Ἡ Ἀχειροποίητος Παναγία τῆς Θεσσαλονίκης

Περιώνυμος αχειροποίητος είναι και η εικόνα της Παναγίας (13ος αι) που συνδέεται με τον ομώνυμο ναό στη Θεσσαλονίκη (μέσα 5ου αι.). Ο ναός αποτελεί τυπικό δείγμα τρίκλιτης, ξυλόστεγης, ελληνιστικής βασιλικής με υπερώα. Το 1430 η Αχειροποίητος ήταν ο πρώτος ναός της Θεσσαλονίκης, μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους, που κατέλαβε ο σουλτάνος Μουράτ και τον μετέτρεψε σε τζαμί (Eski cuma camii). Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, υπήρξε πρόταση να χρησιμοποιηθεί ο ναός ως Βυζαντινό Μουσείο της πόλης. Αυτό όμως δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή χρησιμοποιείται ως καταυλισμός προσφύγων. Τελικά η Αχειροποίητος χρησιμοποιείται ξανά ως χριστιανική εκκλησία το 1930.

Τα σχετικά με την αχειροποίητη εφέστια εικόνα του ναού πληροφορούμαστε από τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο, νομοφύλακα και κριτή στη Θεσσαλονίκη από το 1347, σε λόγο που εκφωνεί κατά την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου, στον ναό της Αχειροποιήτου.Σύμφωνα με το κείμενο αυτό η λατρευτική εικόνα της Θεοτόκου, της οποίας ο εικονογραφικός τύπος δεν προσδιορίζεται, μεταβάλλεται κατά τρόπο θαυματουργικό σε όρθια δεομένη χωρίς το βρέφος, εξαιτίας του αμαρτήματος του κτήτορα. Επειδή αυτή η μεταβολή έγινε χωρίς την επέμβαση κάποιου ζωγράφου, η εικόνα ονομάζεται Αχειροποίητος, όπως και ο ναός στον οποίο έλαβε χώρα το θαυματουργό γεγονός.

Η πρώτη ως τότε γνωστή ονομασία του ναού ήταν ʹʹτῆς ἁγίας ἀχράντου Θεοτόκουʹʹ, σύμφωνα με το κείμενο της ομιλίας του Λέοντα του Μαθηματικού και φιλοσόφου, που εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου του 842 εντός του ναού. Η ονομασία από το 842 ως το 1115 είναι ουσιαστικά όμοια. ʹʹτῆς ἀχράντου Θεοτόκουʹʹ, ʹʹὙπεραγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹΠαναγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹἉγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹτῆς Ἀειπάρθενου Πανάγνου και Θεομήτοροςʹʹ. Η χρονική στιγμή που αποκτά ο ναός το όνομα Αχειροποίητος, τοποθετείται γύρω στο 1270, όπως μαρτυρεί η ύπαρξη ενός μολυβδόβουλου με την παράσταση της Παναγίας αχειροποιήτου.

Η αχειροποίητος της Παναγίας στη Θεσσαλονίκη προβάλλεται από τον Κ.Αρμενόπουλο ως εικόνα εξίσου σημαντική με τις αχειροποίητες εικόνες του Χριστού, το Ιερό Μανδήλιο και Ιερό Κεράμιο. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής : ʹʹΠρός τῇ θείᾳ τῆς ἐνταῦθα θεομήτορος εἰκόνι, ἥ τῷὄντι θεόθεν, οὐκ ἐξ ἐπινοίας ἤ χειρός ἀνθρωπίνης, οὕτως ὄρθιος, ἱκέσιος ἐσχημάτισται, διά τό τοῦ κτήτορος, ὡς ἀληθής αἱρεῖ λόγος, ἐνταῦθα γεγενημένονἀμπλάκημα, οὗ χάριν καί τήν Ἀχειροποιήτος, κατά τάς ῥάκει πρῴην καί κεράμῳ δεσποτικάςἐντυπωθείσας μορφάς…ἡ μέν πάναγνος τοῦ Θεοῦ Μήτηρ ἱκέσιος ἱσταμένη φαίνηται…ὅλας χεῖρας ἀνατείνουσανἱκεσίους, πρός τίνα δέ καίὑπέρ τίνος, ἡ πρός ὅν άρρήτως αὐτή Θεόν ἔτεκε ʹʹ.

Όπως αναφέρει ο ομιλητής, η εικόνα του ναού σχηματίστηκε εξαιτίας του αμαρτήματος, στο οποίο περιέπεσε ο κτήτορας του ναού. Ο Αρμενόπουλος δεν αναφέρει ούτε το όνομα αλλά ούτε και το αμάρτημα του κτήτορα επειδή, όπως σημειώνει, είναι γνωστά από την παράδοση. Ο Ξυγγόπουλος τοποθετεί πάντως χρονικά τη μεταλλαγή της εικόνας μετά το τέλος της λατινοκρατίας (1222).

Ακολούθως συνδέει τον ναό της Θεσσαλονίκης με τη μονή των Αβραμιτών στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα λοιπόν με τον ερευνητή, ο ναός της Αχειροποιήτου περιέρχεται τον 13ο αι. στους μοναχούς της μονής Αβραμιτών, οι οποίοι τον χρησιμοποιούν ως καθολικό της μονής που πιθανόν ίδρυσαν στην Θεσσαλονίκη, σε ανάμνηση της κατεστραμμένης μονής τους στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τον Ξυγγόπουλο οι Αβραμίτες μοναχοί ονομάζουν τον παλιό ναό της Οδηγήτριας σε Αχειροποίητο προς τιμή της παλιάς μονής τους. Kατά τον Ξυγγόπουλο η παλιά εικόνα που βρισκόταν στον ναό της Θεσσαλονίκης και ακολουθούσε τον τύπο της Οδηγήτριας, πρέπει να είχε καταστραφεί από τους Λατίνους. Με αυτή την πράξη βεβήλωσης πιθανόν έχει σχέση το αμπλάκημα που αναφέρει ο Αρμενόπουλος. Ο Ξυγγόπουλος δηλαδή υποστηρίζει ότι πίσω από το αμπλάκημα του κτήτορος βρίσκεται η λατινική Εκκλησία. Μετά λοιπόν την αποχώρηση των Λατίνων οι Αβραμίτες μοναχοί ονομάζουν τον ναό της Θεσσαλονίκης Αχειροποίητο και τότε ίσως, σύμφωνα με τον Ξυγγόπουλο, επαναζωγραφίστηκε η βεβηλωμένη εικόνα ή κατασκευάστηκε νέα, σε άλλο εικονογραφικό τύπο από την παλιά εικόνα της Οδηγήτριας. Είναι όμως λίγο δύσκολο να δεχτεί κανείς, ότι ένας από τους τέσσερις καθολικούς ναούς της μητρόπολης Θεσσαλονίκης θα παραχωρούνταν εύκολα σε κάποιους άλλους έστω και αν επρόκειτο για μοναχούς που προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον αναρωτιέται κανείς για ποιό λόγο οι Λατίνοι θα κατέστρεφαν εικόνα της Παναγίας και μάλιστα σ΄ έναν ναό, ο οποίος μάλλον δεν πρέπει να πέρασε στην κατοχή τους.

Σύμφωνα με νεώτερη άποψη το θαύμα της μεταλλαγής της εικόνας της Παναγίας και άρα και το όνομα του ναού συσχετίζονται με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο (1258‐1282). Το αμάρτημα του κτήτορα είναι ο σφετερισμός του θρόνου και η τύφλωση του νόμιμου διαδόχου, του ανήλικου Ιωάννη Δʹ Λάσκαρη, από τον Μιχαήλ Ηʹ για τα οποία και αφορίζεται από τον πατριάρχη Αρσένιο. Επιπλέον ο αυτοκράτορας αποδοκιμάζεται και για τη φιλενωτική του στάση στο θέμα της ένωσης ανατολικής και δυτικής εκκλησίας. Αποτέλεσμα μάλιστα της πολιτικής του ήταν να μην τύχει νεκρώσιμης ακολουθίας από την πλευρά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Όσον αφορά στη σχέση του Μιχαήλ Η΄ με τη Θεσσαλονίκη φαίνεται να είναι ιδιαίτερα στενή όπως μας πληροφορεί ο σύγχρονος ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης. Ο αυτοκράτορας θεωρεί την πόλη της Θεσσαλονίκης ιδιαίτερη πατρίδα του, υπάγεται στην εξουσία του, αφού ο πατέρας του, ο μέγας δομέστικος Ανδρόνικος Παλαιολόγος, υπήρξε ηγεμόνας της και μάλιστα πέθανε και τάφηκε εκεί:  Υπάρχουν ενδείξεις, ότι ο ίδιος αυτοκράτορας καθιέρωσε την τιμή της Θεοτόκου Αχειροποιήτου και σε άλλες μονές της Μικράς Ασίας. Διατηρεί για παράδειγμα ιδιαίτερες σχέσεις με τη μητρόπολη Κυζίκου, στην οποία, όπως σημειώθηκε παραπάνω, υπήρχε αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας. Κατά τη θριαμβευτική του είσοδο στην Κωνσταντινούπολη το 1261 ο μητροπολίτης Κυζίκου, Γεώργιος Κλειδάς, είναι εκείνος που ʹʹἀπεστόμισε τάς εὐχάςʹʹ στη Χρυσή Πύλη. Μάλιστα αν και η Πρωτεύουσα είχε απελευθερωθεί ήδη από την 25ηΙουλίου, η πανηγυρική επάνοδος του Μιχαήλ Η΄ έγινε την 15η Αυγούστου με σκοπό να συμπέσει με την εορτή της Θεοτόκου.

Επιπλέον ο Μιχαήλ ονομάζει Αχειροποίητο και τη μονή της Θεοτόκου των Κελλιβάρων στο όρος Λάτρος της Μικράς Ασίας και την συνενώνει με εκείνη του Αγίου Δημητρίου, προστάτη αγίου των Παλαιολόγων. Επίσης στον ναό της Θεοτόκου στη Θεσσαλονίκη υπήρχε από παλιά παράδοση συλλατρείας Παναγίας και Αγίου Δημητρίου ως προστατών της πόλης. Ο Μιχαήλ, όπως αναφέρεται παραπάνω, συνενώνει την λατρεία της Θεοτόκου με εκείνη του Αγίου Δημητρίου στο Λάτρο, ακολουθώντας ίσως το παράδειγμα του ναού της Αχειροποιήτου.

Ο Μιχαήλ πρόβαλε, με το ξεκίνημα της βασιλείας του, τη Θεοτόκο, ως προστάτιδα της Πόλης. Ο κτήτορας  λοιπόν δεν αποκλείεται να είναι ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, ο οποίος προσπαθεί να καθιερώσει μία σημαντική λατρεία κύριος στόχος της οποίας είναι η αποκατάσταση και η συνέχιση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Κατά την Κωνσταντινίδη αιτία για την ανανέωση της τιμής της Παναγίας Αχειροποιήτου από τον Μιχαήλ, στάθηκε το γεγονός της επανάκτησης της Πόλης μετά από μισό αιώνα λατινικής κατοχής σε συνδυασμό με την καταστροφή της μονής Αχειροποιήτου στην Πρωτεύουσα αλλά και της μεταφοράς του Ιερού Μανδηλίου στη Δύση.

(Πηγή.Ευτυχία Κουρκουτίδου Νικολαΐδου, Αχειροποίητος ο μεγάλος ναός της Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1989)α.

Πηγή : http://www.hristospanagia.gr/?p=45122#more-45122

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments