Παναγία Οδηγήτρια εκ Μουγλών Μικράς Ασίας. Στον Ιερό Ναό Γενεσίου της Θεοτόκου (Παναγίτσα) Νικαίας

Οι πρόσφυγες στα Άσπρα Χώματα, προερχόμενοι από τα Μούγλα της Μ. Ασίας, απέναντι από τα Δωδεκάνησα, αρχικά εκ­κλησιάζονταν για μια δεκαετία περίπου στον ναό του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου Νίκαιας,που είχε ιδρυθεί το 1923, ένα χρόνο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Η απόσταση και οι λειτουργικές ανάγκες του προσφυγικού οικισμού οδήγησαν το 1932 στην ίδρυση ενός νέου μικρού ναού, του παρεκκλησίου του Αγίου Ιωάννου. Ήταν ένα ταπεινό εκκλησάκι, μια ξύλινη παράγκα, που η ευλάβεια των προσφύγων έστησε στη θέση που βρίσκεται σήμερα η εκκλησία της Παναγίτσας. Μέσα στο εκκλησάκι αυτό τοποθέτησαν και το ιερό «κειμήλιον» που είχαν φέρει μαζί από την πατρίδα τους, τη θαυματουργική εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας. Σήμερα η εικόνα της Πα­ναγίας βρίσκεται στο ιερό του ναού. Έτσι ο πρώτος αυτός μικρός ναός αφιερώθηκε στην Παναγία, στην οποία εξακολουθεί να τιμάται και ο σημερινός ναός (Παναγίτσα). Το 1934, όπως διαπιστώνεται από το αρχείο του ναού, το εκκλησάκι έγινε ενοριακός ναός και πρώτος ιερέας διορίσθηκε ο Εμμανουήλ Βακαλάκης.

Η Γερμανική Κατοχή δεν εμπόδισε τους ευσεβείς κατοίκους να αντικαταστήσουν το μικρό ξύλινο εκκλησάκι με πλινθόκτιστο ναό, όπως πληροφορούμαστε από το Κτηματολόγιον του ναού (1967, σσ.3-6), «δαπάναις τού ενορίτου ημών Νικολάου Χατζηνικολάου ώς και τών μεγάλων ενεργειών του Αδ/του εφημερίου Κων/νου Κορωναίου τη συμπαραστάσει τού εκκλησιαστικού Συμβουλίου, των κυριών και δεσποινίδων τού φιλοπτώχου ταμείου». Η πληθυσμιακή αύξηση όμως της ενορίας έκανε αναγκαία την ίδρυση ενός μεγαλύτερου και ευπρεπέστερου ναού. Από τους πρώτους μήνες του 1958 είχε αρχίσει να υλοποιείται η ιδέα της ανέγερσης νέου ναού, με βάση σχέδια που είχε εκπονήσει ο αρχιτέκτονας Παναγιώτης I. Λευκαδίτης και εγκεκριμένη άδεια του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ο προϋπολογισμός του έργου καθορίστηκε στις 850.000 δρχ. Έτσι την Κυριακή 27 Απριλίου 1958 έγινε, με κάθε λαμπρότητα, η τελετή της θεμελίωσης του ιερού ναού της Γεννήσεως της Θεοτόκου από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο, ο οποίος στον λόγο του εξήρε τη θρησκευτικότητα και την πρόοδο των κατοίκων της Νικαίας. «Και ούτω πως έληξε ή μακρά τελετή τής θεμελιώσεως εν συρροή πλήθους πολλών χριστιανών και άλλων προσωπικοτήτων τής πόλεως τής Νίκαιας. Και ήδη συν Θεώ ή αρχή τής άνεγέρσεως τοϋ νέου Ναοϋ έγένετο. Και διά τής καλής συνεργασίας το εργον λίαν συντόμως και θά ολοκληρωθεί διά νά είναι τό στόλισμα τής ένορίας και τής πόλεως Νικαίας, αλλά και τό καύχημα καθ’ όλου της Εκκλησίας. Τό εργον θά έξακολουθήση χάρις εις τάς προθύμους συνδρομάς και δωρεάς των ευσεβών χριστιανών καί δη τών ενοριτών. Διότι άνέκαθεν οί Ναοί προς λατρείαν τοϋ αληθινού Θεοϋ ίδρύοντο με τάς δωρεάς τών ευσεβών χριστιανών…» (Πρακτικόν Παλαιόν τού Ναού, Πρακτ. 6, σ. 16, 30/ 4/1958). Δύο μήνες αργότερα, το εκκλησιαστικό Συμβούλιο θα εξουσιοδοτήσει τον αιδεσ. Οικονόμο Αναστάσιο Παπαδόπουλο να υπογράψει, κατόπιν μειοδοτικής δημοπρασίας, με τον εργολάβο Ν. Θεοδωρή το συμφωνητικό για την έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης του νέου ναού. Ο παλαιός ναός δεν κατεδαφίσθηκε αλλά ο νέος άρχισε να κτίζεται γύρω από αυτόν, ώστε να μην διακοπεί η λειτουργία του και ο εκκλησιασμός των πιστών της ενορίας.

Δυσκολίες οικονομικές για την ανέγερση ενός τόσο σημαντικού έργου στους δύσκολους μεταπολεμικούς καιρούς ήταν φυσικό να παρουσιαστούν από την αρχή. Προτείνεται να περιφέρεται κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, τις Κυριακές και τις Εορτές, μόνο ένας δίσκος, αυτός υπέρ της άνεγέρσεως του ναού «προς ένίσχυσιν τοϋ ίεροϋ σκοπού, όν έπιδιώκει ό Σύλλογος Άνεγέρσεως (τού ναοϋ)…» και μόνο μία φορά τον μήνα ένας δίσκος για το φιλόπτωχο ταμείο. Η απόφαση αυτή βρίσκει αντίθετα τα μέλη του φιλοπτώχου ταμείου που προκαλούν την παρέμβαση του βοηθού επισκόπου Θαυμακού Χρυσοστόμου. Για το ταμείο του Συλλόγου Ανεγέρσεως προτείνεται επίσης η εκποίηση όλων των τιμαλφών αντικειμένων που υπήρχαν στον ναό. Στις αρχές του 1959, και ενώ το έργο συνεχίζεται, ο ναός προχωρεί σε ενέργειες προς τον υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, ώστε από τα λεωφορεία του Ε’ Κ.Τ.Ε.Λ να εισπράττεται ένα δεκάλεπτο και να διατίθεται αναλόγως για όλους τους υπό ανέγερση ναούς του Πειραιά και της Νίκαιας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ζήτημα επέδειξε και ο βουλευτής Χανίων Κ. Μητσοτάκης, που επισκέφθηκε τον ναό και υποσχέθηκε, αν χρειαστεί, να φέρει το θέμα με ερώτημα και στη Βουλή (Πρακτικόν Παλαιόν του Ναού, ΠρακτΛ, σ. 35, 22/1/1959). Το 1960 ολοκληρώνεται και παραλαμβάνεται η πρώτη φάση εργασιών που έφθανε μέχρι την αψίδα του ιερού. Η φάση αυτή στοίχησε στον ναό συνολικά 222.790 δρχ. Παράλληλα προκηρύσσεται ο διαγωνισμός για τη δεύτερη φάση εργασιών, με προϋπολογισμό 160.000 δρχ. Τον μειοδοτικό διαγωνισμό κέρδισε αυτή τη φορά ο πολιτικός μηχανικός Νικόλαος Ιακωβίδης, που πρόσφερε την τελική τιμή των 142.600 δρχ. Οι οικονομικοί πόροι εξακολουθούν να προέρχονται από τον δίσκο και το κουτί που υπάρχει στον ναό υπέρ ανεγέρσεως του ναού, από μηνιαίες εισφορές ενοριτών αλλά και από εκποίηση αφιερωμάτων, ώστε «τα έσοδα διά την άνέγερσιν τού Ναού νά εύρίσκωνται εις λίαν εύχάριστον σημεΐον».

Ενώ οι εργασίες ανεγέρσεως του νέου ναού προχωρούσαν ικανοποιητικά, συνέβη ένα τραγικό γεγονός, που ευτυχώς δεν είχε ανθρώπινα θύματα. Στις 12 Ιανουαρίου του 1961, κατέπεσε η στέγη του παλαιού ναού και καταπλάκωσε όλα τα ιερά σκεύη και τα άλλα αντικείμενα του ναού, εκτός από την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε όρθια και χωρίς να υποστεί καμία φθορά. Η σχετική επιτροπή που έκανε την αυτοψία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατάρρευση οφειλόταν, κατά πάσα πιθανότητα, σε καθίζηση του εδάφους, λόγω των τελευταίων βροχοπτώσεων. Δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί επίσης η πρόχειρη και κακή στατικά κατασκευή του ναού.

Στη συνείδηση των ενοριτών το γεγονός θεωρήθηκε ως θαύμα. Να πως κατέγραψε ο Τύπος της εποχής το συμβάν: «’Ένα μεγάλο καί αξιοπαρατήρητο γεγονός, πού έλαβε χώραν εις την Νίκαιαν πέρασε χωρίς νά τονισθή όσο έπρεπε ή μεγάλη του σημασία από θρησκευτικής άπόψεως. Περι ώραν 11.40 ήμέραν Πέμπτην τού μηνός Ίανουαρίου 1961 ένώ τίποτε δεν μαρτυρούσε ούτε προεμήνυε έστω και κατ’ έλάχιστον ό,τι έπρόκειτο νά συμβή, κατέπεσε ολόκληρος ή σκεπή τού Ιερού Ναού της Γεννήσεως της Θεοτόκου συνεπεία καθιζήσεως τών θεμελίων από όλας τάς πλευράς του. Ή έκ μπετόν άρμέ σκεπή, μέ τα κεραμίδια της σχεδόν άθικτα, κάθισε έπάνω στο δάπεδο και ό,τι εύρίσκετο έντός αύτής κατεστράφη, πλήν τής είκόνος της Παναγίας, ή οποία εύρέθη άθικτος. Ό έπισκεπτόμενος τον Ναόν καί. ευρισκόμενος προ τού θεάματος τό όποιον παρουσιάζει καταλαμβάνεται από δέος. Τί δηλαδή θά έγίνετο εάν αύτό συνέβαινε τήν εορτήν τών Χριστουγέννων ή τών Θεοφάνιων ή άλλην ήμέραν, όπότε ή εκκλησία ήτο πλήρης έκκλησιάσματος; Άφ’ οδ έσταμάτησε κάθε κίνησις έντός του Ναού, κάθε ιεροπραξία, ούτε ένας Χριστιανός εύρίσκετο έντός αυτού και αι ‘Άγιαι ήμέραι ειχον παρέλθει, ακριβώς τότε έπέτρεψεν ό Κύριος νά γίνη έκεΐνο τό όποιον αί φυσικαί συνθήκαι είχον δημιουργήσει. ’Έτσι μαρτυρεΐται τό θαυμαστόν γεγονός αύτό…».

Με πόνο ψυχής και αγωνία για το μέλλον της ενορίας και την αποπεράτωση του νέου ναού καταγράφεται και στα Πρακτικά του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου η επίσημη αναγγελία της ολοσχερούς κατάρρευσης του παλαιού ναού από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, π. Αναστάσιο Παπαδόπουλο: «Μέ πραγματικόν πόνον ψυχής, μέ λύπην και οδύνην, ή οποία διακατέχει ταύτην τήν στιγμήν την ψυχήν μου, αναγγέλλω προς τά μέλη τού Έκκλ. Συμβουλίου και έπισήμως, κατά τήν συνεδρίαν ταύτην, τήν έξ ολοκλήρου τραγικήν κατάρρευσιν τού παλαιού Ναού μας τήν 12.1.61, ήμέραν Πέμπτην και ώραν 12ην μεσημβρινήν. …πώς θά συνέλθωμεν εκ τής συμφοράς ταύτης και πώς θά άποκαταστήσωμεν τά πράγματα εις τήν προτέραν αύτών θέσιν προς τον έκκλησιασμόν τών πιστών. Καί ήδη γεγονός είναι δτι ό Ναός μας κατέρρευσεν ως χάρτινος πύργος, τά πάντα σχεδόν κατεστράφησαν, ούδέν έμεινεν όρθιον και τώρα εύρισκόμεθα εις τούς δρόμους. Ευτυχώς ή Θεοτόκος  μάς έλυπήθη καί έκαμε τό θαύμα της, ώστε νά μην θρηνήσωμεν ουδέ εν ανθρώπινον θύμα. Ή ένορία μας άποτελουμένη ώς έπΐ τό πλεΐστον από χεϊρας έργατικάς, είναι πάμπτωχος, τό ταμεΐον τής εκκλησίας στερείται χρημάτων, ό Σύλλογος Άνεγέρσεως ωσαύτως δεν έχει διαθέσιμα χρήματα…».

0 εκκλησιασμός των ενοριτών γίνεται στο κοντινό εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας Νίκαιας, που ήταν ιδιοκτησία του αρχιμανδρίτη Κοσμά Καράμπελα, ενώ παράλληλα κατασκευάζεται ένα πρόχειρο κατάλυμα μέσα στον ανεγειρόμενο ναό, όπου επίσης εκκλησιάζονταν από τις 24 Φεβρουάριου 1961. Το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας ήταν πολύ μικρό και ούτε το 1 /10 των εκκλησιαζομένων πριν ενοριτών δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει. Έτσι σχεδόν όλο το πλήρωμα της ενορίας αναγκαζόταν να εκκλησιάζεται σε άλλους γειτονικούς ναούς ή, λόγω αποστάσεως, να παραμένει χωρίς εκκλησιασμό. Μη υπάρχοντος ναού και εκκλησιάσματος, τα οικονομικά της ενορίας ήταν σε άθλια κατάσταση. Η ενορία δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει ούτε στις τρέχουσες ανάγκες και το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο αποφασίζει να καταβάλλει επί του παρόντος το ήμισυ του μισθού στο προσωπικό του ναού. Παράλληλα, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ήταν αδύνατον να βοηθήσει στην αποπεράτωση του νέου ναού και το Συμβούλιο Ανεγέρσεως δεν είχε άλλα διαθέσιμα χρήματα. Έπρεπε λοιπόν, πάση θυσία, να τελειώσει και να λειτουργήσει ο «περίλαμπρος» νέος ναός.

Νέος αγώνας ξεκινά για την εξοικονόμηση χρημάτων. Στα Πρακτικά του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου καταγράφεται όλη η αγωνιώδης προσπάθεια αλλά και η επιμονή του Συμβουλίου και των ενοριτών να μην μείνει πίσω η ανέγερση του ναού. Απευθύνονται σε διάφορα Υπουργεία αλλά μάταιος ο κόπος. Το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων τους απαντά με έγγραφό του ότι δεν είναι δυνατή η εκπλήρωση του αιτήματος τους, γιατί δεν υπάρχει καμία πίστωση στον προϋπολογισμό του για ανέγερση ή αποπεράτωση ναών μεταγενεστέρων του 1830. Ο Αρχιεπίσκοπος όμως Θεόκλητος εκπλήρωσε δύο αιτήματα του Συμβουλίου, που φαίνεται ότι βοήθησαν αποφασιστικά στην ολοκλήρωση του έργου. Το πρώτο ήταν η περιφορά δίσκου σε όλους τους ναούς της περιοχής του Πειραιά, που έγινε την Γ’ Κυριακή των Νηστειών (Σταυροπροσκυνήσεως) στις 12 Μαρτίου 1961, με απόφαση του Αρχιεπισκόπου, την οποία κοινοποίησε σε όλους τους ναούς ο βοηθός επίσκοπος Θαυμακού Χρυσόστομος. Το δεύτερο αίτημα ήταν η διενέργεια εράνου με την έγκριση του Υπουργείου Προνοίας στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιά και των πέριξ. Και αυτό το αίτημα υλοποιήθηκε με μέριμνα του Αρχιεπισκόπου και συνεννόηση με τους αρμόδιους κρατικούς φορείς. Η έντονη κινητοποίηση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου αρχίζει να αποδίδει καρπούς. Στον οβολό των ενοριτών προστίθενται τα χρήματα από τον δίσκο και τον έρανο και άλλες κρατικές ή κοινωνικές εισφορές, όπως π.χ. από τα Κρατικά Λαχεία.

Από τον Ιούνιο του 1961 διορίζεται από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών νέος πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ο π. Κωνσταντίνος Κορωναίος. Τον Μαϊο του 1962 υποβάλλεται και εγκρίνεται η έκθεση εργασιών της β’ φάσης ανέγερσης του ναού από τον εργολάβο Ιακωβίδη και τον επιβλέποντα μηχανικό Λευκαδίτη. Λίγους μήνες νωρίτερα, είχε ήδη ανατεθεί στον Π. Λευκαδίτη η τρίτη και τελευταία φάση, με την οποία θα ολοκληρωνόταν η ανέγερση του ναού. Και πράγματι, έπειτα από πενταετή αγώνα των ευσεβών ενοριτών, ο νέος λαμπρός ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου ολοκληρώθηκε και με τη βοήθεια του Θεού τελέσθηκε σ’ αυτόν η πρώτη Θεία Λειτουργία στις 15 Δεκεμβρίου του 1963.

Για την ανέγερση του νέου ναού της Παναγίας μεγάλη υπήρξε η συνεισφορά και του Συλλόγου Ανεγέρσεως του Ναού. Με τον νέο ναό σε χρήση πλέον, αρχίζει νέα κινητοποίηση της ενορίας για τον εξοπλισμό και την αγιογράφησή του. Από το Πρακτικό συνεδρίασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της 8ης Φεβρουάριου του 1965 πληροφορούμαστε ότι λαμβάνεται απόφαση για τη συγκρότηση ερανικής επιτροπής, με σκοπό την ανέγερση του παρεκκλησίου των Τριών Ιεραρχών στα Άσπρα Χώματα, που ένα χρόνο μετά γίνεται ενοριακός ναός. Το αποτέλεσμα είναι να αφαιρεθεί ένα πολύ μεγάλο μέρος από την ενορία του Γενεσίου της Παναγίας, η οποία και συρρικνώνεται. Το ίδιο έτος (1965) ζητείται από την Ιερά Μητρόπολη Πειραιά η επέκταση της ενορίας της Παναγίας σε ακραίες γειτονιές των ενοριακών ναών Αγίου Γεωργίου Κορυδαλλού και Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, με το σκεπτικό ότι ο ναός της Παναγίας ήταν πιο κοντά σ’ αυτές. Ο περιορισμός όμως των ορίων της ενορίας του Γενεσίου της Παναγίας, που προέκυψε κυρίως από την ίδρυση της ενορίας των Τριών Ιεραρχών, είχε επιπτώσεις και στα οικονομικά του ναού. Έτσι σε συνεδρία της 4ης Ιουνίου 1966, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ομολογεί την αδυναμία του ναού να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις του προς το προσωπικό του ναού και προς τρίτους και αποφασίζει την εκποίηση αφιερωμάτων και τιμαλφών. Το Πρακτικό της 30ής Νοεμβρίου υπογράφει νέος πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, ο αρχιμανδρίτης Μελέτιος Ράντος, ο οποίος αργότερα θα γίνει αρχιερατικός επίτροπος της Μητροπόλεως Νίκαιας. Παράλληλα, έστω και με αργά βήματα, προχωρεί ο καλλωπισμός του ναού, κυρίως με κληρονομιές και δωρεές, όπως αυτές για τη μαρμάρινη επένδυση της Αγίας Τράπεζας και τη «μαρμάρωσιν» του ιερού βήματος και της σολέας (Μάϊος και Αύγουστος του 1968), ενώ ακόμη και το 1971 προχωρεί η πλακόστρωση του ναού. Τον Μάιο του 1972 ανατίθεται, έπειτα από δημοπρασία, η κατασκευή παγκαριού «βυζαντινού» ρυθμού, εξήντα στασιδίων για τους εκκλησιαζόμενους πιστούς και τεσσάρων για τους επιτρόπους στον εργολάβο-καλλιτέχνη Ευάγγελο Καστανά.

Στις 30 Απριλίου του 1972, τελούνται με κάθε ιεροπρέπεια και επισημότητα τα εγκαίνια του ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου από τον μητροπολίτη Νικαίας Γεώργιο.

Το κωδωνοστάσιο του ναού αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη. Τον Σεπτέμβριο του 1985 αποφασίζεται η προσθήκη κωδωνοστασίου στον ναό και η μελέτη ανατίθεται, κατόπιν δωρεάς που είχε προηγηθεί, στον αρχιτέκτονα-ναοδόμο Πάνο Π. Μπρουσινό. Τον Μάιο του 1986 ανατίθεται η κατασκευή του στον εργολάβο Χρονόπουλο.

Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού άρχισε να κατασκευάζεται το 1990 (ανάθεση έργου τον Μάιο) από τον ξυλογλύπτη Φάσουρα και με χορηγία για το κεντρικό τμήμα του από ανώνυμη ενορίτισσα.

Η αγιογράφηση του ναού θα ξεκινήσει το καλοκαίρι του 1972, όταν ανώνυμη ενορίτισσα θα χορηγήσει για την εικονογράφηση της Παναγίας Πλατυτέρας στην αψίδα του ιερού βήματος. Η ίδια προτείνει να αναλάβει το έργο ο αγιογράφος Δημήτριος Σουκαράς και το εκκλησιαστικό και μητροπολιτικό Συμβούλιο εγκρίνουν το έργο. Οικονομική ενίσχυση επίσης 70.000 δρχ. θα χορηγήσει την ίδια περίοδο και ο Δήμος Νικαίας για την αγιογράφηση του ναού, η οποία θα συνεχισθεί για περίπου μια εικοσαετία. Τον Μάρτιο του 1974 φαίνεται ότι είχε ολοκληρωθεί ένα σημαντικό μέρος από την εικονογράφηση του ιερού βήματος, όπως οι παραστάσεις της Παναγίας Πλατυτέρας, της Θείας Λειτουργίας, των Ιεραρχών, της Θυσίας του Αβραάμ, ορισμένων Οίκων του Ακαθίστου Ύμνου, αγίων κ.λπ., αλλά και οι παραστάσεις αγίων στους κάθετους τοίχους και τους πεσσούς του κυρίως ναού. Το ταμείο για την αγιογράφηση ενισχύεται από επιχορηγήσεις, ανάμεσα στις άλλες από την Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων (20.000 δρχ.) και το Υπουργείο Εμπορίου (20.000 δρχ.), καθώς και από Έρανο και την εκποίηση τιμαλφών και αφιερωμάτων.

Λήγοντος του 1974, πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου αναφέρεται ο π. Δαμιανός Σταυρίδης, ενώ από το 1980 ο π. Εμμανουήλ Καυγιαυτάκης. Τον Ιούνιο του 1981 φαίνεται να είχε ολοκληρωθεί η εικονογράφηση του τρούλου και των τεσσάρων ευαγγελιστών κάτω απ’ αυτόν. Τον Ιανουάριο και τον Σεπτέμβριο του 1984 ανατίθεται και μέσα στο 1985 ολοκληρώνεται η υπόλοιπη εικονογράφηση των τοίχων και της οροφής του βόρειου τμήματος του ναού από τον ίδιο αγιογράφο, τον Δ. Σουκαρά. Το 1986 η εικονογράφηση του ναού έχει προχωρήσει στο δυτικό τμήμα του ναού και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο παραλαμβάνει τις παραστάσεις της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Βαϊοφόρου στην οροφή του τμήματος αυτού. Η συνεργασία όμως του Δ. Σουκαρά με τον ναό διακόπτεται τον Μάρτιο του 1992, επειδή παρουσιάζονται μεγάλες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση και παράδοση του έργου, και η εικονογράφηση του νάρθηκα ανατίθεται στον αγιογράφο Δ. Μουρλά. Το 2000 αποφασίζεται να προστεθεί δρύινη επένδυση στο κατώτερο τμήμα των τοίχων του ναού. Η ψηφιδωτή παράσταση της Παναγίας επάνω από την κεντρική είσοδο του ναού αποτελεί χορηγία ενορίτισσας και φιλοτεχνήθηκε από τον Παύλο Σαρφάτη το 1990.

Μέριμνα λαμβάνεται επίσης για τον ευπρεπισμό του Πνευματικού Κέντρου της ενορίας, όπου γίνονται όλες οι συγκεντρώσεις των κατηχητικών σχολείων και των ομάδων αλλά και διάφορες συγκεντρώσεις από τον μητροπολίτη Νίκαιας, της αξιοποίησης του υπογείου του ναού και του περιβάλλοντος χώρου (κατασκευή συντριβανιού κ.λπ.).

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το χρονικό της κατασκευής και διακόσμησης του Ιερού Ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου Νίκαιας μέσα στον εικοστό αιώνα. Πρόκειται για ένα έργο που, με τη βοήθεια του ευσεβούς κλήρου και λαού της ενορίας. Ο ναός της Παναγίας, η Παναγίτσα, θα συνεχίσει να αποτελεί για τις ψυχές των ευσεβών ενοριτών της, και όχι μόνο, την πνευματική τους όαση και το καταφύγιο σε καιρούς χαλεπούς και άνυδρους.

Οι ιερείς που υπηρετούν στις μέρες μας στον Ι.Ν. της Παναγίτσας, ο καθένας από τη δική του μεριά και με τα δικά του μέσα, συμβάλλουν στην ποιμαντική-πνευματική καθοδήγηση του ποιμνίου της ενορίας. Με την ευαισθησία τους και τον δυναμισμό τους σε καιρούς χαλεπούς, μας δείχνουν τον δρόμο της «εν Χριστώ ζωής». Πολλές ευχαριστίες στους άοκνους λευίτες π. Εμμανουήλ Καγιαυτάκη και π. Δημήτριο Μπαλκανά, για το σπουδαίο έργο που επιτελούν στην ενορία της Παναγίτσας Νίκαιας.

από το βιβλίο «Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου στη Νίκαια»

Πηγή : http://www.panagitsa-nikaias.gr/index.php/ieros-naos/hystory

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments