίνονται αι υπογραφαί αυτών ουχί δε και η χρονολογία. Μετά ταύτα δυο Άραβες Αρχιερείς περιώδευον εν Αγίω Όρει χάριν ελεημοσύνης, συναποκομίζοντες και τον ιερό πόδα της Αγίας Άννης μετά του μνημονευθέντος πιστοποιητικού, άτινα, φαίνεται, είχον εξαγοράση παρά του ειρημένου Ιερέως. Φθάσαντες δε και εις τν εν Αγίω Όρει σκήτην της Προβάτας παρέμειναν παρά τω πνευματικώ Ματθαίω τω Λεσβίω τω και πνευματικώ του Βοεβόδα Κατακουζηνού. Ούτος ευπορών χρημάτων ηγόρασε παρά των αλλογλώσσων εκείνων Αρχιερέων, των εκ του κλίματος του Πατριαρχείου της Αντιοχείας, τον αριστερόν πόδα της Αγίας Άννης μετά του λεχθέντος πιστοποιητικού. Αφού δε, Διονύσιος Γ΄ ο Βάρδαλης τω 1666 ηύρυνε το Κυριακόν, απεφάσισαν οι εν τη Σκήτη Αδελφοί, ίν” αποκτήσωσι τον ιερόν πόδα της Αγίας Άννης. Προς τούτο δε ανέλαβεν ο πνευματικός Γερμανός και ο εκ της Μικράς Αγίας Άννης πνευματικός Διονύσιος, οι Λέσβιοι, να μεταβώσι παρά τω εν τω κελλίω του Αγίου Γεωργίου εν Προβάτα διαμένοντι συμπολίτη αυτών πνευματικώ Ματθαίω, όστις εκέκτητο τον ειρημένον θησαυρόν. Αφικόμενοι δ” ούτοι εκείσε κατώρθωσαν δια της πειθούς να λάβωσι παρ” αυτού τον ιερόν πόδα, ον κατέθεντο εν τω Κυριακώ της Σκήτης τω 1666, ως ερρήθη.

Τη φτωχή Σκήτη ευεργετούν με θέρμη ο έμπορος στη Βενετία Γεώργιος Κυρίτσης που δωρίζει σ” αυτήν 5.000 δουκάτα (1698) κι αργότερα ο πρώην Άρτης Νεόφυτος Μαυρομάτης, ευεργέτης κι άλλων Μονών χρηματοδοτεί την ανέγερση του κοιμητηρίου (1729) επί Δικαίου του Γέρω Ιωνά. Πριν δυο χρόνια είχε ανεγερθεί ο νάρθηκας και η τράπεζα του Κυριακού από τον μεγάλο Έλληνα ευεργέτη στην Κριμαία Ζώη Καπλάνη. Τον ετήσιο φόρο της Σκήτης, συμποσούμενο σε 700 γρόσια, χορηγεί από τα μέσα του 18ου αιώνα χωρίς διακοπή ο ζάπλουτος Πετράκης και στη συνέχεια ο γιός του.

Το ίδιο διάστημα αριθμεί περισσότερες από 60 καλύβες, και το Κυριακό είναι πλέον ανεπαρκές για τις λατρευτικές ανάγκες της αδελφότητας και διευρύνεται το 1755 και το 1804, ενώ τοιχογραφείται το 1757. Έχει ξύλινο υαλόφρακτο εξωνάρθηκα. Το περιφραγμένο με τοίχο – για λόγους προστασίας – συγκρότημα του Κυριακού, περιλαμβάνει ενσωματωμένα με τον ναό, τράπεζα και ξενώνα. Εδώ διαμένει και ο Δικαίος. Επίσης έχει αύλειο χώρο με κιόσκι και νεώτερο κτίριο βιβλιοθήκης, εικονοφυλακείου, σκευοφυλακείου. Φυλάσσονται 96 χειρόγραφα, αρκετές φορητές εικόνες και ιερά κειμήλια, με σημαντικότερο εκείνο της Αγίας Άννης, μητέρας της Θεοτόκου.  Το κωδωνοστάσιο θεμελιώνεται το 1784.

Κατά το 1843 κάποιοι μοναχοί «φιλοτάραχοι» κάνουν προσπάθειες ν” αποσπάσουν τη Σκήτη από την κυριότητα της Μεγίστης Λαύρας. Οι μοναχοί εκείνοι λοιπόν την ονόμασαν «αγίαν Συνάσταν» και ισχυρίζονταν «ότι πάλαι ποτέ υπήρξε δήθεν ανεξάρτητος Σιναϊτική». Τα παραπάνω περιέχονται σε μεγάλη επιστολή του πατριάρχη Άνθιμου ΣΤ΄, τον Οκτώβριο του 1847. Το Σεπτέμβριο του επόμενου χρόνου οι μοναχοί της Σκήτης με επιστολή τους προς το Πατριαρχείο διαδηλώνουν την υποταγή και την πίστη τους προς την κυρίαρχο και το Πατριαρχείο. Στην επιστολή τους οι Αγιαννίτες παραδέχονται τα 23 άρθρα του πατριαρχικού εγγράφου του 1843 ως κανονισμό της Σκήτης: «κατενοήσαμεν καλώς και παραδεχόμεθα ευχαρίστως και υπείκομεν το να ζήσωμεν κατ” εκείνα (άρθρα) του λοιπού…». Τα 23 εκείνα άρθρα ήταν διαπλάτυνση ενός προγενεστέρου κειμένου, αποτελούμενου από 20 άρθρα και υπογραμμένου από τον πατριάρχη Γερμανό Δ΄ (Απρίλιος 1843).

Στο ιερό του Κυριακού δίπλα αναπαύεται η σορός του πατριάρχη Κυρίλλου Ε΄ (1748-57) που εφησύχαζε στην καλύβα Άγιοι Απόστολοι. Στη Σκήτη ανδρώθηκαν και προαλείφτηκαν για το μαρτύριο και 14 άγιοι νεομάρτυρες.

Στο Κυριακό της Σκήτης υπάρχουν ακόμη και τα εξής άγια λείψανα: Τμήμα της κάρας του οσιομάρτυρος Νεκταρίου του Νέου και των νέων οσιομαρτύρων Ιγνατίου, Ευθυμίο και Ακακίου, του Αγίου Παντελεήμονος, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Χαραλάμπους, των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού κλπ.

Στην αρχή του 20ου αιώνα αριθμούσε 52 καλύβες με 300 μοναχούς, ενώ η απογραφή του 2001 κατέγραψε 94 μοναχούς, οι οποίοι παράλληλα με το εργόχειρό τους ασχολούνται και με την αλιεία και κηπουρική. Οι γέροντες ασχολούνται με αγιογραφία, ξυλογλυπτική, κατασκευή θυμιάματος και μικροτεχνία.

Πηγή : http://clubs.pathfinder.gr/kellion/874429

 

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments