Ποιοι είναι οι Άγιοι Φανέντες; Γιατί ονομάστηκαν έτσι; Τι γνωρίζουμε για το βίο τους και τα λείψανα τους; Κυριακή των Αγίων Πάντων

Κεφαλονιά: το μεγαλύτερο νησί του Ιονίου, που προσελκύει τους παραθεριστές με τις απαράμιλλες φυσικές του ομορφιές, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει και στους φιλάγιους επισκέπτες πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς, αφού είναι πλουσιοπάροχα ευλογημένο από τον Θεό. Στο αγιοστόλιστο νησί του Ιονίου η χάρις του Θεού ανέδειξε φωτεινές πνευματικές μορφές, που καταλαμπρύνουν την Ορθόδοξη Εκκλησία και αποτελούν καύχημα και σημείο ευλαβικής αναφοράς για τους κατοίκους του νησιού, αλλά και για τους πολυπληθείς προσκυνητές, που το επισκέπτονται. 

Στις δυτικές ακτές της Κεφαλονιάς έφτασε ως ναυαγός ο Απόστολος των Εθνών Παύλος και κήρυξε στο νησί το Ευαγγέλιο του Χριστού, ενώ το 1555 έφτασε στην Κεφαλονιά ο θαυματουργός προστάτης των Ορθοδόξων και πολιούχος του νησιού, ο Άγιος Γεράσιμος ο Νοταράς (1509 – 1579), του οποίου το ιερό σκήνωμα παραμένει άφθαρτο και θαυματουργεί αδιαλείπτως.

Στο όμορφο Ληξούρι της Κεφαλονιάς γεννήθηκαν και εκοιμήθηκαν οσιακώς ο Όσιος Άνθιμος ο Κουρούκλης (1727 – 1782), ο και επονομαζόμενος τυφλός ιεραπόστολος του Αιγαίου και πολιούχος της νήσου Αστυπαλαίας, και ο ταπεινός ιερέας Άγιος Παναγής ο Μπασιάς (1801 – 1888), που διακρίθηκε για τον ένθεο ζήλο και το διορατικό του χάρισμα. Σημαντική υπήρξε η παρουσία στο νησί του φλογερού ισαποστόλου και διδασκάλου του Γένους, του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού (1714-1779), που έφτασε το 1777 στην Κεφαλονιά και πραγματοποίησε ιεραποστολική περιοδεία στο νησί, αλλά και η καρποφόρα παραμονή του Γενάρχη του Φιλοκαλισμού, του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου (1731 – 1805), που ήρθε στο νησί το 1771 για να προσκυνήσει το χαριτόβρυτο λείψανο του συγγενούς και συντοπίτου του, του Αγίου Γερασίμου, και διέμεινε στο μοναστήρι των Ομαλών συλλέγοντας παραινέσεις και υποδείγματα οσίων Πατέρων. 

Αλλά και κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η αγιοστόλιστη Κεφαλονιά έχει να προσφέρει φωτεινά παραδείγματα ομολογητών και αγωνιστών της πίστεως. Έτσι στο ανατολικό τμήμα του νησιού και συγκεκριμένα στην περιοχή της Σάμης έζησαν και εκοιμήθηκαν οσιακώς οι ομολογητές Άγιοι Γρηγόριος, Θεόδωρος και Λέων, οι οποίοι είναι περισσότερο γνωστοί με την προσωνυμία «Άγιοι Φανέντες», που τους δόθηκε λόγω της θαυματουργικής φανέρωσης των ιερών λειψάνων τους και της ανάδειξής τους από την αφάνεια. 

Η μαρμάρινη λειψανοθήκη με τα λείψανα
των Αγίων Φανέντων στο ναό του
Προφήτου Ζαχαρία στη Βενετία.

Σύμφωνα με τα δύο λατινικά συναξάρια, τα οποία επιβεβαιώνουν τόσο την προφορική παράδοση της Κεφαλονιάς όσο και τα αρχαιολογικά ευρήματα, που υπάρχουν στην περιοχή της Σάμης, οι Άγιοι Γρηγόριος, Θεόδωρος και Λέων κατάγονταν από το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και υπηρετούσαν ως στρατιωτικοί στον αυτοκρατορικό στρατό. Διακρίνονταν για τις πολλές τους αρετές και τη βαθιά τους πίστη στον Θεό. Την εποχή όμως εκείνη βρισκόταν σε μεγάλη εξάπλωση η φοβερή αίρεση του Αρειανισμού και ο αιρετικός αυτοκράτορας Κωνστάντιος εξέδωσε διάταγμα, που όριζε, ότι όλοι οι υπήκοοι του κράτους έπρεπε να ασπασθούν αυτή την ανόσια αίρεση. Τότε οι τρεις Άγιοι φοβούμενοι μήπως και αναγκασθούν να ασπασθούν την αίρεση του Αρείου, εγκατέλειψαν μαζί με άλλους έλληνες στρατιώτες τη Σικελία, όπου βρίσκονταν, και κατέφυγαν στην Κεφαλονιά. Αργότερα προτίμησαν να αποχωριστούν από τους υπόλοιπους στρατιώτες και να αφιερωθούν στον Θεό. Γι’ αυτό και αναζήτησαν κατάλληλο τόπο για άσκηση και προσευχή. 

Μια κοιλάδα, που ονομάζεται Σάμη (Samos κατά τη λατινική γραφή) και βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της Κεφαλονιάς απέναντι από την Ιθάκη, αποτέλεσε τον ιδανικό τόπο για να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους. Στον τόπο αυτό, όπου ανακάλυψαν μέσα σε πυκνό δάσος από χαμηλά δένδρα και θάμνους τα ερείπια ενός μισοκαταστρεμμένου ναού, εγκαταστάθηκαν προσευχόμενοι αδιάλειπτα στον Θεό και αγωνιζόμενοι ως γνήσιοι στρατιώτες Χριστού. Κάποια ημέρα γονάτισαν και προσευχήθηκαν και ύστερα από λίγο παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Πανάγαθο Θεό που τόσο αγαπούσαν. Το θαυμαστό αυτό γεγονός συνέβη στις 24 Αυγούστου. 

Η παλαιά εφέστια εικόνα των Αγίων Φανέντων.
Φιλοτεχνήθηκε το 1654 και φυλάσσεται στον
Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σάμης Κεφαλληνίας.

Τα σώματα των τριών Αγίων έμειναν για πάρα πολλά χρόνια άγνωστα μέχρι που κάποτε κάποιος επιφανής και πλούσιος κάτοικος του νησιού με το όνομα Μιχαήλ έπασχε από μια μορφή λέπρας, την ελεφαντίαση. Ο Μιχαήλ απευθύνθηκε στους γιατρούς, αλλά δεν βρήκε πουθενά θεραπεία. Τότε αποφάσισε να εναποθέσει τις ελπίδες του στον Θεό. Κάποιο βράδυ εμφανίστηκαν σε όραμα στον ύπνο του, τρεις άνδρες με μορφές αγγέλων και του είπαν, ότι θα θεραπευτεί μόνο, εάν βρει τα άταφα σώματά τους. Όταν ο Μιχαήλ ξύπνησε, δεν γνώριζε ούτε τα ονόματα των Αγίων, ούτε και τον τόπο, όπου αυτά βρίσκονταν. Συνάντησε όμως έναν βοσκό, ο οποίος του διηγήθηκε, ότι ακολουθώντας έναν χοίρο, που είχε απομακρυνθεί από το υπόλοιπο κοπάδι, μπήκε σ’ ένα πυκνό δάσος και αντίκρισε τρία άταφα και άφθορα σώματα, από τα οποία αναδίδονταν μια υπέροχη ευωδία. Τότε ο Μιχαήλ κατάλαβε, ότι πρόκειται για τους τρεις Αγίους, που είχε δει στον ύπνο του και με οδηγό τον βοσκό κατευθύνθηκε με το άλογό του προς το δάσος, όπου βρίσκονταν τα τρία ιερά λείψανα μέσα σε άπλετο φως. Αφού προσευχήθηκε και παρεκάλεσε με δάκρυα τους τρεις Αγίους, η λέπρα εξαφανίστηκε αμέσως. 

 Μερική άποψη της Ιεράς Μονής Αγίων Φανέντων

Στον τόπο της θαυματουργικής ανεύρεσης των ιερών λειψάνων ανεγέρθηκε αργότερα με δική του δαπάνη ιερά μονή προς τιμήν των τριών Αγίων, η οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην κοινωνική και πνευματική ζωή του νησιού και αποτέλεσε για αιώνες το κέντρο της τιμητικής προσκύνησης των τριών Αγίων. 

Άποψη της Ιεράς Μονής των Αγίων Φανέντων
σε γκραβούρα του 1813

Η μονή των Αγίων Φανέντων είναι κτισμένη στην κορυφή της νότιας ακροπόλεως της αρχαίας Σάμης και σε υψόμετρο 226μ. Η ίδρυσή της χρονολογείται πριν το 1264 και τα σωζόμενα ερείπια ανάγονται στη μεταβυζαντινή εποχή. Μετά την κατάληψη της Κεφαλονιάς από τους Νορμανδούς το 1185 άρχισε η βαθμιαία παρακμή της μονής, που οφείλεται και στην αρπαγή των ιερών λειψάνων των Αγίων από τους Ενετούς και τη μεταφορά τους στη Βενετία, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα στον μεγαλοπρεπή ναό του Προφήτου Ζαχαρία. Στα τέλη του 15ου αιώνα έχουμε την επανασύσταση της μονής, η οποία μέχρι και τον 18° αιώνα ακτινοβολεί προσελκύοντας πολλούς μοναχούς, προσκυνητές, αλλά και ξένους περιηγητές. 

 

Η θρησκευτική πολιτική των Άγγλων στα Επτάνησα οδήγησε στις αρχές του 19ου αιώνα στην ερήμωση της μονής, η οποία ολοκληρώθηκε με τους σεισμούς του 1953, που κατερείπωσαν το ιστορικό μοναστήρι. Από το τέμπλο του καθολικού της ιστορικής μονής διασώθηκε η παλαιά εφέστια εικόνα των τριών Αγίων, που χρονολογείται το 1654 και φυλάσσεται σήμερα στον περικαλλή ιερό ενοριακό ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σάμης. Δίπλα στα ερείπια της μονής ανεγέρθηκε αργότερα παρεκκλήσιο, όπου κάθε χρόνο την Κυριακή των Αγίων Πάντων εορτάζεται πανηγυρικά η μνήμη των τριών ομολογητών και παλαιότερων Αγίων της Κεφαλονιάς. 

Η λειψανοθήκη με τα ιερά λείψανα των Αγίων
που επέστρεψαν στην Κεφαλλονιά.

Κορυφαίο πνευματικό γεγονός στην εκκλησιαστική ιστορία της Κεφαλονιάς και στη λατρευτική τιμή των Αγίων Φανέντων αποτελεί η επιστροφή μέρους των ιερών λειψάνων και των τριών Αγίων στη Σάμη στις 2 Μαΐου 2009. Ήδη από το έτος 2004 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κεφαλληνίας κ. Σπυρίδων προέβη σε συντονισμένες κινήσεις προς τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία για να επιτραπεί η επιστημονική εξέταση του περιεχομένου της λάρνακας με τα ιερά λείψανα των Αγίων στον ναό του Προφήτου Ζαχαρία στη Βενετία. Παράλληλα υπέβαλε και το σχετικό αίτημα επιστροφής των ιερών λειψάνων των Αγίων στην Κεφαλονιά. Στις 30 Ιανουαρίου 2009 και αφού προηγήθηκε η τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα, η οποία διαπίστωσε ότι τα ιερά λείψανα ανήκουν στους Αγίους Γρηγόριο, Θεόδωρο και Λέοντα, ο Καρδινάλιος της Βενετίας δώρισε στην Ιερά Μητρόπολη Κεφαλληνίας μικρό μέρος των ιερών λειψάνων και των τριών ομολογητών Αγίων. Τα ιερά λείψανα φιλοξενήθηκαν επί τρεις μήνες στην ενορία του Αγίου Γεωργίου Καβουρίου Αττικής της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, όπου έχει καθιερωθεί κατ’ έτος πανηγυρικός εορτασμός της μνήμης τους την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Η επιστροφή και υποδοχή των ιερών αυτών λειψάνων στη Σάμη της Κεφαλονιάς πραγματοποιήθηκε με κάθε επισημότητα και με την πρέπουσα εκκλησιαστική τάξη το Σάββατο των Μυροφόρων 2 Μαΐου 2009 παρουσία των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Κεφαλληνίας κ. Σπυρίδωνος, Λαρίσης κ. Ιγνατίου, Καστορίας κ. Σεραφείμ, Σύρου κ. Δωροθέου, Γλυφάδας κ. Παύλου και Λέρου κ. Παϊσίου, αλλά και με τη συμμετοχή πλήθους χριστιανών. Τα ιερά λείψανα των τριών ομολογητών Αγίων, οι οποίοι είναι και οι παλαιότεροι άγιοι στην εκκλησιαστική ιστορία της Κεφαλληνίας, κατατέθηκαν ως πολύτιμος πνευματικός θησαυρός προς ευλογία των κατοίκων και των ευλαβών προσκυνητών του νησιού, στον περικαλλή ιερό ενοριακό ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σάμης, όπου φυλάσσεται και η παλαιά εφέστια εικόνα των Αγίων, η οποία και αποδίδει αριστουργηματικά τις μορφές τους. 

Το περίτεχνο ξυλόγλυπτο κουβούκλιο
με την ασημένια λειψανοθήκη των
Αγίων Φανέντων στο Ιερό Ναό
Κοιμήσεως Θεοτόκου Σάμης


Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 

Εκπαιδευτικός 

Βιβλιογραφία 

Αντζουλάτου Γεωργίου Φ., Πρωτοπρεσβυτέρου, Οι Άγιοι Φανέντες – Οι ομολογητές άγιοι της Κεφαλονιάς Γρηγόριος – Θεόδωρος – Λέων, Εκδοτικός Οίκος Π. Κυριακίδη Α.Ε., Αθήναι 2005. 

Αντζουλάτου Γεωργίου Φ., Πρωτοπρεσβυτέρου, Δύο συναξάρια του 14ου αιώνα αναφέρονται στην Κεφαλονιά, Περιοδικό «Κυμοθόη», τεύχος 14-15, Αργοστόλι, Σεπτέμβριος 2005. 

Αντζουλάτου Γεωργίου Φ., Πρωτοπρεσβυτέρου, Άγιοι της Κεφαλονιάς στη Βενετία, Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι 2005. 

Αντζουλάτου Γεωργίου Φ., Πρωτοπρεσβυτέρου,Οι προφορικές περί των Αγίων Φανέντων παραδόσεις και η τεκμηρίωσή τους, Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι 2008. 

Ασματική Ακολουθία των εν Κεφαλληνία Αγίων Φανέντων Γρηγορίου, Θεοδώρου και Λέοντος, Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας, Αργοστόλι 2007. 

Υμνολογήματα Αγίων Φανέντων, Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, Αθήναι 2010.

Πηγή: http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/2013/07/blog-post_3401.html

Φορητή εικόνα των Αγίων Γρηγορίου, 
Θεοδώρου και Λέοντος δια χειρός 
Χριστίνας Παπαθέου-Δουληγέρη

Ασματική Ακολουθία Αγίων Φανέντων Κεφαλληνίας 

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, ΘEΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΩΝ ΕΝ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ ΦΑΝΕΝΤΩΝ (Γεωργίου Ἀντζουλάτου, Ι. Μ. Κεφαλληνίας, Ἀργοστόλιον 2007)

Εἰσαγωγικὰ περὶ τοῦ βίου καὶ τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Φανέντων  

Ἡ ψηλάφηση τῆς ἱστορικῆς διαδρομῆς τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀποτελεῖ για κάθε πιστό, σημεῖο πραγματικῆς ψυχικῆς ὠφελείας καὶ συντελεῖ οὐσιαστικὰ στο μυστήριο τῆς σωτηρίας μας. Ἐμεὶς οἱ χοϊκοί, ποὺ ἀπαρτίζουμε τὴν στρατευομένη Ἐκκλησία, προσεγγίζουμε μὲ δέος καὶ ἀπέραντο σεβασμὸ τὴν ἐπίγεια πορεία Αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἐχαρίτωσε καὶ ἐθεσε ὡς πρότυπὰ μας. 

Μεταξὺ τῶν μυριάδων Ἁγίων Του, συγκαταλέγονται καὶ τρεῖς Ἅγιοι τοῦ 4ου μ.Χ. αἱ., ἀπὸ τοὺς λιγότερο γνωστοὺς στο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, οἱ συνασκητὲς Γρηγόριος, Θεόδωρος καὶ Λέων. Ὁ βίος τους, ξεχασμένος κατ᾿ ἐπανάληψιν καὶ για μεγάλα χρονικὰ διαστήματα, προβάλλει πάλι στις μέρες μας διδακτικὸς καὶ οὐρανοδρόμος, φωτίζοντας μὲ τὸ μεστὸ σε ὀρθοπραξία περιεχόμενό του, τὴν ὀμιχλώδη καὶ ἀπατηλὴ ἐγωκεντρικὴ θεωρήση τοῦ κόσμου, ἀπελευθερώνοντας τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδία πρὸς τὴν μοναδικὴ Ἀλήθεια τῆς ζωῆς, ποῦ εἶναι ὁ γλυκύτατος καὶ περιπόθητος Χριστὸς μας.    Σύμφωνα μὲ τὸ συναξάρι τους, οἱ Ἅγιοι Γρηγόριος, Θεόδωρος καὶ Λέων, κατάγονταν ἀπὸ τὸ Ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἦταν στρατιωτικοὶ καὶ ὑπηρετοῦσαν στον αὐτοκρατορικὸ στρατό. Μὲ τὴν καρδία τους νὰ εἶναι προσηλωμένη στο Θεό, διακρίνονταν γιὰ τίς πολλὲς ἀρετὲς τούς.

Ὅταν στα χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Κωνστάντιου (337-361) ἐκδόθηκε διάταγμα, ποῦ ὁρίζε πῶς ὅλοι οἱ ὑπήκοοι τοῦ κράτους ὄφειλαν νὰ ἀσπασθοῦν τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, οἱ τρεῖς Ἅγιοι φοβήθηκαν μήπως ἐξαναγκασθοῦν στὴν αἱρετικὴ κακοδοξία. Διέφυγαν ἔτσι ἀπὸ ταὴν Σικελία, ὅπου τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στρατοπέδευαν, καὶ μαζὶ μὲ ἄλλους Ἕλληνες στρατιῶτες ἔφθασαν στὴν Κεφαλλονιά. 

Παραμένοντας ἀκλόνητοι στὴν πιστή τους, ὅταν ἐμαθαν ὅτι τελικὰ τὸ διάταγμα τέθηκε σε ἰσχὺ καὶ στον τόπο ὅπου μέχρι πρότινος ὑπηρετοῦσαν, τοὺς κατέλαβε τρόμος. Ἐνῶ λοιπὸν ὑπῆρχε ἡ σκέψη νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ἰταλία, αὐτοὶ ἀποφάσισαν νὰ ἐγκαταλείψουν ὁριστικὰ τὸ στράτευμα καὶ ἀφοῦ ἀποχωρίσθηκαν ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους συστρατιῶτές τους, ἔμειναν στο νησί, ὅπου εἶχαν καταπλεύσει. Ὁ Γρηγόριος ἠταν τότε ἡλικιωμένος μὲ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ γεμάτος σοφία, ὁ Θεόδωρος εἶχε ἡλικία περίπου τριάντα ἐτῶν, ἐνῶ ὁ Λέων ἔλαμπε μέσα στὴ νιότη του. 

Ὅταν ἀποβιβάστηκαν ἀπὸ τὸ πλοῖο, ἀρχισαν νὰ ἐξερευνοῦν τὴν κοιλάδα ποὺ βρίσκεται στο ἀνατολικὸ μέρος τῆς Κεφαλονιᾶς καὶ ὀνομάζεται Σάμη, δίπλα στο νησὶ τῆς Ἰθάκης. Καθὼς περπατοῦσαν διερευνητικὰ στὴν κοιλάδα τῆς Σάμης, επεσήμαναν μια λόχμη, δηλαδὴ κάποιο μικρὸ ἀλλὰ πολὺ πυκνὸ δάσος ἀπὸ χαμηλὰ δένδρα καὶ θάμνους, που επέλεξαν γιὰ καταφύγιό τους. Γεμάτοι ἀπὸ χαρά, παρεκάλεσαν τὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἀξιώσει νὰ ζήσουν ἐκεῖ γιὰ τὸ ὑπολοιπο τοῦ βίου τους. 

Πράγματι στον τόπο αὐτό, κατοίκησαν μὲ τρόπο ἀσκητικό, ὡς στρατιῶτες Χριστοῦ, μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς τους: ἀφοῦ γονάτισαν, προσευχήθηκαν μαζὶ καὶ στὴ συνέχεια παρέδωσαν στον οὐρανὸ τίς πανάγιες ψυχές τους.

Τὰ ἔνδοξα σώματά τους, ἠταν γιὰ παρὰ πολλὰ χρόνια ἄγνωστα σε ὅλους, ὥσπου φανερώθηκαν ὡς ἑξῆς: Κατοικοῦσε κάποτε στο νησί, ἐνας πλούσιος καὶ ἐξέχων πολίτης, ὁ Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπὸ μία μορφὴ λέπρας. Ἂν καὶ εἶχε δαπανήσει μεγάλο μέρος τῆς περιουσίας του στους ἰατρούς, ἐπειδὴ δεν αἰσθανόταν καμία βελτίωση στὴν ὑγεία του, ἐναπέθεσε τίς ἐλπίδες του στο Θεό. Κάποιο βράδυ παρουσιάσθηκαν στον ὕπνο του τρεῖς ἄνδρες μὲ ἀγγελικὴ μορφή, λέγοντάς του, πὼς θὰ θεραπευθεῖ μόνο ἐὰν βρεῖ τὰ σώματά τους, ποῦ παρέμεναν ἄταφα καὶ ἐκτεθειμένα.

Μόλις ξημέρωσε καὶ ἐνῶ ἐβγαινε πρὸς ἀναζήτηση τούς, ἕνας βοσκὸς ἔφθασε τρέχοντας καὶ τοῦ διηγήθηκε, πῶς καθὼς ἔβοσκε τοὺς χοίρους, ἐνας ἀπ αὐτοὺς ξεφύγε ἀπὸ τὸ κοπάδι καὶ ἀπομακρυνόταν διαρκῶς. Στὴν ἀγωνία του μήπως τὸν χάσει, τὸν ἀκολούθησε μέχρις ὅτου εἰσχώρησε καὶ ὁ ἴδιος σε πυκνὸ δάσος θάμνων, ὅπου ὑπῆρχε ἕνας μισογκρεμισμένος ναός. Ἐκεῖ, ἀντίκρισε τρία ἄταφα σώματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀναδιδόταν μία ὑπέροχη εὐωδία.

Ἀκούγοντας ὁ Μιχαήλ, κατάλαβε ὅτι πρόκειται γιὰ τοὺς Ἁγίους ποῦ εἰχαν ἐμφανισθεῖ σ᾿ αὐτὸν ταὴν νύκτα. Ἔτσι δίχως καθυστέρηση ἀνέβηκε στο ἄλογό του καὶ μὲ γρήγορο καλπασμὸ ἔσπευσε στὴ Σάμη. Ἀφοῦ ξεπέζεψε, προχώρησε μέχρι τὸ πυκνοδασωμένο σημεῖο, ὅπου κείτονταν τὰ τρία ἱερὰ λείψανα φεγγοβολώντας. Παρακαλώντας μὲ δάκρυα τοὺς Ἁγίους γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ἀσθένείας του, μὲ μιᾶς, ἡ λέπρα ἐξαφανίσθηκε. Ἐκφράζοντας τὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ πρὸς τοὺς τρεῖς Ἁγίους ὅταν ἐπέστρεψε στὸ σπίτι τοῦ ἐντελῶς ὑγιής, διέταξε τοὺς ὑπηρέτες τοῦ νὰ καθαρίσουν τὸν τόπο, στὴ συνέχεια δέ, ἵδρυσε ἐκεῖ Μονὴ πρὸς τιμὴν τούς.  

Μετὰ τὴν ἀνεύρεση τῶν Ἱερῶν σκηνωμάτων (ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ προῆλθε καὶ ἡ ὀνομασία Ἅγιοι Φανέντες), οἱ Ἅγιοι φανερώθηκαν καὶ πάλι στὸν πλούσιο ἄρχοντα, ἀποκαλύπτοντας τὰ ὀνόματά τους καὶ ἐξιστορώντας ἀναλυτικὰ τὴν ἐπίγεια διαδρομή τους. Ἐκεῖνος τὰ κατέγραψε συστηματικά, συνθέτοντας τὸ πρῶτο συναξάρι τους. 

Τὴν καταγραφὴ τοῦ βίου τῶν Ἁγίων Φανέντων ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ στὴν ἀρχικὴ τῆς μορφή, δεν γνωρίζουμε μὲ ἀκρίβεια. Διατηρήθηκε ὅμως σὲ λατινικὸ συναξάρι τοῦ 14ου αἱ. (ἀπὸ τὸ ὁποιο παρατέθηκε ἡ περίληψη ποῦ προηγήθηκε) γραμμένο ἀπὸ Δομηνικανὸ μοναχό (+1348), ποῦ σῴζεται σὲ τρία μόνο χειρόγραφα: στὴ Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοὺ στὴ Ῥώμη, στὴν Ἐθνικὴ Μαρκιανὴ Βιβλιοθήκη τῆς Βενετίας καὶ στὴ Βιβλιοθήκη τοῦ Καθεδρικοὺ Ναοῦ τῆς Ὑόρκης στὴν Ἀγγλία (Δύο συναξάρια τοῦ 14ου αἰῶνα ἀναφέρονται στὴν Κεφαλονιά, περ. Κυμοθόη, τεύχ. 14-15, Ἀργοστόλι 2005, σσ. 77-105). 

Τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν τριῶν Ἁγίων, μετὰ ἀπὸ τὴν εὕρεση τους φυλάσσονταν στὴν πρὸς τιμὴν τοὺς καθιερωμένη μονή, τὴν παλαιὰ καὶ σπουδαία Μονὴ τῶν Ἁγίων Φανέντων, μέχρι τὴν περίοδο τῆς Φραγκοκρατίας, ὁπότε, σύμφωνα μὲ τὸν ζωντανὸ προφορικὸ λόγο τῆς Κεφαλονιὰς, Λατῖνοι ἅρπαγες τὰ πήραν ἀπὸ τὴν Σάμη καὶ τὰ φυγάδευσαν πρὸς Βοῤῥά, ἴσως πρὸς τὴν Ἰταλία. Ὅμως χάθηκαν παντοτινά, ὅταν τὸ πλοῖο ποὺ τὰ μετέφερε, βυθίστηκε κοντὰ σὲ ἀκτὴ τοῦ Φισκάρδου καὶ αὐτὰ καταποντίστηκαν στο βυθὸ τῆς θαλάσσας (Οἱ προφορικες παραδόσεις περὶ τῶν Ἁγίων Φανέντων καὶ ἡ τεκμηρίωσή τους, Πρακτικὰ Συνεδρίου γιὰ ταὴν Λαογραφία καὶ τὴν Ἐθνογραφία στὰ Ἑπτάνησα, Κεφαλονιὰ 2005, στο τυπογραφεῖο). Κατόπιν συνεκτιμήσεων διαφόρων στοιχείων, εἶχε γραφεῖ παλαιοτέρα πῶς αὐτὴ ἡ διηγήση περὶ καταποντισμοῦ, φέρει τὰ στοιχεῖα μιᾶς παράδοσης-θρύλου, ποὺ πλάσθηκε ἀπὸ τὸ λαὸ γιὰ νὰ ἀνακουφίζεται μὲ τὴν παρηγορητικὴ ἑρμηνεία, πῶς τὰ Ἅγια λείψανα παρέμειναν γιὰ πάντα ἀσύλητος θησαυρὸς στὸν θαλάσσιο πυθμένα τῶν ὑδάτων τῆς Κεφαλονιὰς (Οἱ φανέντες ἅγιοι μάρτυρες στὴν Κεφαλονιὰ Γρηγόριος, Θεοδωρος καὶ Λέων, Κεφαλληνιακὰ Χρονικά, τόμ. 8, Ἀργοστόλι 1999, σσ. 186-187). 

Ἡ ἔρευνα τῶν Βενετσιάνικων Ἀρχείων, ἡ μελέτη τῆς πλούσιας βιβλιογραφίας, ἀλλὰ καὶ ἡ αὐτοψία στὴ φημισμένη πολιτεία τῆς Ἀδριατικῆς ἔδειξαν, πῶς στὴ Βενετία εἰχαν φθάσει ὄχι μόνο τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων Γρηγορίου καὶ Θεοδώρου, ἀλλὰ καί, ἐνωρίτερα, τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Λέοντος: ἐντοπίζονται στὸ ναὸ τοῦ Προφήτη Ζαχαρία, ἑνὸς μεγαλοπρεποῦς οἰκοδομήματος πολὺ κοντὰ στὴ Βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου. Μετὰ τὴν πτώση τῆς Γαληνότατης καὶ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν Ναπολεόνειων Διαταγμάτων , οἱ πληροφορίες γιὰ τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν τριῶν ἁγίων παραδίδονται συγκεχυμένες καὶ χρήζουν ἰδιαίτερης ἐρευνᾷς (Ἅγιοι τῆς Κεφαλονιὰς στὴ Βενετία, Κεφαλληνιακὰ Χρονικά, τόμ. 10, Ἀργοστόλι 2005, σσ. 435-457).

Ἀκολουθοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ Τυπικοῦ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς Ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, εἰ αὕτη τύχη τῇ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων (περίπτωσις ΙΑ´, παράγραφοι 25, 27).

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ 

Μετὰ τὸν Προοιμιακόν, τὸ α΄ Κάθισμα τοῦ Ψαλτηρίου. Εἰς δὲ τὸ Κύριε ἐκέκραξα, ἱστῶμεν στίχους ι΄ καὶ ψάλλομεν Ἀναστάσιμα τοῦ πλ. δ´ εἰς δ´, τῶν Ἁγίων Πάντων γ΄ καὶ τῶν Ἁγίων Φανέντων   

Στιχηρὰ Προσόμοια γ´.  Ἦχος δ´. Ὡς γενναῖον ἐν Μάρτυσιν. 

Ὡς χρυσὸς καὶ ἀδάμαντες, ἐκ τῆς λήθης ἐφάνησαν, τοῦ Θεοῦ κοσμήματα εἰς γῆν ἅπασαν, τὰ χαριτόβρυτα λείψανα, Χριστοῦ παρατάξεως, ὁμοδόξων ὁπλιτῶν, Γρηγορίου καὶ Λέοντος, Θεοδώρου τε· διὸ ὕμνοις γεραίρομεν προφρόνως, καὶ λαμπρῶς ἐπιτελοῦμεν, τὴν ἱερὰν αὐτῶν σύναξιν.  

Τὸν Γρηγόριον ἅπαντες, καὶ Θεοδῶρον σήμερον, σὺν κλεινῷ τῷ Λέοντι εὐφημήσωμεν, τοὺς ἀριστέας τῆς πίστεως, τὰ ἄνθη τὰ εὔοσμα, εὐωδίας θεϊκῆς, θαυμαστῶς ἐξανθήσαντα, δόξης ἔμπλεα· ὑμνωδίαις ἀπαύστοις ἀνυμνοῦντες, τὴν τρισάριθμον χορείαν, ἣν ὁ Θεὸς ἐφανέρωσεν.  

Ὡς φωστῆρες ὑπέρλαμπροι, καὶ φωτὸς χρυσαυγέστεροι, Ἐκκλησίαν ἅπασαν κατηυγάσατε, ὅτε ὑμῶν τὰ σκηνώματα, ἐξ οἴκου ἀνέτειλαν, εὐκτήριου τηλαυγῶς, Κεφαλλήνων ἀγλάϊσμα, πανσεβάσμιοι ἐπιγείους τιμῶμεν οὖν ἀγῶνας, οὐρανίους τε στεφάνους, ἐξεστηκότες θαυμάζομεν. 

Δόξα. Τῶν Ἁγίων Πάντων, Ἦχος πλ. β´. 

Μαρτύρων θεῖος χορός, βουλῇ τῇ θείᾳ πειθαρχήσας…

 Καὶ νῦν. Τὸ Θεοτοκίον. Ἦχος πλ. δ´. 

Ὁ Βασιλεὺς τῶν οὐρανῶν διὰ φιλανθρωπίαν… 

Εἴσοδος, Φῶς Ἱλαρὸν καὶ τὸ Προκείμενον. 

Εἶτα τὰ ἀναγνώσματα τῶν Ἁγίων Πάντων.  

Προφητείας Ἠσαΐου. (Κεφ. ΜΓ´ 9-14)  

Τάδε λέγει Κύριος· Πάντα τὰ ἔθνη συνήχθησαν ἅμα… 

Σοφίας Σολομῶντος. (Κεφ. Γ´ 1-9)  

Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος… 

Σοφίας Σολομῶντος. (Κεφ. Ε´ 16-ΣΤ 3)  

Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν… 

Εἰς τὴν Λιτήν, Ἰδιόμελα. Ἦχος α´. 

Ἀγάλλου ἐν Κυρίῳ νῆσος Κεφαλλήνων, ἐπὶ τῇ μνήμῃ σήμερον φαεινότατων ἀθλητῶν· Γρηγόριος γάρ, Θεοδωρος καὶ Λέων, ἑπόμενοι τοῖς λόγοις τοῦ Εὐαγγελίου, ἠρνήσαντο ἐπίγειον στράτευμα καὶ κακόδοξον δόγμα, πηξάμενοι θεμέλια ὀρθοδοξίας καὶ Χριστοῦ ὁμολογίας. Τούτους οὖν κατέχοντες ὡς πίστεως κανόνας, ἱκετεύσωμεν τῷ Θεῷ δοθῆναι ἡμῖν εἰρήνην καὶ ψυχῶν τὴν λύτρωσιν.   

ἮΧΟΣ Β´.

Ἐξελαμψεν ἡμῖν ὡς ἀστέρων χορός, ἡ τῶν ἀθλοφόρων τριὰς ἡ θαυμάσιος· δεῦτε οὖν πάντες εὐωχηθῶμεν καὶ Θεῷ τῷ κραταιῷ, ὑμνῳδίας προσάξωμεν. Αὐτῷ γὰρ ὑπηρετοῦντες ἐν πόθῳ, τὸν Κωνστάντιον κατῄσχυναν, στρατείαν ἐγκόσμιον λιπόντες· φωτὶ τρισηλίῳ ἠκολουθηκότες, σκότος Ἀρείου ἐνίκησαν καὶ λαμπρῶς τῷ κόσμῳ ἐδείχθησαν, εἰς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.     

Ἦχος δ´. 

Τῶν τοῦ Χριστοῦ ἐργατῶν, Γρηγορίου, Θεοδώρου καὶ Λέοντος, ὁ βίος ἅπας ἐξήστραπτεν, ἀρεταῖς καὶ θείᾳ χάριτι. Πίστεως χαλκεῦσιν μὴ δεξάμενοι, τῷ Χριστῷ ὁμολογοῦντες, διάβολον ἐνίκησαν. Ἐνδυσάμενοι γὰρ πανοπλίαν Κυρίου, πνευματικὴν πορείαν διήνυσαν. Ὅθεν αὐτοὺς ἱκετεύσωμεν, πρεσβείαν ποιεῖν τῷ Δεσπότῃ Χριστῷ, δοθῆναι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος. 

ἮΧΟΣ ΒΑΡΎΣ. 

Τοῦ Παραδείσου οἰκισταὶ γεγονότες, τοὺς ἐπὶ γῆς οὐκ ἔλιπον, οἱ πανθαύμαστοι τρισόλβιοι Φανέντες· ὑπὲρ πιστῶν γὰρ εὐπροσδέκτους προσευχὰς τῷ Θεῷ ἀεὶ προσάγουσιν. Δεῦτε οὖν φιλέορτοι πάντες, ἱκετεύσωμεν τούτους μετὰ πίστεως ζεούσης, ὅπως πρεσβεύωσι διηνεκῶς τῷ φιλευσπλάγχνῳ Λυτρωτῇ, ἵνα τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῖν παράσχῃ καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν δωρήσῃ τῆς ἐπουρανίου Βασιλείας τὴν ἀπόλαυσιν.

 Δόξα. Ἦχος α´. 

Ἀρχαίοις τοῖς χρόνοις, προνοίᾳ ἰδίᾳ, ἡ Τρισήλιος Ἁγία Μονάς, Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος Παναγίου, Κεφαλλήνων νῆσον κατηύγασεν. Τοῦ φωτισμοῦ δὲ τούτου ταῖς ἀκτῖσι, πίστει τε ἠκολούθησεν καὶ ἔργῳ χορὸς πανευφήμων ὁμολογητῶν, Γρηγορίου, Θεοδώρου καὶ Λέοντος. Ἐπὶ δὲ τῶν θεμελίων μαρτυρίας, ὁσίων πατέρων τριὰς θεοφόρος, Γερασίμου, Ἀνθίμου καὶ Παἱσίου, βίῳ ἤσκησεν ἀθλητικῷ τῷ πνεύματι. Τὰς τρεῖς δὲ ταύτας τριάδας ἡμεῖς ἀνυμνοῦντες ἀξίως, θερμῶς ἱκετεύσωμεν ἀξιῶσαι καὶ ἡμᾶς θεραπείαν λαβόντες, τῆς ἄνω Βασιλείας τυχεῖν συνοίκησιν, προσδεχόμενοι Θεοῦ τὸ μέγα ἔλεος. 

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ἦχος πλ. α´. 

Τῇ νῦν πανηγύρει, συνδράμωμεν οἱ πιστοί… 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΊΧΟΝ, ΤΑ ἈΝΑΣΤΆΣΙΜΑ ἈΠΌΣΤΙΧΑ ΩΣ ΕΝ ΤΩ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΊΩ. 

ΔΌΞΑ. ἮΧΟΣ ΠΛ. Α´.

 Ἀνυμνήσωμεν λαοί, τριάδα πεφανερωθεῖσαν, ἀνδρείαν τε καὶ πανθαύμαστον. Ὡς καλοὶ γὰρ στρατιῶται Χριστοῦ Γρηγόριος, Θεοδωρος καὶ Λέων, ὁμοφρόνως πιστεύοντες, τὴν σιδηρᾶν πανοπλίαν καὶ κακοδοξίαν Ἀρείου ἀποταξάμενοι, ἀσκήσεως ὁδὸν ἐπιποθήσαντες, ἐν ἡσυχίᾳ διέλαθον ἕως τέλους ἀγωνισάμενοι. Διὸ Θεὸς ἀξίως ἐστεφάνωσεν αὐτοὺς καὶ τὰ σκηνώματα αὐτῶν, τοῖς πιστοῖς εἰς δύναμιν ἔδωκεν Αὐτῷ οὖν βοήσωμεν· πρεσβείαις Κύριε τῶν ἀναφανέντων ἀθλητῶν, εἰρήνην παράσχου ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν καὶ τὸ μέγα ἔλεος. 

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ὁ αὐτός

Ναὸς καὶ πύλη ὑπάρχεις, παλάτιον καὶ θρόνος… 

Νῦν ἀπολύεις, τὸ Τρισάγιον, καὶ τὰ Ἀπολυτίκια.                                          

Τὸ Ἀναστάσιμον. Ἦχος πλ. δ´.       

Ἐξ ὕψους κατῆλθες ὁ εὔσπλαγχνος… 

Τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἦχος α´. 

Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ Μαρτύρων σου… 

Τῶν Ἁγίων Φανέντων. Παλαιόν.  

Ἦχος δ´. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ. 

Τοὺς κεκρυμμένους ἐπὶ πλείονα χρόνον, ἀναφανέντας τῷ σεπτῷ Οἴκῳ τούτῳ, Γρηγόριον, Θεόδωρον καὶ Λέοντα, τοὺς μεγαλομάρτυρας καὶ πιστοὺς ἀριστέας, πάντες εὐφημήσωμεν καὶ θερμῶς ἐκβοῶμεν καὶ ἀνυμνοῦντες κράζομεν ἀεί, χαίρετε θείων μαρτύρων τὸ καύχημα. 

Δόξα. Ἕτερον. Ἦχος γ´.  Μέγαν εὕρατο. 

Δόξῃ Κύριος καὶ ἀφθαρσίᾳ, κατελάμπρυνεν, πιστοὺς ὁπλίτας, ὡς στρατείαν φυγόντας καὶ αἵρεσιν, τῶν Κεφαλλήνων δὲ νῆσον ἐπλούτισεν, διὰ σεπτῶν σκηνωμάτων τῆς χάριτος. Ὅθεν ἅπαντες, τοὺς τρεῖς Φανέντας τιμήσωμεν, Χριστοῦ ἀῤῥαγεῖς ἀμύντορας, Γρηγόριον Θεόδωρον καὶ Λέοντα. 

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ὁ αὐτός. 

Σε τὴν μεσιτεύσασαν… 

Καὶ Ἀπόλυσις.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ 

Μετὰ τὴν α´ καὶ τὴν β´ Στιχολογίαν, τὰ Ἀναστάσιμα Καθίσματα τοῦ πλ. δ´ ἤχου μετὰ τῶν Θεοτοκίων αὐτῶν, ὡς ἐν τῷ Πεντηκοσταρίῳ. 

Εἶτα τὰ ἀκόλουθα Καθίσματα τῆς γ΄ Στιχολογίας.

Ἦχος δ´. Κατεπλάγη Ἰωσήφ. 

Ἀνυμνήσωμεν πιστοί, ἐν χαρμονῇ πνευματικῇ, τὴν τριάδα εὐκλεῶν, ἀναφανέντων ἀθλητῶν, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Λέοντος τοῦ Θεοδώρου· ἀγάπην γὰρ Χριστῷ, τελείαν τρέφοντες, στρατεύματος ὁμοῦ, τάξεις κατέλιπον. Διὸ Θεὸς κατέταξεν ἀξίως, ἐν οὐρανίοις σκηνώμασιν αὐτοὺς ἀπαύστως ὑμνολογοῦμεν, στεῤῥοὺς ἱκέτας κατέχοντες. 

Δόξα. Ὅμοιον. 

Ὥσπερ πλοῦτον θεϊκόν, ὡς θησαυρόν τε τιμαλφή, ὡς ἀδάμαντας χρυσόν, ὡς μαργαρίτας ἱερούς, σοροὺς λειψάνων ἔρεβος κατεκράτει, Θεὸς δὲ θαυμαστῶς, τούτους ἀνέδειξεν, ἀστέρας φωταυγείς, γῆν καταυγάζοντας, διὸ ἡμεῖς ἐν πόθῳ νῦν τιμῶντες, τοὺς ἀθλητὰς ἱκετεύσωμεν Χριστὸν αἰτεῖσθαι παραπτωμάτων, ἐξαλείψαι τὸ πέλαγος. 

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. 
Δεῦτε ᾄσωμεν λαοί, τῇ Θεοτόκῳ Μαριάμ, ὑμνῳδίας θεϊκάς, προσαγορεύσεις ἀρεστάς, ὥσπερ ποτὲ ὁ Ἄγγελος αὐτῇ ἐβόα, ἀεὶ γὰρ τῇ Μητρί, ἁρμόζει αἴνεσις, ἐκ βάθους τε ψυχῆς, εὐχαριστία θερμῇ, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκεν ἁπάντων, τὸν παντοκράτορα Κύριον αὐτῆς πρεσβείαις, τοῖς αἰτουμένοις, χορηγεῖ τὴν συγχώρησιν. 
Εἶτα τὰ Εὐλογηταρια, ἡ Ὑπακοή, οἱ Ἀναβαθμοὶ καὶ τὸ Προκείμενον τοῦ πλ. δ´ ἤχου.
 
Τὸ α´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον, τὸ Ἀνάστασιν Χριστοῦ καὶ ὁ Ν´.
 
Δόξα: Ταῖς τῶν Ἀποστόλων… 
 
Καὶ νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου… 

Στίχ. Ἐλεῆμον, καὶ Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς.

Κανόνες, ὁ Ἀναστάσιμος, ὁ τῶν Ἁγίων Πάντων καὶ ὁ ἀκόλουθος Κανὼν τῶν Ὁμολογητῶν, οὗ ἡ ἀκροστιχὶς: «Πρεσβύτερος Γεώργιος ὑμνεῖ Φανέντας». 

ᾨδὴ α´. Ἦχος δ´. Ἀνοίξω τὸ στόμα μου

Πατέρα τὸν ἄναρχον, Μονογενῆ Πνεῦμα Ἅγιον, Τριάδα τὴν πάνσοφον, ἐπικαλοῦμαι θερμῶς, ὅπως φώτισιν, παράσχῃ καὶ σοφίαν, Φανέντων βουλόμενος, ὑμνῆσαι σύναξιν. 

Ῥημάτων ἑπόμενοι Εὐαγγελίου τρισόλβιοι, προὐκρινατε ἄσκησιν, ὁδὸν στενὴν οὐρανῶν, διὸ ἅπαντες, τιμῶμεν ἐπαξίως, ὑμῶν τὴν φανέρωσιν, ὁπλῖται ἄριστοι.  

Ἐν ᾄσμασι σήμερον, ὦ Κεφαλλῆνες τιμήσωμεν, Γρηγόριον Λέοντα, θεῖον Θεοδῶρον, τοὺς ἀκήρατον, ζωὴν προσκτησαμένους, ἐν λόχμῃ ἀσκήσαντας, Χριστοῦ τῷ ἔρωτι. 

ΘΕΟΤΟΚΊΟΝ.

Στερέωμα ἄσειστον, τῆς Ἐκκλησίας τὴν Δέσποιναν, τοῦ Λόγου τὸ σκήνωμα καὶ ὀρθοδόξων τρυφήν, τὸ παλάτιον, τοῦ πάντων Βασιλέως, ὑμνῶ εὐφραινόμενος, ὁ εὐτελέστατος. 

ὨΙΔΗ Γ´. ΤΟΥΣ ΣΟΥΣ ΥΜΝΟΛΟΓΟΥΣ. 

Βουκόλος ἀφήσας τὴν τῶν χοίρων, ἀγέλην εἰς χάριν τοῦ ἑνός, ἁγίων ἐνατένισεν, σοροὺς εὐωδιάζοντας, καὶ Μιχαὴλ ἀνήγγειλεν, τοῦ παραδόξου τὸ μέγεθος.  

Ἠπήντησεν σπεύσας τοῦ ὀνείρου, ζητῶν τὴν ἀλήθειαν λεπρός, μακάρων θεία λείψανα, ταφῆς δίχα ὑπάρχοντα, καὶ προσκυνῶν ἐν δάκρυσι, τὴν θεραπείαν ἀπέλαβεν.  

Τιμῶντες πιστοὶ χαριτοβρύτων, λειψάνων ἀνάδειξιν λαμπράν, Φανέντας δυσωπήσωμεν, πρεσβείας πρὸς τὸν Κύριον, ὅπως πταισμάτων ἄφεσιν, πᾶσι παράσχη καὶ λύτρωσιν. 

ΘΕΟΤΟΚΊΟΝ. 

Ἐξόχως τιμῶμεν Παναγίαν, τοῦ πάντων Δεσπότου καὶ Θεοῦ, ἄχραντον γεννήτριαν, Μητέρα ἀειπάρθενον, καὶ τῶν βροτῶν πολύτιμον, ἀειθαλὲς ἐγκαλλώπισμα. 

ΚΟΝΤΆΚΙΟΝ ΤΩ͂Ν ἉΓΊΩΝ ΦΑΝΈΝΤΩΝ.

ἘΠΕΦΆΝΗΣ ΣΉΜΕΡΟΝ. 

Ἐν ψαλμοῖς ὑμνήσωμεν, ὀρθοδοξίας, τρεῖς ἀστέρας λάμποντας, ἀναφανέντας θαυμαστῶς, καὶ γηθοσύνως δοξάσωμεν, τὸν ἐν Μονάδι, Θεὸν τὸν Τρισήλιον. 

Ὁ ΟΙΚΟΣ. 

Τὸν θησαυρὸν τῶν ἁπάντων σφοδρῶς ἀγαπήσαντες, καὶ διδαχὰς τοῦ Κυρίου τηρήσαντες πάσας, τῆς πίστεως ἐδείχθησαν ἀριστεῖς φαεινότατοι, οἱ πιστοὶ ὁπλῖται. Ἐπουρανίων οὖν στρατιῶν κοινωνούς, Γρηγόριον, Θεόδωρον καὶ Λέοντα, ἱκετεύσωμεν οἱ πόθῳ τιμῶντες τὴν πανθαύμαστον αὐτῶν πολιτείαν τε καὶ εὔρεσιν, ὅπως παντοίων ὁ Σωτὴρ κινδύνων ἡμᾶς ῥύσῃ, οὐρανοδρόμον τε ἀναδείξῃ τὸν βίον, ἵνα ἀεὶ δοξάζειν ἀξιωθῶμεν, τὸν ἐν Μονάδι Θεὸν τὸν Τρισήλιον. 

ΕἾΤΑ ΤΑ ΜΕΣΏΔΙΑ ΚΑΘΊΣΜΑΤΑ: ΤΟΥ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΊΟΥ· 

ΔΌΞΑ. ΤΩΝ ἉΓΊΩΝ ΦΑΝΈΝΤΩΝ.

ὍΜΟΙΟΝ. 

Ἀριστέας τῆς πίστεως, ἀθλητάς, ταῖς Κυρίου ὑπείκοντας ἐντολαῖς, Θεὸς ἐφανέρωσεν, κεκρυμμένους τὸ πρότερον, ὅπως αὐτῶν πρεσβείαις, ἡμεῖς ἀπολάβωμεν, ἁμαρτιῶν τὴν λύσιν, πταισμάτων συγχώρησιν. Ὅθεν εὐφροσύνως, ἀνυμνοῦμεν Φανέντας, Γρηγόριον, Λέοντα καὶ Θεόδωρον ἅπαντες, ἐκτενῶς ἀνακράζοντες· δόξα σοι Χριστὲ ὁ Θεός, ὁμολογίας κανόνας ὅτι ἔδειξας, τοῖς εὐσεβῶς προσκυνοῦσι τὸν τρισήλιον θρόνον σου. 

ΚΑΙ ΝΥΝ. ΘΕΟΤΟΚΊΟΝ: ΤΗΝ ΟΥΡΆΝΙΟΝ ΠΎΛΗΝ ΚΑΙ ΚΙΒΩΤΌΝ… 

ὨΙΔΗ Δ´. ΤΗΝ ΑΝΕΞΙΧΝΊΑΣΤΟΝ. 

Ῥίψαντες στρατεύματος τὸν ὁπλισμόν, θώρακα Χριστοῦ ἐνεδύθητε, ὅθεν δεήσεις, ὁ πανάγαθος Θεός, ὑμῶν θερμὰς προσδέχεται, πρόμαχοι Τριάδος μακάριοι.  

Ὄλβιοι τρισάριθμοι ὡς φωταυγείς, ὤφθητε τοῖς πέρασι λάμποντες, φέγγει ἀύλῳ, ἀστέκτῳ θείῳ φωτί, χριστιανοὺς φωτίζοντες, πάντων τῶν ἀστέρων λαμπρότεροι.  

Στέφανα ἐδέξασθε τῶν οὐρανῶν, Λέων καὶ Θεόδωρε πάντιμοι, δόξῃ Δεσπότης ἐπεβράβευσεν ὑμῶν, πόνους ἀγῶνας ἄσκησιν, μετὰ Γρηγορίου πανένδοξοι.  

ΘΕΟΤΟΚΊΟΝ. 

Ξένος τῶν βροτῶν σε ἀνυμνεῖ, Δέσποινα Παρθένε Θεόνυμφε, Μητέρα γὰρ οὖσα τοῦ Σωτῆρος καὶ Θεοῦ, Αὐτῷ ἡμῶν αἰτήματα, πάντοτε προσάγεις Παντάνασσα. 

ὨΙΔΗ Ε´. ἘΞΈΣΤΗ ΤΑ ΣΎΜΠΑΝΤΑ. 

Ἐφάνησαν ἅπαντι, τῷ κόσμῳ ἐξαστράπτοντες, χάριτι πυρσοὶ ὥσπερ Κυρίου· αἴνους ἐνθέους καὶ ὑμνῳδίας πιστοί, φανέσι ἁγίοις, τηλαυγεῖς πόθῳ προσκομίζομεν, νῦν τιμῶντες τὴν εὕρεσιν.  

Ὡραῖα καὶ εὔοσμα, ὡς ἄνθη εὐωδέστατα, λόχμη γῆς Σαμαίων κατεκράτει, λείψανα θεῖα, στρατιωτῶν τοῦ Χριστοῦ, ἄχρις ὁ πανάγαθος Θεός, θαύματι ἐξήνθησεν, καὶ πιστοὺς κατεμύρισεν.  

Ῥοὰς τῶν δακρύων μου, Θεῷ προσφέρω ὅπως μοι, λύτρωσιν καὶ ἴασιν παράσχῃ, λύσιν ἐχθίστων, πειρατηρίων δεινῶν, πρεσβείαις τῶν Φανέντων ἀσκητῶν, ἔλεον καὶ ἄφεσιν τῶν πταισμάτων δοθῆναί μοι.

ΘΕΟΤΟΚΊΟΝ. 

Γεραίρομεν ᾄσμασι, Μητέρα Θεονύμφευτον Δέσποινα, μεσίτριαν τοῦ κόσμου, καὶ ἐξαιτοῦμεν αὐτῆς πρεσβείαις θερμαῖς, ὅπως ὁ Θεὸς ἀπαλλαγήν, τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν φιλευσπλάγχνως δωρήσηται. 

ὨΙΔΗ ΣΤ´. ΤΗΝ ΘΕΊΑΝ ΤΑΎΤΗΝ. 

Ἱκέτας, θείους κτησάμενοι, Φανέντας ἀσκητὰς κεκρυμμένους πρίν, δεῦτε φιλέορτοι, ὕμνοις ἐνθέρμοις αἰτήσωμεν, λιταῖς αὐτῶν ἀπαύστοις, Θεοῦ τὸ ἔλεος.  

Ὁ βίος, ὅλος ἐξήστραπτεν, πλουσίων δωρεῶν θείου πνεύματος, ὅθεν καὶ ἔφυγον, αἱρεσιάρχου τὰ δόγματα, Γρηγόριος Λέων καὶ ὁ Θεοδωρος. 

Σορούς, λειψάνων ἐκάλυπτον, ἐν οἴκῳ εὐκτηρίω τὸ πρότερον, λήθη καὶ ἔρεβος· δῶμεν Δεσπότῃ τὴν αἴνεσιν, ὅτι λαμπροῖς σημείοις, πιστοῖς ἀνέδειξεν. 

ΘΕΟΤΟΚΊΟΝ. 

Ὑμνοῦμεν, Κόρην ἀπείρανδρον, Παρθένον ἀληθῆ Θεομήτορα, Λόγου γεννήτριαν, πάντων πιστῶν τὴν ἀντίληψιν, τὴν προστασίαν κόσμου, σεπτὴν Παντάνασσαν.

ΚΟΝΤΆΚΙΟΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΣ ΩΣ ΕΝ ΤΩ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΊΩ.  

ΤῸ ΣΥΝΑΞΆΡΙΟΝ ΤΟΥ͂ ΜΗΝΑΊΟΥ, ΤΟ ὙΠΌΜΝΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΌΛΟΥΘΟΝ. 

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ [Κυριακῇ τῶν Ἁγίων Πάντων], μνείαν ποιούμεθα τῆς θαυμασίας εὑρέσεως τῶν χαριτοβρύτων καὶ ἱερῶν σκηνωμάτων τῶν ἁγίων ἐνδόξων ὁμολογητῶν Γρηγορίου, Θεοδώρου καὶ Λέοντος, τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ καταφυγόντων, ἀσκησάντων, κοιμηθέντων, πεφανερωθέντων καὶ διαλαμψάντων. 

Στίχ.:

Φανέντες θαυμαστῶς ἀθληταὶ κεκρυμμένοι, καρδίας πιστῶν σπεύδετε κατευφραίνειν.  

Οἱ τῶν ἐπουρανίων στρατιῶν μετέχοντες τρισόλβιοι ὁμολογηταὶ Γρηγόριος, Θεόδωρος καὶ Λέων, τῷ αὐτοκρατορικῷ στρατοπέδῳ Κωνσταντίου τοῦ τῶν Ῥωμαίων Βασιλέως συναρμοσμένοι ὑπάρχοντες, τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν Ἀρείου τοῦ Θεομάχου μὴ μιανθῆναι βουλόμενοι, τῇ τοῦ σταυροῦ πανοπλίᾳ καθοπλισθέντες, ἐκ Σικελίας εἰς τὴν τῶν μεγαθύμων Κεφαλλήνων νῆσον κατέφυγον, ἀθανάτοις τὰ ἐπικῆρα μεταλλαξάμενοι. Ἐν χώρᾳ δὲ τῆς περιωνύμου ταύτης νήσου, καλουμένης Σάμης, κατέναντι Ἰθάκης κειμένης, τὸ λοιπὸν τοῦ βίου προσευχῇ τε καὶ ἀσκήσει ὁμοθυμαδὸν διεξελθόντες, ἐν εἰρήνῃ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἐκοιμηθησαν. Εὐκτήριος τοῦ Θεοῦ οἶκος, γέγονεν τόπος τῆς αὐτῶν ἀναδείξεως. Οἱ τούτων ἱεροὶ καὶ πνευματοφόροι σοροί, ὑπὸ τοῦ ἀθλοθέτου Δεσπότου δόξῃ στεφθέντες, εἰ καὶ χρόνου ἐπὶ μήκιστον εἰς λήθην περιελθόντες δίχα ταφῇς, ἐν λόχμῃ χάριτι θείᾳ χοιροβοσκῷ ἀνεφάνησαν ἀφθαρσίαν κεκοσμημένοι, εἰς θεραπείαν ἄρχοντος Μιχαήλ, ὅς καὶ ἁγιωτάτην Μονὴν φερώνυμον τοῦ θαυμαστοῦ γεγονότος, ἐν τῷ τῆς καταπαύσεως τῶν ἁγίων τόπῳ ᾠκοδόμησεν. Εἶ καὶ εἰς Δύσιν ὁ πανσεβάσμιος θησαυρὸς ἤχθη καὶ ἐν Βενετίᾳ ἀναπαύεται, ἡ Σύναξις αὐτῶν πανδήμως ἐπιτελεῖται κατ ἔτος ἐν τῇ προῤῥηθείσῃ παλαιφάτῳ Ἱερᾷ Μονῇ, τῇ χαρμοσύνῳ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων. 

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς καὶ πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίων Σου, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν. 

ᾨδὴ ζ´

Οὐκ ἐλάτρευσαν, τὴν κτίσιν οἱ θεόφρονες. Μελωδήσωμεν ἐφύμνια, καὶ ᾄσματα καὶ ἐπαινέσωμεν, δογμάτων τῶν ἀληθῶν, 

Τριάδος ἀμύντορας, πλάνην παλαίσαντας, τὸν Γρηγόριον, τὸν νικηφόρον Λέοντα, καὶ Θεοδῶρον τὸν θεῖον.  Νῆσον Κύριος, ὁπλίταις τόπον ἔδειξεν τῆς καταπαύσεως· συσπειρωθέντες Αὐτῷ, ἀσκήσει μαχόμενοι, λόχμῃ ἐνοικῆσαν τούτους ἅπαντες, ἀναφανέντας εὕρομεν, ἀῤῥαγεῖς Θεῷ μεσίτας. Ἀνεφάνησεν, 

Χριστὸς σεπτὰ σκηνώματα, διαλανθάνοντα, στεῤῥὼν ὁμολογητῶν, ἡμῖν χαριζόμενος, δῶρον ἐξαίσιον, διὸ Κύριον, Κεφαλληναῖοι ᾄσμασι, ἀνυμνοῦμεν γηθοσύνως.  Θεοτοκίον. Ἱκετεύσωμεν, Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, τὴν ἀειπάρθενον, ἐλπίδα μόνην πιστῶν , προσάγειν πρεσβείας νῦν, ἵνα τὴν λύτρωσιν, ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, αὐτῆς Υἱὸς καὶ Κύριος, χορηγήσῃ ὡς Δεσπότης.

ὨΙΔΗ Η´. ΠΑΙΔΑΣ ΕΥΑΓΕΙΣ.

Φλόγα τὴν τῆς πίστεως ἀσβέστως, Γρηγόριος διετήρει διαλάμπουσαν, φέρων ὡς συνώνυμος, βίον ἐγρηγόρσεως· στρατιὰν κρίνας ἄριστον, τὴν ἐπουράνιον, τὸν Κύριον, ἐβόα ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. 

Αἴρων τὸν Σταυρὸν ὡς θεῖον δῶρον, Θεόδωρος τῷ Δεσπότῃ στρατευόμενος, δῶρον μὲν προσήγαγεν, βίον τελειότατον, ἐν προσευχῇ δὲ ἔκραζεν, περιχαρεῖ τῇ φωνῇ, τὸν Κύριον, ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.  

Νέος ἡλικία ὧν ὁ Λέων, ὠρίμως ὡς σώφρων ἄσκησιν ἐπέλεξεν, ἔχων ὡς κραταίωμα, δύναμιν οὐράνιον, καὶ ἐν ἀνδρείᾳ αἵρεσιν Ἀρείου ἔφυγεν, τὸν Κύριον, βοῶν εὐλογεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. 

Θεοτοκίον. 

Εὗρεν ἡ πληθὺς τῶν φιλεόρτων, ἑδραίωμα ἀδιάσειστον καὶ ἄψευστον, Κόρην Θεονύμφευτον, Μητέρα ἀειπάρθενον, Ὑπεραγίαν Δέσποινα, Χριστοῦ παλάτιον, κινδύνων διάσωσμα παντοίων, ἣν ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. 

ὨΙΔΗ Θ´. ἍΠΑΣ ΓΗΓΕΝΉΣ. 

Στέψωμεν τοῖς ἀσμασιν γηθοσύνως, τριάδα τὴν πανθαύμαστον, τὴν ἐκ τῆς λήθης φανεῖσαν, τῶν ἀθλοφόρων Κυρίου. 

Νέκταρ οὐρανῶν, πιστοὶ προσκαλούμεθα σήμερον γεύσασθαι, καὶ πανηγυρίζοντες, Φανέντας θείους καθικετεύσωμεν τὸν ἱερὸν Γρηγόριον, τὸν θεῖον Λέοντα, καὶ σὺν τούτοις, ἔνδοξον Θεόδωρον, σκηνωμάτων ἀύλων οἰκήτορας.  

Στέψωμεν τοῖς ἀσμασιν γηθοσύνως, τριάδα τὴν πανθαύμαστον, τὴν ἐκ τῆς λήθης φανεῖσαν, τῶν ἀθλοφόρων Κυρίου. 

Τρίβον ἀρετῶν, καλῶς διανύσαντες ἐλύσατε θάνατον, ἄφθαρτοι ἐδείχθητε, λαβόντες χάριν, κάλλος οὐράνιον Κεφαλληναίων καύχημα, κόσμου ἀγλάϊσμα, τῷ Δεσπότῃ, πάντοτε πρεσβεύετε, δωρηθῆναι ψυχαῖς ἀγαλλίασιν.  

Δόξα. 

Στέψωμεν τοῖς ἀσμασιν γηθοσύνως, Μονάδα τὴν τρισήλιον, ὅτι πλουσίως δωρεῖται, 

Χριστιανοῖς εὐλογίας. ᾌσωμεν λαοί, ᾠδὴν ἐπουράνιον αἴνους καὶ ᾄσματα, καὶ δοξολογήσωμεν, Πατέρα Πνεῦμα Λόγον συνάναρχον, ἐπὶ τῇ μνήμῃ σήμερον, Φανέντων χάριτι, Γρηγορίου Λέοντος θεόφρονος, Θεοδώρου κλεινοῦ τὴν ὁμήγυριν.  

Θεοτοκίον. 

Στέψωμεν τοῖς ᾄσμασιν ὁμοφρόνως, Μητέρα ἀειπάρθενον, Χριστιανῶν προστασίαν καὶ ἱλαστήριον κόσμου. 

Στάμνον τὴν χρυσῆν, τοῦ Λόγου παλάτιον, θρόνον πυρίμορφον, ἀνυμνολογήσωμεν, παρθένων δόξα, μύρον ἀκένωτον, τῶν ὀρθοδόξων τάχιστα Θεῷ προσάγουσα, ἱκεσίας, στήριγμα ὑπάρχουσα, πεπτωκότων ἁπάντων βοήθεια. 

ἙΞΑΠΟΣΤΕΙΛΆΡΙΑ. ΤΗΣ ὈΚΤΩΉΧΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ἉΓΊΩΝ ΠΆΝΤΩΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΊΟΥ, ΑΚΟΛΟΎΘΩΣ ΔΕ ΤΩΝ ἉΓΊΩΝ ΦΑΝΈΝΤΩΝ, ΕΝ ΕΚ ΤΩΝ ΕΠΟΜΈΝΩΝ. 

ἮΧΟΣ Γ´. Ὁ ΟΥΡΑΝΟΝ ΤΟΙΣ ΑΣΤΡΟΙΣ. 

Γρηγόριον συνελθόντες, καὶ τὸν Θεοδῶρον, πάντες, σὺν Λέοντι γηθοσύνως, Θεοῦ ἀγάπη φανέντας, νῦν καταστέφομεν ὕμνοις, λιτὰς αὐτῶν ἐξαιτοῦντες. 

ἝΤΕΡΟΝ. ὍΜΟΙΟΝ. 

Τὸν Λέοντα εὐχαρίστως, καὶ τὸν Γρηγόριον πίστει, ὁμοῦ Θεόδωρον πόθῳ, Κεφαλληναῖοι τιμῶμεν, ἀναφανέντας ἐνδόξως, ᾠδὰς προσφέροντες θείας.  

Θεοτοκίον. Ὅμοιον. 

Ὁ γλυκασμόςτων ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων ἡ χαρὰ ..  

Εἰς τοὺς Αἴνους. Ἱστῶμεν στίχους ι΄ καὶ ψάλλομεν Ἀναστάσιμα τοῦ πλ. δ´ εἰς δ´, τῶν Ἁγίων Πάντων γ΄, καὶ τῶν Ἁγίων Φανέντων τὰ ἀκόλουθα γ´. 

Ἦχος πλ. δ´. Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος. 

Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! Ὡς τριφεγγὴς ἀληθῶς, ἐξανέτειλεν ἥλιος, ἡ τριὰς ἡ πάνσεπτος, ἀθλητῶν ἡ καλλίνικος. Ἐν ἀφανείᾳ γὰρ ἐπὶ μήκιστον, χρόνον διῆλθεν, διαλανθάνουσα· ὡς δὲ ἀείφωτος, ἅπασαν κατηύγασεν νῆσον ἡμῶν, ὅτε ἀνεδείχθησαν ταύτης σκηνώματα.  

Στίχ.: Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ.  

Βίον, ἀσκητῶν ζηλώσασα, ἡ τοῦ Χριστοῦ ὁπλιτῶν, Γρηγορίου καὶ Λέοντος, Θεοδώρου ἅπασι, φάλαγξ ὠφθεῖσα ἄριστος, θανάτου πύλας γὰρ θρυμματίσασα, ἄταφος οὖσα καιρὸν δυσμέτρητον, δόξης ὁ Κύριος, ταύτης θεία λείψανα τῷ Μιχαήλ, θαύματι ἀνέδειξεν καὶ κατεκόσμησεν. 

 Στ.: Τοῖς Ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ Αὐτοῦ, ἐθαυμάστωσεν… 

Θεῖον, εὑρηκότες κόσμημα, τῶν Κεφαλλήνων πληθύς, ἑορτάζομεν σήμερον, ἱερὰν σεβάσμιον πανευφρόσυνον σύναξιν, ἀναφανέντων τιμῶντες εὕρεσιν, τῷ φιλανθρώπῳ Δεσπότῃ κράζομεν· πρόσδεξαι Κύριε, λιτὰς τῶν Ἁγίων σου ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα συγχωρήσεως ἅπαντες τύχωμεν.  

Δόξα. Τὸ α´ Ἑωθινόν: Εἰς τὸ ὄρος τοῖς μαθηταῖς ἐπειγομένοις… 

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον: Ὑπερευλογημένη ὑπάρχεις, Θεοτόκε Παρθένε… 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ  

Τὰ Τυπικὰ καὶ οἱ Μακαρισμοί, Ἀναστάσιμα τοῦ ἤχου εἰς δ΄ καὶ ἡ στ΄ ᾠδὴ ἐκ τοῦ Κανόνος τῶν Ἁγίων Φανέντων.

 Εἰς τὸν Ἀπόστολον καὶ Εὐαγγέλιον τὰ τῶν Ἁγίων Πάντων.  

Μεγαλυνάριον.

 Ὀρθοδόξου πίστεως ἀριστεῖς, φανέντας ἐκλήθης, ὥσπερ φῶτα θεοειδῆ, Γρηγόριον πάντες, Θεόδωρον ἐν πόθῳ, σὺν Λέοντι προφρόνως, ὕμνοις τιμήσωμεν. 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΌΝ: ἈΓΑΛΛΙΑΣΘΕ ΔΊΚΑΙΟΙ ΕΝ ΚΥΡΊΩ…     

ΕΓΚΩΜΙΑ. Ἦχος γ´.

 (Ψαλλόμενα ἐν ταῖς Λιταῖς καὶ κατὰ τὸ Κοινωνικὸν) 

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, μακαρίζομέν σε, τριὰς κλεινῶν Φανέντων. 

Ὑμνῶμεν τοὺς ἀρίστους, ὁμολογίας στύλους, καὶ πίστεως ἐργάτας. 

Γρηγόριον τὸν θεῖον, Θεόδωρον ἀξίως, σὺν Λέοντι τιμῶμεν. 

Ψάλλομεν ἐν πόθῳ, ὕμνους ἐγκωμίων, τριάδι τῶν Φανέντων. 

Τιμῶμεν γηθοσύνως, γενναίους στρατιώτας, Χριστῷ ὑποταγέντας. 

Ἐπίγειον στρατείαν, ἐκθύμως ἀρνηθέντες, ἐπέτυχον τὴν θείαν. 

Ἀφέντες πανοπλίαν, στρατείας Κωνσταντίου, ἡρμόσθησαν Κυρίῳ. 

Νικήσαντες ἀνδρείως, παλαίσματα Ἀρείου, ἐστεφθησαν ἀξίως. 

Κεφαλληναίων νῆσος, τριάδα ὑπεδέχθη, στρατιωτῶν Κυρίου. 

Γρηγόριον πρεσβύτην, σοφία κοσμημένον, ὑπάρχοντα ἀλείπτην.  

Θεοδῶρον τὸν θεῖον, ἐν γῇ χαριτωθέντα, οὐράνιον ἀστέρα. 

Λέοντα γενναῖον, σώφρονα, ἀνδρεῖον, νεότητος τὸ κλέος. 

Ἀσκήσει καὶ νηστείᾳ, προσευχαῖς καὶ ὕμνοις, ἐτέλεσαν τὸν βίον. 

Διέλαθον ἀνθρώπων, οὐ προσοχῆς Δεσπότου, ἐν χώρᾳ τῶν Σαμαίων. 

Λόχμη κατεκράτει, σοροὺς χαριτοβρύτους, πολυτελῶν λειψάνων. 

Σκηνώματα ἀνεῦρεν, βουκόλος χοίρους βόσκων, ἀῤῥήτῳ εὐωδίᾳ. 

Τῆς χάριτος δοχεῖα, ἐξήνθησαν ὡς ἄνθη, μυρίπνοα Κυρίου. 

Ἐξήστραπταν ὡς φῶτα, σκηνώματα δεχθέντα, τοῦ Πνεύματος τὴν λάμψιν. 

Μιχαὴλ ὁ ἀρχῶν, λεπρὸς τὸ πρὶν ὑπάρχων, 

Μονῆς ἐδείχθη κτήτωρ. 

Αἰνέσωμεν προφρόνως, ἁγίους κεκρυμμένους, λαμπρῶς ἀναδειχθέντας. 

Γεραίρομεν ἀπαύστως, καὶ ὑμνολογοῦμεν, τριάδα τῶν Φανέντων. 

Ἀγάλλεται λειψάνων, νῆσος Κεφαλλήνων, τὴν εὕρεσιν ὁρῶσα. 

Ἀσμένως Γρηγορίῳ, Λέοντι Θεοδώρῳ, αἴνους ἀναβοῶμεν. 

Ἅγιοι Φανέντες, ὑπὲρ λαοῦ Κυρίου, μὴ παύσητε πρεσβεύειν. 

Ὑπὲρ λαοῦ Κυρίου, μὴ παύσητε πρεσβεύειν, Ἅγιοι Φανέντες. 

Μὴ παύσητε πρεσβεύειν, Ἅγιοι Φανέντες, ὑπὲρ λαοῦ Κυρίου. 

Ὤ τριὰς Φανέντων! Σὲ ἀνευφημοῦμεν, τὴν πάνσεπτον προστάτιν. 

Δόξα Πατρί. 

Τρισήλιε Θεότης, λιταῖς Ἀναφανέντων, ἱλάσθητι Σοὺς δούλους. 

Καὶ νῦν. 

Πρεσβείαις τῆς Μητρός Σου, ἰλὺν παραπτωμάτων, ἀποπλῦνον Οἰκτίρμον. 

Καὶ πάλιν τὸ α´.

 Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, μακαρίζομέν σε, τριὰς κλεινῶν Φανέντων. 

Ενσωματωμένη εικόνα 1

ΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΑΓΙΩΝ ΦΑΝΕΝΤΩΝ http://amalgama-paramythias.blogspot.gr/p/blog-page_05.html

Πηγή: Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη σελίδα μας

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments