Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Ο συγγραφέας του βιβλίου «Αόρατος Πόλεμος». 14 Ιουλίου

14-7.

Α΄. Γέννηση – ανατροφή

Το 1749 γεννήθηκε στη χώρα της Νάξου Κυκλάδων ο Νικόλαος Καλιβούρτζης. Ο πατέρας του ονομαζόταν Αντώνιος και η μητέρα του Αναστασία.  Είχε και ένα μικρότερο αδελφό, τον Πιέρο, που αργότερα έγινε ένας από τους βασικούς συνδρομητές του πολυγραφότατου Αγίου μας. Από μικρό παιδί πήρε την εκκλησιαστική ευσέβεια από την μητέρα του .

Δίπλα στο σπίτι του ήταν ο  ενοριακός Ι. Ναός της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο σύχναζε σε όλες τις ακολουθίες, όπου και έμαθε πολλούς ύμνους. Ο ιερέας τον έχει μαζί του σ’ όλες τις ιεροπραξίες. Σε ηλικία 12 ετών, εισάγεται στην ονομαστή σχολή της Νάξου, πραγματική Ακαδημία. Λειτουργούσε στην Ι. Μ. του Αγίου Γεωργίου Γρώττας, με Διευθυντή τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, τον Αρχ. Χρύσανθο τον Εξωχωρίτη.

Β΄.  Ανώτερες Σπουδές στη Σμύρνη

Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Νησί του κοντά στον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο, τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.  Όχι μόνον οι γονείς του, αλλά και ο δάσκαλός του Χρύσανθος αισθάνθηκαν την ανάγκη να τον προωθήσουν για ανώτερες σπουδές. Με πατρική μέριμνατου μητροπολίτη Παροναξίας Άνθιμου Βαρδή, στέλνεται στην «Ευαγγελική Σχολή» της Σμύρνης.

Ο Νικόλαος έγινε γνωστός για την πολυμάθειά του και την δυνατή μνήμη του. Σπούδασε καί κατέκτησε χάρις στήν εὐρύτητα τοῦ νοῦ καί τό ἄπειρο τῶν γνωστικῶν του δυνατοτήτων τά πάντα, Ἰατρική, Φυσική, Ἀστρονομία, Φιλοσοφία, Ψυχολογία, μέ τά τότε δεδομένα βέβαια, πρό πάντων όμως τή Θεολογία, γιά τήν ὁποία αἰσθανόταν ἰδιαίτερη ἕλξη. Ἦταν ἀρκετό στό σπινθηροβόλο πνεῦμα του νά διαβάσει μία μόνο φορά ὁποιοδήποτε ἐπιστημονικό ἔργο, γιά νά τό θυμᾶται κατά λέξη σέ ὅλη του τή ζωή καί νά μπορεῖ νά παραπέμπει σ’ αὐτό ἄνετα.

Φιλοσοφικές, οἰκονομικές, ἀστρονομικές, ἰατρικές, ἀκόμα καί στρατιωτικοῦ περιεχομένου πραγματεῖες, ποιητές καί ἱστορικοί, παλαιότεροι καί νεώτεροι, Ἕλληνες καί Λατίνοι, τά συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ ἦσαν κάθε στιγμή προσιτά ἀπό μνήμης μέ μεγάλη εὐχέρεια. Πέρα από την βαθιά γνώση των Θεολογικών γραμμάτων και  των επιστημών της εποχής, έμαθε τέλεια την Λατινική, την Ιταλική και την Γαλλική Γλώσσα. 

Διδάσκαλοι καί μαθητές τῆς Σχολῆς τόν θαύμαζαν καί γιά τά πνευματικά, κυρίως ὅμως γιά τά ἠθικά του χαρίσματα σέ σημεῖο πού στό πρόσωπό του ὁ Διευθυντής τῆς Σχολῆς Βουλισμᾶς νά διακρίνει τόν ἄξιο διάδοχό του καί κατ’επανάληψη, παρ’ὅλο πού ἦταν μόλις εἴκοσι χρονῶν, τοῦ ἔκανε τήν πρόταση αὐτή, τήν ὁποία ὁ Νικόλαος πάντα ἀρνιόταν, γιατί πρός ἄλλα φαίνεται ὅτι ἀπέβλεπε.

 Γ΄. Στην Νάξο με τους κολλυβάδες

Το 1770 (ήταν 21 ετών) ο Ρωσικός στόλος κατέκαψε τον Τουρκικό στα Δωδεκάνησα. Οι Τούρκοι για αντίποινα σήκωσαν στην Σμύρνη αντίποινα, όπου έσφαξαν πολλούς Χριστιανούς. Μεγάλο προσφυγικό κύμα φτάνει μέχρι την Πελοπόννησο, ο δε Νικόλαος στη Νάξο κοντά στούς γονεῖς καί τόν προστάτη του Μητροπολίτη. Αὐτός γιατί ἐκτίμησε τή μόρφωση καί τό ἦθος του τόν προσέλαβε Γραμματέα καί ἀκόλουθό του, όπου και εργάστηκε για μια πενταετία περίπου, ὁραματιζόταν δέ νά τόν δεῖ καί διάδοχό του, ἐφόσον ἡ πατρίδα του εἶχε τόση ἀνάγκη ἀπό ἕνα μορφωμένο καί χαρισματικό κληρικό γιά νά οἰκοδομεῖ τίς ψυχές τῶν πιστῶν, νά πολεμᾶ τήν προπαγάνδα τῶν Φράγκων κατά τῶν Ὀρθοδόξων κατοίκων τῆς νήσου.

Βρισκόμαστε στά μέσα της ὄγδοης δεκαετίας τοῦ αἰώνα αὐτοῦ καί στόν ἁγιώνυμο τόπο μαίνεται ἡ ἔριδα τῶν Κολλυβάδων μέ ἐπικρατέστερους τούς ἀντιπάλους τους, μέ συνέπεια πολλοί ὅσιοι καί ἐνάρετοι μοναχοί νά ἐγκαταλείψουν τίς μονές τῆς μετανοίας τους καί νά διασκορπισθοῦν σέ νήσους τοῦ Αἰγαίου καί τόπους στήν ἀνατολική πλευρά τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου γιά νά μποροῦν νά τηροῦν τίς ἀρχές καί τούς ὅρκους τους. Τρεῖς ἀπό αὐτούς οι Ιερομόναχοι Γρηγόριος και Νήφων και ο Γερο-Αρσένιος ἔφθασαν στή Νάξο, ὄργανα τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ γιά τόν Νικόλαο, πού εἴκοσι πέντε χρονῶν ἀναζητοῦσε πῶς νά χαράξει τό δρόμο, νά βρεῖ τόν προορισμό τῆς ζωῆς του, τρόπο νά δραστηριοποιηθεῖ καί νά παροχετεύσει τό περίσσευμα τῆς ψυχῆς του.

Τούς συναντᾶ, μακρές συζητήσεις κάνει μαζί τους, (για το «κολυβαδικό» κίνημα, με το οποίο οι μοναχοί υπερασπίζονταν την Κυριακή, ημέρα της Ανάστασης, ημέρα χαράς και όχι… μνημοσύνων και γονυκλισιών!) φωτίζεται η σκέψη του, τόν παρωθοῦν καί ἀποφασίζει νά μεταβεῖ στήν Ὕδρα, ὅπου ἐγκαταβιώνουν ἄλλοι Κολλυβάδες μοναχοί καί μεταξύ τους ὁ Ἐπίσκοπος ἀπό Κορίνθου Μακάριος Νοταρᾶς, ὁ γέρων Σίλβεστρος γιά νά τόν ἐνημερώσουν καλλίτερα τόσο γιά τούς σκοπούς τοῦ κινήματος, ὅσο καί γιά τά ἀγαθά τῆς μοναχικῆς ζωῆς, τῆς ἡσυχίας, τοῦ ἀγώνα γιά τήν τελείωση.

Στόν μετά ταῦτα Ἅγιο Μακάριο ὁ Νικόλαος θά ἐξομολογηθεῖ τόν πόθο του νά μεταβεῖ στό Ἅγιον Ὄρος νά περιβληθεῖ τό μοναχικό σχῆμα ἐκεῖ προκειμένου καί γιά τήν ψυχή του νά ἀγωνισθεῖ, ἀλλά καί γιά τό φωτισμό τοῦ ὑπόδουλου Γένους. Ὁ γέρων Σίλβεστρος, αὐστηρός ἀσκητής, τοῦ ἐνοφθάλμισε παράλληλα τόν πόθο τῆς ἄσκησης καί τήν ἐλπίδα νά ἀπολαύσει τήν ὡραιότητα καί αὐτῆς. Ὅταν ἐπέστρεψε στή Νάξο ἀνακοίνωσε τήν ἀπόφασή του στή γερόντισσα μητέρα του καί τόν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νά τόν κρατήσει κόντα του χωρίς ὅμως ἀποτέλεσμα καί τελικά τόν προέπεμψε μέ τίς εὐχές του στόν τόπο πού πόθησε ἡ ψυχή του.

Με την μητέρα του συμφώνησαν την ημέρα της αναχώρησής του να την ανεβάσει στην Ι. Μ. Χρυσοστόμου του νησιού. Η μητέρα του αργότερα κάρηκε μοναχή με το όνομα Αγάθη! Όταν αυτό έγινε και κατέβηκε στην παραλία για να πάρει το πλοιάριο, αυτό αναχώρησε χωρίς να προλάβει ν’ ανέβει. Ο αποφασισμένος Νικόλαος κολυμπώντας ανάγκασε μετά από ώρα να γυρίσουν να τον πάρουν.

 Δ΄. Στο Άγιο Όρος

Ο Νικόλαος σε πελάγη ευτυχίας, φτάνει το 1775, στο άγιο Όρος, στη Ι. Μ. Διονυσίου. Οι συστατικές επιστολές του Γερο – Σίλβέστρου πολύ τον βοήθησαν. Γνώρισε τους κολυβάδες αδελφούς Σκουρταίους και τον ασκούμενο στην καλύβα της καψάλας μοναχό Ευθύμιο, αργότερα παραδελφό του και βιογράφο του.

Ἦταν τόσο γρήγορη ἡ προκοπή του στό μοναχικό βίο, ἦταν τόσο ἕτοιμος νά λάβει τό μοναχικό σχῆμα, ὥστε ἐκάρη μοναχός με το όνομα Νικόδημος λίγους μόλις μῆνες μετά τήν εἴσοδό του στό μοναστήρι, ἀντί τῆς κανονικῆς δοκιμασίας τριῶν ἐτῶν, νά χειροθετηθεῖ καί νά τοποθετηθεῖ Γραμματέας τῆς Μονῆς καί Ἀναγνώστης κατά τίς ἱερές ἀκολουθίες γιά τήν καθαρότητά του ὅταν διάβαζε καί τίς πολυπληθεῖς του γνώσεις. Γνώσεις πού δέν ἄφηνε καμιά εὐκαιρία ἀνεκμετάλλευτη νά μήν τίς πλουτίζει, καθώς καθημερινά ἐντρυφοῦσε στά πάμπολλα χειρόγραφα καί πολύτιμα ἄλλα θησαυρίσματα τῆς μονῆς, νά ἀπομυζᾶ ὅ,τι έκλεκτό ἀπό τή σοφία τῶν συγγραμμάτων τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. 

Μετά από δύο χρόνια (1777) έφτασε ο πρώην Κορίνθου άγιος Μακάριος στο Όρος και έμεινε στο κελί «Άγιος Αντώνιος». Από εκεί μήνυσε στο Νικόδημο για συνάντηση.

Οἱ Διονυσιάτες ἀδελφοί του ἐπέτρεψαν τήν ἔξοδο ἀπό τή Μονή τους καί τήν ἐγκαταβίωση μαζί μέ τόν πνευματικό του ὁδηγό στό κελλί αὐτοῦ, γιατί δέν μετέβαινε ἀπό περιέργεια καί πνεῦμα μοναχικῆς ἀκαταστασίας, ἀλλά μετά ἀπό πρόσκληση καί συγκατάνευση τοῦ σεβαστοῦ σέ ὅλους γέροντά του γιά νά ἀξιοποιήσει γιά ὠφέλεια ὅλων, ἀκόμα καί αὐτῶν πού θά ἔρχονταν μετά, τίς πολλές του γνώσεις καί τά περισσά τάλαντα μέ τά ὁποῖα τόν εἶχε προικίσει ὁ Θεός. Μετά ἀπό ἐλάχιστες ἡμέρες ὁ μοναχός πλέον Νικόδημος –τόν συναντοῦσε ὁ Μακάριος πρώτη φορά μοναχό–παρέλαβε ἀπό αὐτόν τό χειρόγραφο τῆς «Ἱεράς Φιλοκαλίας» γιά νά συντάξει πρόλογο στό ἔργο αὐτό τοῦ γέροντός τοῦ καί νά τό συμπληρώσει μέ τούς βίους τῶν νηπτικῶν πατέρων πού τού λόγους τους περιεῖχε. Νήψη ὀνομάζεται στόν ὀρθόδοξο κόσμο ἡ μοναχική πρακτική, ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου πού ἔρχεται σάν καρπός τοῦ ἡσυχασμοῦ τοῦ νοῦ καί τῆς ψυχῆς ἀπό τίς πολλές καί φορτικές βιοτικές μέριμνες, οἱ πατέρες δέ πού κατορθώνουν καί μετά ὁμιλοῦν γιά τό πνευματικό αὐτό γύμνασμα καί κατόρθωμα ὀνομάζονται νηπτικοί. 

Με ευλογία έφτασε εκεί και ο άγιος του εμπιστεύτηκε να συντάξει προοίμιο στη «Φιλοκαλία» και τον «Ευεργετινό» και να διορθώσει τυχόν ορθογραφικά σφάλματα. Παρέλαβε ακόμη και το πόνημα περί «Συνεχούς Θείας Μεταλήψεως» για να το πλατύνει με υποσημειώσεις. Το βιβλίο μάλιστα «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», που αποτελεί ανθολογία πατερικών κειμένων, είναι έργο του ίδιου του πρώην Κορίνθου αγίου Μακαρίου, ο οποίος το παρέδωσε στον άγιο Νικόδημο, το 1777, «προς πληρεστέραν επεξεργασίαν, συμπλήρωσιν και έκδοσιν», και εξεδόθη το 1782 στην Βενετία. Όλα αυτά έγιναν σ’ αυτό το κελί και με τις συχνές επισκέψεις του Ευθύμιου…

Όταν τελείωσε αυτά τα σημαντικά έργα για το δούλο Ορθόδοξο Γένος, ήλθε στο κελί του Ευθύμιου στην Καψάλα (1778) όπου ἐπιμελήθηκε τό βιβλίο «Παράδεισος» τοῦ Ἁγίου Μελετίου καί τό ἀπάλλαξε ἀπό σφάλματα καί ἀβλεπτήματα, ἀμέσως δέ μετά, ἀφοῦ δέν συνέτρεχε πλέον κανένας λόγος νά τόν κρατᾶ μακριά ἀπό τή Μονή του, ἐπανήλθε στήν Διονυσίου καί ἀνέλαβε ἐκ νέου τά καθήκοντά του. Κυρίως τόν ἀπασχολοῦσε ἡ προσευχή καί ἡ μελέτη καί προσπαθοῦσε μέσῳ αὐτῶν νά προσεγγίσει τό Θεό. Σκέψη καί προσπάθεια νά ὁδεύσει πρός τή Μολδαβία γιά νά παρακολουθήσει διδασκαλία σχετικά μέ τή νοερά προσευχή, πού θά τόν ἔφερνε πιό κοντά στό Θεό, ἐμποδίσθηκε κατά τρόπο θαυμαστό καί μετά ἀπό αὐτό ἔμεινε στόν ἑλλαδικό χῶρο γιά νά συντρέχει μέ τά βιβλία καί τίς συνομιλίες του τόν ὀρθόδοξο ἑλληνικό κόσμο, πού μαστιζόταν ἀπό τήν ἀπαιδευσία, τήν ἄγνοια καί τή δεισιδαιμονία. Βέβαια καί τήν περιοχή τῆς Μολδαβίας στό Δούναβη Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μέ μεγάλες πνευματικές ἀνάγκες τήν κατοικοῦσαν, τήν ὥρα ὅμως αὐτή φαίνεται πώς θά ἧταν περισσότερο χρήσιμη ἡ παρουσία του στό χῶρο τῆς πατρίδας του, ἐκεῖ πού γεννήθηκε, ἀνδρώθηκε, μορφώθηκε κατά Χριστόν, προσῆλθε καί εὐδοκίμησε στίς τάξεις τῶν μοναχῶν, ἀγωνιζόταν γιά τήν τελείωσή του. Ἀφοῦ ὅμως μέ τίς εὐχές τοῦ γέροντος ἡγουμένου καί τῶν συμμοναστῶν του ἐξῆλθε ἀπό τό μοναστήρι τῆς μετανοίας του, τή Μονή Διονυσίου, μέ μόνο σκοπό νά γνωρίσει τή Νοερά Προσευχή, δέν ἀθέτησε τόν πόθο του καί ἔφυγε γιά τήν ἔρημο τῆς Καψάλας- πάντα μέσα στόν χῶρο τοῦ Ἄθωνα- γιά νά ζήσει ἐκεῖ μόνος του ἀσκητικό βίο καί νά ἐπιτύχει ἀνενόχλητος καί ἀπερίσπαστος τίς ἀναβάσεις του πρός τό Θεό.

Στήν Καψάλα ὑποτάχθηκε καί τήρησε τή μοναστική ὑπακοή στό μοναχό Ἀρσένιο, πού τόν εἶχε γνωρίσει γιά πρώτη φορά στή Νάξο, φυγάδα ἀπό τόν Ἄθωνα γιά τίς κολλυβαδικές ἰδέες του καί εἶχε ἰδιαίτερα ἐκτιμήσει τήν ἁγιότητα καί τήν ἠρεμία του. Τοῖς ἐρημικοῖς ζωή μακαρία ἐστι θεϊκῶ ἔρωτι πτερουμένοις διαπίστωνε καί βίωνε καθημερινά. Ὅμως ὑπάρχουν καί ἀνάγκες γιά νά ζήσουν καί γιά νά ἐξασφαλίσουν τά ἀπολύτως ἀπαραίτητα γιά τή συντήρησή τους, ἀντέγραφε καλλιγραφῶν διάφορα χειρόγραφα, πού τοῦ παράγγελναν κάποιες μονές ἤ συνοδεῖες μοναχῶν ἤ καί μοναχοί. Ἡ ἀναστροφή καί ὑποταγή στό γέροντα μοναχό Ἀρσένιο, τόν ὁδήγησε πιό κοντά στίς ἀρχές καί τούς στόχους τῶν Κολλυβάδων ὄχι μόνον αὐτές γιά τίς ὁποῖες διαφοροποιοῦνταν μέ τούς ἄλλους καί δημιουργεῖτο ἡ ἀντιπαλότητα, ἀλλα καί ἐκεῖνες κυρίως πού πρέσβευαν ὡς πρός τή μοναχική πολιτεία καί τήν προσπέλαση πρός τό Θεό, δηλαδή τή νοερά προσευχή, τήν ἄκρα ταπείνωση, τήν ἐξουθένωση τῆς σάρκας, νά ζοῦν γιά τό Χριστό καί μόνον καί νά ποιοῦν τό θέλημά Του.

Ἡ ἀρετή ὅμως ὅταν τήν κατακτᾶ καί τήν σαρκώνει ὁ ὁιοσδήποτε ἄνθρωπος εἶναι φῶς καί μαγνήτης καί ἕλκει πρός αὐτήν κατά θαυμαστό τρόπο τούς ἄλλους, πού δέν μποροῦν νά μήν τήν ἀναγνωρίσουν καί νά ἀντισταθοῦν στήν ἑλκτική της δύναμη. Ἡ ἁγιότητα, πού εἶχε αρχίσει νά χαρακτηρίζει τήν πολιτεία μαζί μέ τήν πανθομολογούμενη σοφία, ἀποτέλεσαν πόλους ἕλξης γιά τούς ἀσκούμενους στό Ὄρος μοναχούς, ἀλλά καί αὐτούς πού ἔρχονταν ἐπισκέπτες προσκυνητές, πού ἄρχισαν νά συρρέουν πρός τό Νικόδημο γιά νά τόν γνωρίσουν, νά ἀκούσουν μερικούς λόγους τού, νά πάρουν τήν συμβουλή τού γιά τά προβλήματα πού τούς ἀπασχολοῦσαν. Ἦταν τότε τριάντα χρονῶν. Αὐτό ἰδιαίτερα τόν ἐνοχλοῦσε καθώς ἐμπόδιζε, ἄν δέν ματαίωνε τό σκοπό γιά τόν ὅποῖο βρισκόταν στήν Καψάλα, δηλαδή τήν ἀπόσπαση ἀπό τήν ἄσκηση, τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τίς μέριμνες τοῦ κόσμου, τούς φιλοθέους στοχασμούς του. Ἐπιδίωκε μέ κάθε τρόπο τή μόνωση, ὄχι μόνο γιά νά οἰκοδομήσει τήν ψυχή του, ἀλλά περισσότερο γιά νά μπορέσει νά φτάσει σέ σημεῖο ὡριμότητας, γιά νά μπορεῖ νά λειτουργεῖ ἀποφασιστικά γιά τήν πνευματική καί ἠθική καλλιέργεια τῶν ὁμογενῶν του τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν. Νά μπορέσει νά ἀνυψωθεῖ σέ σημεῖο πού νά μπορεῖ νά εἶναι διδάσκαλος ἀρετῆς καί σοφίας. Ἔφευγε τόν κόσμο γιά νά μπορεῖ καλλίτερα νά ὑπηρετήσει τόν κόσμο.

Ὁ διακαής πόθος του νά μήν περισπᾶται ἀπό τήν προσευχή καί τή μελέτη ἀπό τό πλῆθος τῶν μοναχῶν καί λαϊκῶν πού συνέρρεαν στό κελλί του, πραγματοποιήθηκε κατά θεία παραχώρηση, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀποφασιστικότητα πού τόν διέκρινε. Αὐτό πού ἀποφασίζει νά ἀναλάβει ἔχει τό χάρισμα νά τό ὁδηγεῖ σέ πέρας μέ τόν κατάλληλο τρόπο, εἷναι ἕνας ἀκαταπόνητος δημιουργός πνευματικῶν καρπῶν.

Ε΄. Στην Σκυροπούλα

Πολλές φορές θελγόταν από τον έρωτα της αναχώρησης και έλεγε: «Πάμε πατέρες μου σε κανένα ερημονήσι για να γλιτώσουμε από τον κόσμο». Έτσι το 1781 (32 ετών), φτάνει με τον γέροντά του στο άνυδρο ερημονήσι της Σκυροπούλας, ἀπέναντι ἀπό τή Σκύρο βόρεια της Εύβοιας. Σύντομα ο γέροντάς του Αρσένιος επέστρεψε στον Άθωνα, ο όσιος όμως παρέμεινε. Ρούχα του έστειλε ο εξάδελφός του, επίσκοπος Ευρίπου Ιερόθεος, από την Κύμη. Καταθέτει ὁ ἴδιος γιά τήν κατάσταση πού ἀντιμετωπίζει στή Σκυροπούλα. Γιά νά ζήσει προσπαθεῖ μόνος νά ὑπηρετήσει τίς ἐλάχιστες ἀνάγκες του μέ τά τίμια χέρια του. Ἔσκαβε, ἔσπειρε, φρόντιζε, συγκόμιζε, ἄλεθε μόνος γιά νά μπορέσει νά φάγει τό ἐλάχιστο σιτάρι ἀναμεμιγμένο με νερό.

Στις τρομερές δυσκολίες της άσκησης ήλθε να προστεθεί η υπερβολική πίεση του Ιερόθεου να συγγράψει  «συμβουλευτικό εγχειρίδιο για Αρχιερείς».

Στο τέλος ταπεινά το αποδέχτηκε, το οποίο έγραψε με σημειώσεις και παραπομπές, όλες από μνήμης! Οι δαίμονες σε αντιπερισπασμό δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί.

 Στ΄. Μεγαλόσχημος

Αυτό τον καιρό μετά από δύο χρόνια φοβερής άσκησης, επέστρεψε στο κελί του παραδέλφου του Ιερομόναχου Ευθύμιου στον Άθωνα. Επιθυμούσε περισσότερες μοναχικές υποχρεώσεις, ζήτησε και πήρε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα από τον γέροντα του Ευθύμιου, Δαμασκηνό Σταυρουδά τον Κολυβά. Ήταν το 1783 (34 ετών).

Με την άδεια του γέροντά του αγόρασε άλλο κελί, στο ύψωμα του Κυριακού Ναού. Σύντομα σε διπλανά κελιά έφτασαν αρκετοί μοναχοί, για να παίρνουν κι αυτοί από τα χαρίσματά του.

Το 1784 δέχτηκε πάλι επίσκεψη του φίλου του Αγίου Μακαρίου για να παραφράσει τα «άπαντα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου». Ο δεινός ερμηνευτής τελείωσε το έργο το 1790 το οποίο καλλιγράφησε και εξέδωσε με προτροπή του ο φίλος του Κολυβάς Ιερομόναχος Διονύσιος Ζαγοραίος το 1790.

Την εποχή αυτή έγραψε το «Εξομολογητάριον» για βοήθεια τόσο των εξομολόγων, όσο και των μοναχών. Αργότερα έγραψε το «Θεοτοκάριο», όπου συμπεριέλαβε  ονομαστών υμνογράφων κανόνες προς την Κυρία Θεοτόκο, σε όλους τους ήχους. Το βιβλίο αυτό κάνει χρήση η Αγία μας εκκλησία.

Έγραψε εδώ και τα εποικοδομητικά του συγγράμματα «Αόρατο πόλεμο» και  «Πνευματικά Γυμνάσματα».

Ζ΄. Νέα σκάνδαλα

Μέχρι την εποχή εκείνη  ζούσε ασκητικά και ειρηνικά. Ήδη η «Φιλοκαλία», ο «Ευεργετινός» και το «περί συνεχούς θείας μεταλήψεως» κυκλοφορούσαν και πολλοί του ομολογούσαν χάριτες για την ωφέλεια που απολάμβαναν. Όμως δεν ήταν δυνατόν να μην περάσει και το καμίνι των μεγάλων πειρασμών, τι άγιος θα ήταν άλλωστε…

Δέκα χρόνια ἔχει στό Ὄρος ὅταν ξεσπᾶ κατακραυγή ἐναντίον του γιά τό ἔργο του «Περί συνεχοῦς θείας Μεταλήψεως» καί οἱ ἰδεολογικά ἀντίπαλοι τῶν Κολλυβάδων τόν κατηγοροῦν ὡς αἱρετικό, ὅτι ἀναταράσσει τή ζωή τῆς ἡσυχίας. Δυστυχῶς πολλοί μοναχοί τότε κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηριών τρεῖς ἤ τέσσαρες φορές τό χρόνο καί τούς ἐνοχλοῦσε ἡ ἀπόλυτα σύμφωνη μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία καί πρακτική ἄποψη τοῦ συμμοναστοῦ τους.

Γιά νά ἐξοντώσουν αὐτόν καί τή διδασκαλία του ἐπινόησαν σωρό ἀπό ἀνυπόστατες κατηγορίες γεμάτες ἀπό κακοήθεια. Εἴκοσι δυό χρόνια ταλαιπωρήθηκε ὁ Ἅγιος ἕως ὅτου ἡ Ἱερἀ Κοινότητα τόν κηρύξει «ὀρθοδοξώτατον καί τῶν δογμάτων τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τρόφιμον», χρόνια γεμάτα ἀπό θλίψεις, καταφρόνηση και διωγμούς, πού δέν στάθηκαν ὅμως ἀρκετά, ὥστε νά κάμψουν τό φρόνημά του.

Κατά τό μακρό αὐτό χρονικό διάστημα, πού φθάνει σχεδόν μέχρι τήν ἐκδημία του, ὁ μοναχός Νικόδημος ὡς ἀληθινός μαθητής τοῦ Κυριοῦ του διατηροῦσε τήν εἰρήνη στην ψυχή του καί τήν ἀγάπη πρός τούς συκοφάντες ἀντίπαλους τῶν ἰδεῶν του, δέν ἐκαμπτετο, οὔτε ὑπέστελλε τόν ἀγώνα του ὑπέρ τῆς προσωπικῆς ἀσκήσεως καί τοῦ φωτισμοῦ τοῦ ὀρθόδοξου Γένους, δέν ἔπαυσε νά ἀσχολεῖται μέ τή συγγραφή καί νά παράγει βιβλία μεστά ἀπό σοφία, καρπούς ἐπίπονου ἔργου.

Παρ’ όλα αυτά ήρεμος και με αγάπη προς τους συκοφάντες του, συνέχιζε το πολλαπλό έργο του. Στην ερημική Καψάλα, στο κελί του Αγίου Βασιλείου, έγραψε την «Χρηστοήθεια» και έκανε διορθώσεις στα «Εγκώμια του Επιτάφιου», κυρίως όμως έκανε συλλογή στα «άπαντα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά», αλλά κάηκαν στο Τυπογραφείο της Βιέννης μαζί με επαναστατικά κείμενα του Ρήγα Φερραίου… Στενοχωρήθηκε πολύ γι’ αυτό .

Έπειτα έκανε την συλλογή και σχολιασμό όλων των Ιερών Κανόνων, που ονομάστηκε «Πηδάλιο της νοητής νηός». Ο λόγιος Αχιμ. από τα Ιωάννινα Θεοδώρητος, που μαζί με τον Ιεροκήρυκα Δωρόθεο του Πατριάρχη Νεόφυτου Ζ΄ (που έδωσε την έγκριση, μετά το ταξίδι του Ιερομονάχου Αγάπιου) πήγαν στη Λειψία για την εκτύπωση, έκανε αλλαγές στα σχόλια τόσο για τα μνημόσυνα, όσο και για τη Συνεχή Θεία Μετάληψη… Και πάλι ο μέγας κανονολόγος έφαγε «μαχαιριά», τώρα από τον «ψευδάδελφο» Θεοδώρητο…

Η΄.  Έργα οικοδομής

Μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στην Καψάλα, κοντά στη θάλασσα, σε νέα καλύβα, του Αγίου Σεργίου. Ήταν τότε 45 ετών, πλήρης από δημιουργική δύναμη. Βρέθηκε εκεί από μοναχούς τόσο απορροφημένος, που ξέχναγε και την μπουκιά στο στόμα του επί ώρες.

Ἐνῶ ἔγραφε καί δίδασκε συνεχῶς αὐτούς πού τόν συναντοῦσαν, πολύ μικρή φροντίδα, ἴσως καμία δέν κατέβαλλε γιά νά τρώγει, νά ενδύεται. Συντηροῦσε τό σῶμα τού μέ ἐλάχιστη τροφή, ἦταν μόνιμα ρακένδυτος καί μόλις ὑποδεδεμένος.

Έγραψε στο κελί αυτό διορθωμένο το «Ευχολόγιο»νέο «Εξομολογητάριο»«Ερμηνεία» στις 14 Επιστολές του απ. Παύλου, στις 7 Καθολικές, στο ψαλτήρι του Ευθύμιου Ζυγαβινού και στη Στιχολογία των εννέα Ωδών, που ονόμασε «Κήπο Χαρίτων».

Ποτέ δεν έμεινε αργός, ούτε άφησε την άσκηση και την αδιάλειπτο, μονολόγιστο και νοερά προσευχή. Ποτέ δεν άφησε την αγάπη του προς το πλήρωμα της Εκκλησίας με τα έργα οικοδομής… Τα έργα αυτά τα είχε τελειώσει μέχρι το 1799 (48 ετών).

Θ΄. Τα τελευταία χρόνια του

Το 1800 βρισκόταν εξόριστος ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, κοντά στον Νικόδημο. Επειδή πολλοί χριστιανοί γινόντουσαν Μωαμεθανοί από την πίεση των Τούρκων, έφταναν απ’ αυτούς αρκετοί στο Άγιο Όρος να συμβουλευτούν τον Πατριάρχη. Αυτός τους έστελνε στη συνέχεια στο Νικόδημο… Ανάμεσα σ’ αυτούς που εμψυχώθηκαν είναι και ο Νεομάρτυρας Κωνσταντίνος ο Υδραίος.

Ὁ νεομάρτυρας Κωνσταντίνος ὁ Ὑδραῖος δέχεται ἀπό τόν ὀστεώδη ρακένδυτο γέροντα τήν κατήχηση, αὐτός τόν ἐμψυχώνει γιά νά βαδίσει θαρραλέος πρός τό μαρτύριο καί κατόπιν θά συγγράψει καί θά μᾶς κληροδοτήσει τό βίο καί τήν ἀκολουθία του. Ἡ σοφία καί ἡ πειθω τῶν λόγων του παράλληλα μέ τήν ἁπλότητα καί τήν ἠθική ἀκτινοβολία σαγηνεύουν ὅλους, ἀκόμα καί ἀλλόδοξους καί αἱρετικούς, θά προσελκύσει στήν Ὀρθοδοξία Ρωμαιοκαθολικούς.

Εκείνη την εποχή είχαν έλθει παπικοί για να συζητήσουν δογματικά ζητήματα στο Άγιο Όρος. Η Ιερά κοινότητα τους έστειλε στον Άγιό μας. Αυτός εμφανίστηκε, όπως πάντα, ρακένδυτος και τσαρουχοφόρος! Αυτοί το πήραν για προσβολή. Δόθηκαν εξηγήσεις και μετά έπαθαν τέτοια ήττα στη συζήτηση που σιώπησαν και τράπηκαν σε άτακτο φυγή…

Ο Νικόδημος έχει φτάσει σε ηλικία 57 ετών (1805) και το χαλκέντερο κορμί του αρχίζει να λυγίζει. Αισθάνεται την ανάγκη κάποιας περιποίησης και πηγαίνει στους Σκουρταίους. Δεν γηροκομείται, αλλά συνεχίζει να ωφελεί. Συντάσσει τώρα τον «Συναξαριστή των 12 μηνών» με υπομονή για 2 χρόνια!

Από λεπτότητα αναχωρεί και πάλι για την Καψάλα, κοντά σε ευλαβή μοναχό. Τότε ξεσπάει και άλλο κύμα επιθέσεων και κατηγοριών, για την συνεχή Θεία μετάληψη! Τότε όμως επενέβη η Ιερά Κοινότητα και προστάτεψε το κύρος του: «ει τις … ανοίγει στόμα και λαλεί κατά του ανωτέρω διδασκάλου κυρ Νικοδήμου αδίκως και συκοφαντοικώς, ούτος προφανώς ελεγθείς, όχι μόνον θέλει παιδευθεί αυστηρώς υπό της κοινής ημών Συνάξεως, οποίας τάξεως και καταλόγου είναι, αλλά και θέλει εξορισθεί τελείως και τον ιερόν τούτον τόπον, ως σκανδαλοποιός».

Αλλά και ο ίδιος αναγκάστηκε να απολογηθεί για την Ορθόδοξη πίστη του ήρεμα…Συνέχισε μάλιστα με διάθεση ψυχής το έργο του με ογκώδη βιβλία, το «Εορτοδρόμιο» και την «Νέα κλίμακα»!

Μεγάλη αδυναμία εξάντληση (1805).

Το 1805, του ήταν απαραίτητο καθημερινά το μαγειρεμένο φαγητό και το κρασί. Παρόλο όμως πού έτρωγε και έπινε, δεν αισθανόταν να ανακτά δύναμη. Αλλά ενόσω ερμήνευε τους «Αναβαθμούς» επιδεινώθηκε η αρρώστια του, πού ήταν αδυναμία και ανορεξία. Ότι και να έτρωγε, δεν αισθανόταν να δυναμώνει το σώμα του, αντίθετα καταβαλλόταν περισσότερο. Έπεσαν τα δόντια του και έχασε λίγο την ακοή του.

Ημιπληγία από υπερκόπωση (1809).

Το 1809  αρρώστησε βαριά .Ότι και να έτρωγε, δεν αισθανόταν να δυναμώνει το σώμα του, αντίθετα καταβαλλόταν περισσότερο. Έπεσαν τα δόντια του και έχασε περισσότερο την ακοή του.Μετά από είκοσι ημέρες περίπου συνήλθε και ολοκληρώνοντας τους «Αναβαθμούς» δόξασε τον Θεό λέγοντας: «Πάρε με, Θεέ μου, διότι βαρέθηκα ετούτο τον κόσμο». Αυτό το λόγο τον έλεγε συχνά, καθώς διαπίστωνε στον εαυτό του μεγάλη αδυναμία. Στις 5 Ιουλίου θέλησε να κάνει περίπατο μέχρι τη Μονή Κουτλουμουσίου, φτάνοντας εκεί τον δέχθηκαν οι πατέρες με χαρά. Μετά τον Εσπερινό του διέθεσαν ένα μουλάρι για να ανέβει στο Κελί, ώστε να μη κουραστεί.  Όταν έφτασε στο Κελί και ξεπέζεψε, πιάστηκε το δεξί του χέρι, την άλλη μέρα πιάστηκε η γλώσσα του. Βρέχοντάς την με νερό μιλούσε, αλλά μετά από λίγο πάλι «πιάνονταν».

«Πεθαίνω… μεταλάβετέ με!»

Αυτές τις τελευταίες ημέρες του έκαναν όλα όσα αρμόζουν πριν την έξοδο του [από την παρούσα ζωή], δηλαδή γενική εξομολόγηση, Ευχέλαιο και καθημερινή μετάδοση των αχράντων Μυστηρίων. Στις 13 του μηνός βάρυνε περισσότερο και στενοχωριόταν. Επειδή δεν μπορούσε να λέει την Ευχή με το νου, κατά τη συνήθειά του, την έλεγε ακουόμενος.

Και διαρκώς επανελάμβανε στους αδελφούς: «Να με συγχωρήσετε, πατέρες μου. Κουράστηκε ο νους μου, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στην Ευχή και γι’ αυτό τη λέω δυνατά.»

Οι αδελφοί στο μεταξύ έμειναν άγρυπνοι όλη τη νύχτα, περιμένοντας την έξοδο του. Συχνά τον πλησίαζαν και τον ρωτούσαν: «Διδάσκαλε, πώς είσαι;» και μιλούσαν για λίγο.

Κατά την έκτη ώρα της νύχτας, μετά την ερώτηση, τους απάντησε: «Πεθαίνω, πεθαίνω, πεθαίνω. Αλλά σας παρακαλώ, να με μεταλάβετε». Αφού ετοιμάσθηκε, κοινώνησε τωναχράντων Μυστηρίων. Ύστερα από λίγη ώρα πήγαν και τον βρήκαν με τα χέρια σταυρωμένα, τα πόδια απλωμένα και τον ερωτούν: «Διδάσκαλε, τι κάνεις; Ησυχάζεις;».

Εκείνος αποκρίθηκε: «Τον Χριστό έβαλα μέσα μου και πώς να μην ησυχάσω;» Συνομίλησε για λίγο και σώπασε.

«Βασίλεψε ο νοητός ήλιος»

Στις 14 Ιουλίου κι ενώ ανέτελε ο αισθητός ήλιος στη γη, βασίλευε ο νοητός ήλιος της Εκκλησίας του Χριστού. Αλλά οι ακτίνες των διδαχών του είναι μαζί μας, μας φωτίζουν και θα φωτίζουν την Εκκλησία.

Ένας ἁπλός τάφος ἔξω ἀπό τό κελλί τῶν ἀγαπημένων του ἀδελφῶν Σκουρταίων δέχθηκε τό ταλαιπωρημένο σῶμα του, μετά ἀπό ἑξήντα χρόνων ἐπίγεια παρουσία.

Λάτρης τοῦ Τυπικοῦ καὶ τῆς Λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας, λάτρης καὶ μιμητῆς τῶν ἁγίων, μέχρι τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς του, ἀδιάκοπα ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, τὸν Ὁποῖο τόσο δυνατὰ ἀγάπησε καὶ εὐηρέστησε.

Εἶναι αὐτὸς ποὺ πρῶτος τονίζει τὴν ἀξία καὶ τὴν σπουδαιότητα τῆς συχνῆς μας συμμετοχῆς στὸ Ἱερὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἔγραψε μάλιστα καὶ εἰδικὰ βιβλία, μὲ τὸν τίτλο «Περὶ συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως». Δέχθηκε τὸ ταξίδι γιὰ τὸν οὐρανὸ πανέτοιμος, μὲ ἤρεμη τὴν συνείδηση ὅτι ἄξια ἀγωνίσθηκε τὸν «καλὸν ἀγώνα». Μὲ τὴν καθημερινή του συμμετοχὴ στὸ σωστικὸ Δεῖπνο τῆς ζωῆς, μὲ τὴν ἔντονη μυστηριακή του ζωή, ποὺ κορυφώθηκε τὶς τελευταῖες μέρες λίγο πρὶν κλείσει τὰ μάτια του, μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, παρέδωσε τὴν ψυχὴ του τὴν ὀσιακὴ στὸν Κύριο, τὴν Τετάρτη 14 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1809, τὶς πρῶτες ὀρθρινὲς ὧρες καὶ σὲ ἡλικία μόλις 60 ἐτῶν, καὶ στὸ κελλὶ τῶν Σκουρταίων, στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Τὴν εἴδηση τῆς κοιμήσεώς του μὲ θλίψη ἔμαθε ὁ ἐκκλησιαστικός, θεολογικός, μοναστικὸς καὶ ὄχι μόνο, κόσμος τῆς ἐποχῆς του. Σημειώνει ὁ χρονογράφος σχετικὰ μὲ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου: «Ἀνατέλλοντος τοῦ αἰσθητοῦ ἡλίου, εἰς τὴν γῆν, ἐβασίλευσεν ὁ νοητὸς ἥλιος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἔλειψεν ὁ πύρινος στύλος, ὁ ὁδηγῶν τὸν νέον Ἰσραὴλ εἰς εὐσέβειαν. Ἐκρύβη ἡ νεφέλη ἡ δροσίζουσα τοὺς τηκομένους τῷ καύσωνι τῶν ἁμαρτιών».

Εἶναι ἀκόμη χαρακτηριστικὴ καὶ ἡ σκέψη τὴν ὁποία ἐξέφρασε τότε ἕνας Χριστιανός. «Πατέρες μου, καλύτερον ἦτο νὰ ἀπέθνησκαν σήμερα χίλιοι χριστιανοὶ καὶ ὄχι ὁ Νικόδημος».

Κατὰ καιρούς, πολλὰ ἐγκώμια γράφτηκαν γιὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο, ὅπως: «Ὑπῆρξε ὁ μέγιστος τῶν μονασάντων ἀπὸ συστάσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους», «Υπήρξε ὁ πάντοτε πενία τρυχόμενος καὶ γιγαντωθεῖς πρὸ τῆς ἀσήμου ἠμῶν γενεάς».

Κατὰ τὸν V. Grumel, «ὑπῆρξε κανονολόγος, λειτουργιολόγος, ἁγιογράφος, δηλαδὴ ἑρμηνευτῆς τῶν Γραφῶν, ἀσκητικὸς συγγραφεύς, ἐκδότης βιβλίων, εἴς τῶν πλέον γονίμων συγγραφέων καὶ ἀναμφιβόλως ὁ πλέον φιλόπονος Μοναχός, παρὰ τοῦ ὁποίου δοξάζεται ἡ ἑλληνικὴ Ἐκκλησία».

Κατὰ τὸν Θ. Σπεράντσον, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὑπῆρξε πρόδρομός της ἐθνικῆς παλιγγενεσίας. Ο Luis Petit γράφει πὼς ὁ Νικόδημος μὲ τὰ βιβλία του ἀντικατέστησε τὸ ζωντανὸ κήρυγμα τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ κ.λπ. Ὁ Ἱερὸς Νικόδημος ἀναμφίβολα ὑπῆρξε ὁ κορυφαῖος ἐκφραστῆς τοῦ ὀσιακοῦ βίου καὶ ἡ θύρα ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Εἶναι ὁ ἐξαίσιος θεολόγος καὶ ὁ ἀσίγαστος διαχρονικὸς διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Γένους. Ἀποτελεῖ δὲ σπανιότατο φαινόμενο συνδυασμοῦ σπανίων θείων χαρισμάτων, ἁγιότητος βίου, ἀσκήσεως καὶ συγγραφικῆς παραγωγῆς. Ὅτι καὶ ὅσα ἂν ποῦμε γιὰ τὴν μορφὴ αὐτὴ δὲν λέμε τίποτα, οὔτε καὶ μποροῦμε νὰ τὴν κλείσουμε στὶς λίγες αὐτὲς γραμμές.

Ὁ ἴδιος, ἐξυμνώντας τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, ἔλεγε: «Ἂν μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπεριλάβει μέσα σὲ ἕνα κουτάλι τὴν θάλασσα, ἄλλο τόσο μπορεῖ καὶ νὰ ἐξυμνήσει τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο». Καὶ ἐμεῖς λοιπὸν ἐπαναλαμβάνουμε τὸ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, καὶ λέμε: «Ἂν μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπεριλάβει μέσα σ’ ἕνα κουτάλι τὴ θάλασσα, ἔτσι μπορεῖ ν’ ἀναφερθεῖ ἐπαρκῶς στὸν Ὅσιο Νικόδημο».

Ἡ Ἐκκλησία μας ἐπάξια ἀπὸ τὸ ἔτος 1955 τὸν κατέταξε στὶς δέλτους τοῦ Ἁγιολογίου της. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Κοιμήσεώς του, στὸ πέρασμα τόσων χρόνων, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ὁ ἄσβεστος καὶ πάμφωτος φάρος, ποὺ φωτίζει καὶ κατευθύνει τὴν πορεία ὅλων μας πρὸς τὴν ἀκύμαντη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἡ αἰώνια πανευτυχία καὶ ἡ ἀληθινὴ δόξα. Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή, μᾶς καλεῖ νὰ κινηθοῦμε, ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου!

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἑορτάζει κατὰ τὴν καθιερωμένη Πανήγυρη τῆς 14ης Ἰουλίου. Ὠσαύτως, ἑορτάζει τὴν πρώτη Κυριακὴ τοῦ Σεπτεμβρίου, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσα προσφάτως Σύναξη τῶν Πέντε Ἁγίων της Παροναξίας, ἡ ὁποία τελεῖται στὸ νεόδμητο Ι. Ναὸ τῶν Ναξίων Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καὶ Νικολάου τοῦ Πλανά, στὴν πόλη τῆς Νάξου. Ἀκόμη, τὴν Τρίτη Κυριακὴ τοῦ Σεπτεμβρίου στὴν Πάρο, ὅπου ἐπίσης τελεῖται ἡ Σύναξη τῶν Ἁγίων.

Οἱ Ἀσματικὲς Ἀκολουθίες τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, οἱ ὁποῖες εὑρίσκονται σὲ λειτουργικὴ χρήση, συντάχθηκαν ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Ὑμνογράφο, Μοναχὸ Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, ἀπὸ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Πατρὼν κ. Νικόδημο, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς Λειμῶνος Λέσβου.

Τα Άπαντα του Αγίου

Είναι ευτύχημα ότι το μέγα —σε ποιότητα και ποσότητα— συγγραφικό έργο του αγίου Νικοδήμου όχι μόνο διασώθηκε σχεδόν στο σύνολο του, αλλά γνώρισε και γνωρίζει σημαντική απήχηση μεταξύ των χριστιανών. Στην εποχή του είχε αναδειχθεί ως ο πολυγραφότερος, μετά την Άλωση της Πόλης (1453), εκκλησιαστικός συγγραφέας και είχε συντελέσει όσον ολίγοι στην πνευματική αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού.

Βιβλία του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη:

1. Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών (στο πρωτότυπο και σε νεοελληνική απόδοση).

2. Ευεργετινός (κείμενο απόδοση).

3. Περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως.

4. Αλφαβηταλφάβητος όσιου Μελετίου Γαλησιώτου.

5. Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, ήτοι περί φυλακής των πέντε αισθήσεων.

6. Αόρατος Πόλεμος.

7. Πνευματικά γυμνάσματα.

8. Άπαντα αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου (πιθανόν όχι δικό του έργο).

9. Χρηστοήθεια.

10. Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου.

11. Συναξαριστής (Βίοι αγίων των 12 Μηναίων, 6 τόμοι).

12. Συναξαριστής Μέγας (14 τόμοι).

13. Νέον εκλόγιον (Βίοι όσιων).

14. Νέον Μαρτυρολόγιον (Συναξαριστής Νεομαρτύρων).

15. Εξομολογητάριον.

16. Ιερόν Πηδάλιον.

17. Ερμηνεία Ψαλτηρίου (3 τόμοι).

18. Ερμηνεία Καθολικών Επιστολών.

19. Ερμηνεία Επιστολών του αποστόλου Παύλου (3 τόμοι).

20. Εορτοδρόμιον (3 τόμοι).

21. Κήπος Χαρίτων.

22. Νέα Κλίμαξ.

23. Θεοτοκάριον.

24. Απάνθισμα λίαν κατανυκτικών ευχών…

25. Ομολογία Πίστεως.

Πρόσφατα άναγνωρίσθηκαν ως έργα του άγιου Νικοδήμου και τά:

26. Επίσκεψις πνευματικού προς ασθενή, και

27. Εξέτασις της συνειδήσεως.

Η συγκαταρίθμηση του Νικοδήμου μεταξύ των Αγίων της Εκκλησίας μας έγινε σχετικά πρόσφατα με την υπ’ αρ. 1717/31.5.1955 Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η μνήμη του άγεται τη 14η Ιουλίου.

Επιμέλεια κειμένου Χώρα Του Αχωρήτου

Πηγές:

https://olympia.gr/2013/07/14/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CE%B2%CE%AF%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF/

http://www.synaxarion.gr/gr/sid/126/sxsaintinfo.aspx

http://www.orthodoxfathers.com/saint/Osios-Nikodimos-Agioreitis, Κωστής Κούκης, από το βιβλίο «ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ: ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΡΙΟΣ, ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ». Αθήνα 2005: Εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ.

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments