«Παναγία μου, εγώ έρημο σου ζητούσα κι εσύ με στέλνεις στον κόσμο;»

Το υπαίθριο αρχονταρίκι της Παναγούδας ήταν γεμάτο. Είχαν πάει σχεδόν συγχρόνως δυο μεγάλες ομάδες και υπήρχε το αδιαχώρητο. Ο Γέροντας έδωσε το κουτί με τα λουκούμια σ’ ένα παιδί να μοιράσει και ο ίδιος γέμιζε τα κύπελλα νερό απ’ το λάστιχο και τα έδινε στον καθένα Μετά το κέρασμα, όλοι κάθισαν γύρω απ’ τον Γέροντα διψώντας ν’ ακούσουν κάποιο λόγο του. Ό Γέροντας δεν έλεγε τίποτα Περίμενε να τον ρωτήσουν εκείνοι.

Μετά από λίγα λεπτά σιωπής, ένας μεσήλικας έθεσε το θέμα:

-Γέροντα, ο Θεός ανατρέπει τα σχέδια των ανθρώπων; Ή πρόνοια του περιορίζει τις πρωτοβουλίες τους;

-Βέβαια ιδίως, όταν οι άνθρωποι ακολουθούν τις εντολές του. Έμενα πολλές φορές μου χάλασε τα σχέδια ο Θεός. και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ενισχύεται ή εμπιστοσύνη μου στην πρόνοια του Θεού. Να σας πω κάτι προσωπικό. Όταν ήμουν στη μονή Φιλόθεου, νέος μοναχός τότε και άπειρος, ήθελα να πάω στην έρημο, σε κάποιο ερημονήσι. Είχα συμφωνήσει ακόμα και με το βαρκάρη, πού θα με πήγαινε. Τελικά ό βαρκάρης δεν φάνηκε. Ήταν οικονομία Θεού.

-Θα μπορούσες, Γέροντα, να ζήσεις σε κάποιο ερημονήσι ολομόναχος; ρώτησε ένας άλλος. 

-Μα το ήθελα αυτό, αλλά ήμουν άπειρος ακόμα και θα πάθαινα μεγάλη ζημιά. Θα με αφάνιζαν οι δαίμονες. Αφού ματαιώθηκε εκείνο το σχέδιο μου, άρχισα να σκέφτομαι τα Κατουνάκια. Ήθελα πολύ ν’ ασκητέψω κοντά στο γέρο Πέτρο, πού ήταν μεγάλος ασκητής. Θυμάμαι, πού το δέρμα του είχε κολλήσει στα κόκαλα απ’ τη μεγάλη στέρηση. Είχε, όμως, τη χάρη, πού του έδινε δύναμη. Ό γέρο Πέτρος δεν είχε κοιλιά. Στη θέση της ήταν μια λακκούβα. Αν καμία φορά τύχαινε να ξεκουμπωθεί το ζωστικό του και να φανεί το στήθος του, μπορούσες να μετρήσεις τα πλευρά του, πού έμοιαζαν με βέργες από ζουλιγμένο καλάθι. Ό ασκητής αυτός είχε κάτι διαφορετικό από τους άλλους ασκητές. Στο πρόσωπο του ήταν ζωγραφισμένη μια θεϊκή γλυκύτητα Εγώ τον παρομοίαζα με την πνευματική κυψέλη, απ’ την οποία ξεχείλιζε το μέλι. Ζούσε ιερές καταστάσεις. Κάποτε μου είχε πει ότι, όταν τον επισκεπτόταν ή θεία χάρη, ή καρδιά του θερμαινόταν γλυκά απ’ την αγάπη του Θεού κι ένα παράξενο φως τον φώτιζε κι εσωτερικά κι εξωτερικά Τότε ζητούσε απ’ το Χριστό να χτυπήσει την καρδιά μου με το κοντάρι της ευσπλαχνίας του. Απ’ τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα κι ένιωθε ότι ήταν κοντά στο Χριστό και σταματούσε ακόμα και την προσευχή. Σ’ αυτόν, λοιπόν, τον ασκητή ήθελα να πάω.

-Τελικά πήγατε, Γέροντα; ρώτησε ένα παιδί απ’ την παρέα, πού είχε συγκινηθεί απ’ όσα είχε ακούσει.

-Κα! αυτό το σχέδιο, ρε λεβέντη, δεν πραγματοποιήθηκε. Αντί να πάω στα Κατουνάκια βρέθηκα στο μοναστήρι του Στομίου της Κόνιτσας. Με ανάγκασε ένα σημαντικό γεγονός, πού μου συνέβηκε. Ένα βράδυ ήμουν στο κελί και προσευχόμουν. Περί τα μεσάνυχτα ξάπλωσα, για να ησυχάσω. Ήμουν αρκετά κουρασμένος. Όταν χτύπησε το σήμαντρο για την ακολουθία, με ξύπνησε, άλλα δεν μπορούσα να σηκωθώ. Μια δύναμη με κρατούσε καθηλωμένο στο κρεβάτι. Έτσι έμεινα μέχρι το μεσημέρι της νέας μέρας. Προσευχόμουν, σκεφτόμουν, αλλά δεν μπορούσα να σηκωθώ. Κατάλαβα ότι κάτι μου συνέβαινε εκ Θεού. Εκεί στο κρεβάτι μου έγινε ή αποκάλυψη. Φανερώθηκαν μπροστά μου, σαν σε τηλεόραση, απ’ τη μια μεριά τα Κατουνάκια και από την άλλη το μοναστήρι του Στομίου. Αμέσως προσήλωσα τα μάτια μου στα Κατουνάκια, τα όποια έβλεπα με πολύ πόθο. Συγχρόνως άκουσα και τη φωνή της Παναγίας, πού μου έλεγε: «Δεν θα πάς στα Κατουνάκια. Θα πάς στο μοναστήρι του Στομίου». Τότε αμέσως είπα: «Παναγία μου, εγώ έρημο σου ζητούσα κι εσύ με στέλνεις στον κόσμο;». Έτσι το 1968 πήγα στην Κόνιτσα και επί τέσσερα χρόνια προσπαθούσα να ανακαινίσω το εγκαταλειμμένο μοναστήρι της Στομιώτισσας.

-Μετά απ’ το Στόμιο, Γέροντα, πήγες στο ερημικό Σινά και συγκεκριμένα στο ασκητήριο της Αγίας Επιστήμης. Εκεί πώς ήταν ή ζωή; ρώτησε ένας άλλος, πού γνώριζε από παλιά τον Γέροντα.

-Ό Μοναχός, όπου και να βρεθεί, το ίδιο περνάει. Ή πρόνοια του Θεού δεν τον εγκαταλείπει. Εκεί στο Σινά ό Θεός ήταν πάντα μαζί μου. Όταν πήγα εκεί, δεν είχα τίποτα βρέθηκα στην έρημο, με αγνώστους ανθρώπους, χωρίς να σκεφτώ τι θα φάω και πώς θα ζήσω. Το ασκητήριο ήταν εγκαταλειμμένο και ακατοίκητο. Το νερό λιγοστό. Εγώ δεν ήξερα και κάποιο εργόχειρο, για να βγάζω το ψωμί μου. Το μόνο εργαλείο, πού είχα ήταν ένα ψαλίδι, το όποιο χώρισα στα δυο κομμάτια και αφού τ’ ακόνισα σε μια πέτρα, άρχισα να φτιάχνω ξυλόγλυπτα εικονάκια Δούλευα πολλές ώρες κι έτσι μπορούσα να ζω, άλλα και τους Βεδουίνους να βοηθάω.

-Μου κάνει εντύπωση, Γέροντα, πού μέσα στη φτώχεια σου, θυμόσουν και τους αλλόθρησκους Βεδουίνους, είπε ένας άλλος επισκέπτης

-Ήταν δυνατό να μη τους βοηθάω; Τους έδινα κάτι, ένα σκουφί, ένα ζευγάρι πέδιλα, λίγα χρήματα και χαίρονταν. Αυτό με παρακινούσε να δουλεύω το εργόχειρο περισσότερες ώρες. Κάποια μέρα, όμως, μου είπε ένας λογισμός:, «Γιατί ήρθα εδώ; Να βοηθάω τους Βεδουίνους ή να προσεύχομαι, για όλο τον κόσμο;». Έτσι λιγόστεψα το εργόχειρο και αύξησα την προσευχή. Ή βοήθεια, όμως, προς τους Βεδουίνους “συνεχίστηκε κανονικά, γιατί ή πρόνοια του Θεού δεν με άφησε.

-Γέροντα, αφού λιγόστεψες το εργόχειρο, πώς βοηθούσες τους Βεδουίνους; ρώτησε ο ίδιος επισκέπτης.

-Ξέρεις π έγινε; Τη μέρα, πού περιόρισα τη δουλειά, για να διαθέτω περισσότερο χρόνο στην προσευχή, ήρθε κάποιος στο ασκητήριο να με δει. Γνώριζε ότι εκεί υπήρχαν οι Βεδουίνοι και τα Βεδουινάκια τους, τους οποίους βοηθούσα. Μου λέει: «Γέροντα, σου έφερα εκατό λίρες, να βοηθάς τα Βεδουινάκια και να δουλεύεις λιγότερο. Να μη βγαίνεις απ’ το πρόγραμμα της προσευχής». Αμέσως σηκώθηκα απ’ τη θέση μου, μπήκα στο κελί και ζήτησα απ’ τον Κύριο να μου πει αν έπρεπε να κρατήσω τα χρήματα. Μου είχε δημιουργηθεί μια τέτοια κατάσταση, πού έκλαιγα. Μετά ευχαρίστησα τον αδελφό, πού είχε γίνει το όργανο της πρόνοιας του Θεού

-Η στέρηση, Γέροντα, τονώνει την εμπιστοσύνη μας στο Θεό; Ρώτησε ένας ακόμα επισκέπτης.

-Βοηθάει πολύ. Βοηθάει και στη δοξολογία του Θεού. Όταν τα έχουμε όλα άφθονα, ξεχνάμε το Θεό. Στο Σινά το νερό ήταν ελάχιστο. ‘Από ένα βράχο έτρεχε σταγόνα – σταγόνα και μάζευα τρία κιλά νερό το εικοσιτετράωρο. Το λίγο αυτό νερό το εκτιμούσα πολύ κι ευχαριστούσα συνέχεια το Θεό, πού μου το έδινε. Μ’ αυτό έκανα όλες τις δουλειές. Έπινα, πλενόμουν, έπλυνα τα ρούχα και κρατούσα λίγο και για τα πουλάκια και τα ποντικάκια, πού με συντρόφευαν. Ένιωθα ευγνωμοσύνη για αυτό το νερό. Αργότερα, όταν ήρθα στο Άγιο Όρος, στη σκήτη των Ιβήρων, άλλαξαν τα πράγματα. εκεί υπήρχε άφθονο νερό. Ή στέρνα ξεχείλιζε. Όμως, έχασα κάτι πολύ σημαντικό. Δεν αισθανόμουν την ανάγκη να ευχαριστήσω το Θεό. Στο Σινά βούρκωναν τα μάτια μου από ευγνωμοσύνη για το λίγο νερό, ενώ στη σκήτη ξεχάστηκα απ’ την αφθονία του νερού.

-Πρέπει, Γέροντα, να έχει κανείς τη χάρη του Θεού, για ν’ αντέξει σε τέτοιες καταστάσεις. Εμείς οι κοσμικοί ευχάριστα ακούμε τα όσα μας λες, αλλά δεν έχουμε καμιά τέτοια εμπειρία, είπε ό μεγαλύτερος της παρέας.

-Να ξέρετε ότι μόνο οι αμαρτίες είναι δικές μας. Ότι καλό κάνουμε, είναι απ’ το Θεό. Αν μας αφήσει ή χάρη του Θεού, τίποτα δεν μπορούμε -να πετύχουμε. Ό, τι είναι το οξυγόνο στη φυσική ζωή, το ίδιο είναι και ή χάρη στην πνευματική ζωή. Αν μας αφαιρεθεί ή χάρη, χανόμαστε. Κάποτε προσευχόμουν κι ένιωθα αγαλλίαση. Ώρες στεκόμουν όρθιος και δεν ένιωθα καθόλου κούραση. Ή προσευχή μου έδινε μια γλυκιά ξεκούραση. Κάποια στιγμή, όμως, μου πέρασε απ’ το νου ένας λογισμός ανθρώπινος. Σκέφτηκα: «Επειδή μου λείπουν δυο πλευρά και κρυώνω εύκολα, ας πάρω ένα σάλι, για να τυλιχτώ, μήπως αργότερα κρυώσω». Αυτό ήταν. Έχασα την ωραία κατάσταση. Σωριάστηκα κάτω κι έμεινα εκεί μίση ώρα Μετά σηκώθηκα και πήγα στο κρεβάτι με δυσκολία όταν προσευχόμουν, ένιωθα σαν ένα πούπουλο. Ήμουν ελαφρύς και γεμάτος αγαλλίαση, πού δεν εκφράζεται. Μόλις, όμως, δέχτηκα το λογισμό, σωριάστηκα κάτω.


Ό Γέροντας σταμάτησε να μιλάει.

Έριξε από μια διαπεραστική ματιά στον καθένα και αστειευόμενος τους είπε:

-Άντε βρε λεβέντες, τώρα να πάτε να προλάβετε κανένα μοναστήρι.

Η πολυπληθείς σύναξη άρχισε να σκορπίζεται. Όλοι ασπάστηκαν το χέρι του Γέροντα και βγήκαν απ’ το σύρμα με φανερό τον ενθουσιασμό κι έκδηλη τη συγκίνηση στα πρόσωπα τους.

Πηγή : http://fathers.pblogs.gr/2009/04/437506.html

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments