«Άγιέ μου σ’ ευχαριστώ. Έγινε το θαύμα». Ο Άγιος Αριστείδης και εγώ. Αριστείδη Περιστέρη, ζωγράφου

Η ακόλουθη ιστορική διήγηση γράφτηκε από τον αείμνηστο επιφανή και φιλίστορα Αθηναίο ζωγράφο Αριστείδη Περιστέρη, γόνο ευγενούς αθηναϊκής οικογένειας με μακρόχρονη καλλιτεχνική παράδοση, ο οποίος μας διέσωσε την ευσεβή προφορική παράδοση για το σπήλαιο του Αγίου Αριστείδου στον ιστορικό λόφο του Λυκαβηττού, όπου ο ένδοξος Αθηναίος φιλόσοφος, απολογητής και μάρτυς του 2ου μ.Χ. αιώνα κατέφευγε και προσευχόταν. Από το έτος 1999 τελείται στις 13 Σεπτεμβρίου στον ευλογημένο αυτό χώρο του σπηλαίου ο κατ’ έτος πανηγυρικός εορτασμός της μνήμης του Αγίου Αριστείδου με Πανηγυρικό Εσπερινό την παραμονή της εορτής και Πανηγυρική Θεία Λειτουργία την κυριώνυμο ημέρα εορτασμού της μνήμης του. Ο διαπρεπής ζωγράφος Αριστείδης Περιστέρης ήταν ο πρώτος, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για τον ευπρεπισμό και τη διαμόρφωση του σπηλαίου και αυτός, ο οποίος θα μείνει εσαεί στην Ιστορία της περιωνύμου πόλεως των Αθηνών ως ο πρώτος αναμορφωτής του ιστορικού σπηλαίου του Αγίου Αριστείδου. Γι’ αυτό και η εξιστορούμενη ενδιαφέρουσα διήγηση που ακολουθεί, αποτελεί μνημόσυνο αιώνιο για τον αείμνηστο Αριστείδη Περιστέρη, τον ρομαντικό, ευαίσθητο και αξιαγάπητο ζωγράφο με τα πλούσια ψυχικά χαρίσματα, τον οποίο ο Κύριος της ζωής και του θανάτου κάλεσε κοντά Του κατά την πανίερη ημέρα της εορτής της εις Ουρανούς ενδόξου και θείας Αναλήψεώς Του, 24 Μαΐου 2012. 

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος Εκπαιδευτικός 

Ήμουν δεν ήμουν 8 χρονών, όταν ανοίξαμε το παράθυρο του σπιτιού μας. Το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Όλη η Αθήνα ήταν άσπρη στα χιόνια. Αμέσως ο πατέρας μου βγήκε στον κήπο και γέμισε μια λεκάνη με χιόνι. Την έφερε μέσα και όλοι πήραμε λίγο χιόνι και βάλαμε στο στόμα μας. Έτσι ήταν το έθιμο στην Αθήνα. Σε λίγο ήρθε και ο παππούς. Ο Χρήστος Συράκος. Μεγάλος ζωγράφος. Αδελφός της γιαγιάς μου. Τότε ο πατέρας μου είπε: «Πάμε να χαρούμε τα χιόνια». 

Τότε κατοικούσαμε στην έπαυλη Μητσέα. Ένα νεοκλασικό σπίτι στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Ήταν θαυμάσιο. Μέσα σ’ έναν μεγάλο κήπο, με στέρνα, μύλο και πηγάδι. Φωτίου Πατριάρχου, Σαρανταπήχου, Αγίου Ισιδώρου και Δοξαπατρή. Ήταν κάποτε το σπίτι του Αυλάρχη του Όθωνα. Είχε ακόμα στάβλους για τ’ άλογα και τις άμαξες. 

Αφού ντυθήκαμε καλά και οι τρεις μας, ξεκινήσαμε για να χαρούμε το χιόνι. Πού αλλού; Στον Λυκαβηττό, με προορισμό την εκκλησία του Αγίου Σιδερέα. Κι ο παππούς και ο πατέρας είχανε αδυναμία. Ο δε παππούς είχε φτιάξει τις σκάλες που ανεβαίνανε τότε στον ναό. Και καμάρωνε για το έργο του. Το χιόνι ήτανε πολύ και το έδαφος πολύ ανώμαλο. Να σκεφθεί κανείς, πως ένας καρόδρομος ερχόταν από τα νταμάρια, εκεί που σήμερα είναι το θέατρο και κατέβαζαν τα κάρα πέτρα, με χίλια βάσανα. Καρόδρομος ήταν και η σημερινή Σαρανταπήχου. Η χαρά μου ήταν μεγάλη. Κυλιόμουν στα χιόνια και ο παππούς κι ο πατέρας όλο μου φώναζαν για να μη χτυπήσω. 

Όταν φθάσαμε στον Άγιο Σιδερέα ο παππούς μου λέει: «μιας που ήρθαμε να σου δείξω κάτι». Η παιδική μου περιέργεια άναψε και μαζί με τον πατέρα μου ακολουθήσαμε τον παππού. Ήταν δύσκολο να ανεβούμε. Το χιόνι σκέπαζε και τα λιγοστά πατήματα που υπήρχαν. Σκαρφαλώσαμε και τελικά μπήκαμε σ’ ένα σπήλαιο. Τότε πετάχτηκαν φοβισμένα πολλά περιστέρια. «Μα αυτό» λέει ο πατέρας μου «είναι η σπηλιά του κόρακα. Έτσι το λένε στη γειτονιά. Είναι κάπου γραμμένο». «Όχι», λέει ο παππούς. «Δεν είναι έτσι. Ελάτε να δείτε». Προχωρήσαμε στο βάθος και σ’ έναν απολιθωμένο σταλακτίτη έγραφε καθαρά “Αριστείδες”. «Έλα Αριστειδάκι να δεις, το όνομά σου». Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Στο πάνω μέρος του σπηλαίου ο βράχος σχημάτιζε την εικόνα της Παναγίας. Και πράγματι, εγώ με την παιδική μου φαντασία την έβλεπα και τη βλέπω ακόμα και σήμερα. Παρακάτω, ο βράχος παρουσίαζε τον Παντοκράτορα. Αυτόν που τώρα τελευταία ζωγράφισα με φύλλο χρυσού το φωτοστέφανο και τα γένια ασημένια. «Και τώρα ελάτε να δείτε αυτό που λέτε σπηλιά του Κόρακα». Στον βράχο απάνω είναι σκαλισμένο το Σ.Κ. Αυτό το Σ.Κ. είναι σκαλισμένο από τον μεγάλο χριστιανό φιλόσοφο τον Άγιο Αριστείδη, που έζησε στα πρώτα χριστιανικά χρόνια και σημαίνει Σωτήρ Κύριος, και ο οποίος ερχόταν εδώ και προσηύχετο. Εγώ το μικρό παιδάκι έμεινα άφωνος. Ο πατέρας ήταν όλο ερωτήσεις. Εγώ καμάρωνα που ήταν το όνομά μου. «Πάμε τώρα να φύγουμε. Το κρύο είναι πολύ και θα αρρωστήσουμε». Φεύγοντας, πέφτω κάτω και χτυπάω τη μύτη μου κι άρχισε να τρέχει αίμα. Οι σταγόνες, το αίμα πάνω στο χιόνι σχημάτιζαν μια γραμμή. Σα να μας έδειχνε τον δρόμο για το σπήλαιο. Ακόμα και σήμερα άμα κλείσω τα μάτια μου το βλέπω. Ευτυχώς ο πατέρας μου, έσφιξε το χέρι μ’ ένα μαντήλι και σταμάτησε το αίμα. 

Το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Πού να ζούσαμε στα αρχαία χρόνια, που απ’ εδώ πήγαζε ο Ηριδανός ποταμός και κατέβαινε κάτω στην κοιλάδα! Εγώ όλο χαρά που ήταν το όνομά μου στη σπηλιά τόλεγα και το ξανάλεγα. Το έλεγα στο σχολείο κι όπου βρισκόμουνα και καμάρωνα. 

Περνούσαν τα χρόνια. Πάντα ανέβαινα να ρίξω μια ματιά να δω τι γίνεται. Ήρθε η κατοχή. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί απαγόρευσαν να πλησιάζουν. Μόνο στο εκκλησάκι πηγαίναμε. Εκεί μόνο, στην εκκλησία του Αγίου Σιδερέα. Χρόνια και χρόνια περνούν. Σπουδές-σπουδές, στρατιωτικό. Θα ήμουν 25 χρονών, όταν πλέον ανεβαίνω στο σπήλαιό μου. Το δικό μου σπήλαιο. Μόνο τίτλους ιδιοκτησίας δεν είχα. Άλλωστε ήταν και τ’ όνομά μου γραμμένο. Έτρεμα ολόκληρος. Και σας το ομολογώ. Είδα τις σταγόνες από το αίμα μου και τις ακολούθησα. Όταν πήγα μέσα κατευθείαν για το όνομά μου, κατάπληκτος κοίταξα. Ο βράχος κομμένος. Το κομμάτι αυτό που σχημάτιζε σταλακτίτη είχε αφαιρεθεί. Δυστυχώς ήταν κομμένος ο βράχος και το είχανε πάρει. Χάιδεψα με τα χέρια μου το μέρος εκείνο και έκαμα τον σταυρό μου. Κάποιος Ιταλός ή κάποιος Γερμανός το είχε κόψει και το πήρε. Εδώ σταματάει το μεγάλο μου ενδιαφέρον για το σπήλαιο. 

Περνούν τα χρόνια. Δημιουργώ οικογένεια με τρία παιδιά: δυο γιούς και μια κόρη. Η γυναίκα μου κι εγώ έχουμε ρίξει όλο το βάρος στις σπουδές των παιδιών. Οι παππούδες έχουνε φύγει, οι γονείς το ίδιο. Τώρα παίρνουμε σιγά σιγά τη θέση τους. Και όλα αυτά τα χρόνια της ζωής μου, ο Άγιος Αριστείδης, το σπήλαιο εξακολουθούν να είναι δικά μου. 

Ήταν πλέον χειμώνας του 1996. Είχα κάθε βράδυ στη σκέψη μου να τοποθετήσω την εικόνα του Αγίου Αριστείδη στο σπήλαιο. Το λέω στον τότε ιερέα της εκκλησίας, π. Δαμασκηνό Βελισσαρίου. «Εκεί;» μου λέει. «Ναι εκεί» του απαντώ. «Βεβαίως να γίνει μια αρχή να αξιοποιηθεί το σπήλαιο». Το είπα και σε άλλους. Η λέξη «σε εμπιστευόμαστε», «είσαι άξιος», μου έδωσαν δύναμη για να εργασθώ. Μετά από λίγες ημέρες επισκέφθηκα το σπήλαιο. Ήξερα εγώ τουλάχιστον, ότι επί 50 χρόνια, εχρησιμοποιείτο για οποιαδήποτε χρήση. Δεν φαντάστηκα όμως ότι θα εύρισκα την κόπρο του Αυγείου και ό,τι άλλο φανταστεί κανείς. Μετά κάθισα και σκέφθηκα. Σκέφθηκα πολύ για να αποφασίσω. Άκουγα το «μπράβο» του ιερέα, άκουγα το «είσαι ικανός» και έτσι δεν έκανα πίσω. 

Την άλλη μέρα ήρθα με δύο εργάτες και καθαρίσαμε τον χώρο, που μέχρι τότε κανείς μα κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί για την καθαριότητα. Αυτό ήταν. Από τότε, επί χρόνια, δουλεύω, ζωγραφίζω και ξοδεύω με μεγάλη ικανοποίηση. Ανέτρεξα στη Γεννάδιο και Βαλιάνειο Βιβλιοθήκη, σε εγκυκλοπαίδειες και διατριβές από τη Θεολογική Σχολή, για να πλησιάσω την αλήθεια για τον Άγιο Αριστείδη. Μέσω Internet τα παιδιά μου βρήκαν την απολογία του Αγίου Αριστείδη του Αθηναίου φιλοσόφου και ό,τι άλλο σχετικό. Στη Συριακή γλώσσα, στην Αρμενική και στην Αγγλική. Ήταν δύσκολο να μεταφραστεί. Αλλά τίποτε το ακατόρθωτο. Τη μεταφράσαμε στα Ελληνικά. Σταμάτησα για λίγο, εξαιτίας του οικονομικού. Αλλά μετά το καλοκαίρι συνέχισα. Όλα τα παραπάνω συγκεντρώθηκαν μαζί με πρωτοχριστιανικά εκκλησιαστικά σκεύη, που άλλα φιλοτέχνησα εγώ και άλλα τα αγόρασα, συμβουλευόμενος το Μουσείο Μπενάκη, το Βυζαντινό και της Πάτμου. 

Ερευνώντας, πείσθηκα πως το σπήλαιο ήτανε ασκηταριό και κατά πάσα πιθανότητα, ότι εκεί συνελήφθη ο Άγιος Αριστείδης. Εκεί κατέφευγε και προσηύχετο. Ήταν το καταφύγιο του. Ήταν το όνομα του Αριστείδη, που δυστυχώς δεν υπάρχει. Εκεί είναι σκαλισμένο το «Σωτήρ Κύριος». Ίσως να ήταν σκαλισμένο από τα χέρια του Αγίου. Συνέχισα, ζωγράφισα ολόσωμο τον Άγιο Αριστείδη. Έφερα μια κασέλα και ζωγράφισα φύλλα ορεινής αμπέλου. Μέσα στην κασέλα υπήρχε ύφασμα απομίμηση του χιτώνα των πρώτων Χριστιανών. Έφερα ζωγραφικό τρίποδο με ροζέτα εκκλησιαστική επιχρυσωμένη και τοποθέτησα την εικόνα του Αγίου Αριστείδη, αγορασμένη από τη Μπιενάλε της Βενετίας. Αυτή η εικόνα τώρα βρίσκεται μέσα στην εκκλησία των Αγίων Ισιδώρων. Κατασκεύασα βιτρίνα και τοποθέτησα όλα τα παλαιοχριστιανικά εκκλησιαστικά σκεύη. Μερικά βρίσκονται στη βιτρίνα του γραφείου της εκκλησίας. Ζωγράφισα τη μορφή του Παντοκράτορα που σχημάτιζε ο βράχος. Έφτιαξα έναν σταυρό από κορμούς δέντρων με αγκάθινο στεφάνι. Αυτό υπάρχει ακόμα ψηλά μέσα στο σπήλαιο. Έφερα κινητό καντηλέρι, απομίμηση της Πάτμου. Δημιούργησα γωνιά ασκηταριού με διάφορα αντικείμενα χρήσης. Κορμούς δέντρων για καθίσματα, πήλινα δοχεία και κύπελλα. Δοχεία πήλινα και ξύλινα με άμμο για τα κεριά, και άλλα πολλά. Ο Άγιος μου έδινε δύναμη. Όταν τοποθέτησα το σιδερένιο διαχώρισμα, έβαλα κλειδαριά και λουκέτο. Είπα σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ Άγιέ μου. Και έγραψα σε λίθο με μια πινακίδα: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω». 

Φεύγοντας, ήταν βράδυ γιατί ξημεροβρα­διαζόμουν εκεί, ακούω μια καμπάνα να κτυπά. Και όσο κατέβαινα τόσο δυνατότερα. Γυρίζω και μια έντονη δύναμη μου έλεγε «μια καμπάνα εδώ». Το θαύμα έγινε την άλλη μέρα. Πηγαίνω και παραγγέλνω ένα καμπανάκι που υπάρχει και τώρα στο σπήλαιο. Όταν πήγα και το παρέλαβα, το έφερα μ’ ένα ταξί. Ο οδηγός αρνήθηκε να το ανεβάσει επάνω και το ακούμπησε κάτω στον δρόμο και έφυγε. Κανείς στην εκκλησία, κανείς στον δρόμο. Τότε λέω: «Άγιέ μου, δεν μπορώ να το σηκώσω και θα φύγω. Τότε μια φωνή μου λέει: «το θέλω απάνω». Σκύβω και το πιάνω. Το καμπανάκι λες και είχε γίνει πούπουλο. Το σήκωσα, το ανέβασα και το πήγα μέσα στο σπήλαιο. Τότε, κάνω την προσευχή μου και είπα: «Άγιέ μου σ’ ευχαριστώ. Έγινε το θαύμα». 

Το 1999 τοποθετείται μια πλακέτα που έγραφε το ιστορικό και είναι η πρώτη φορά που γίνεται λειτουργία στο σπήλαιο του Αγίου Αριστείδη. Και είχα φτιάξει πλακέτες για το γεγονός. 

Tο ενδιαφέρον μου βέβαια δεν τελείωσε και δεν θα τελειώσει ποτέ όσο θα είμαι στη ζωή. Είναι θέμα πίστεως, θέμα αγάπης, θέμα ιστορικό, θέμα άγιο. Ο Θεός να βοηθήσει, ο Άγιος να δυναμώνει για το μεγαλείο της πίστεως. Είθε μια μέρα η εκκλησία του Αγίου Αριστείδη να λάμψει για το καλό και την ευλογία των ανθρώπων. 

Η αγάπη του αειμνήστου Αθηναίου ζωγράφου Αριστείδου Περιστέρη στον προστάτη του Άγιο Αριστείδη και στο ομώνυμο σπήλαιο του λόφου του Λυκαβηττού αποδεικνύεται και μέσα από την αποσταλείσα τον Φεβρουάριο του 2008 χειρόγραφη επιστολή του στον γράφοντα τις γραμμές αυτές, εκπαιδευτικό – συγγραφέα Αριστείδη Θεοδωρόπουλο, για το συγγραφέν υπό αυτού πόνημα με τίτλο: «Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ, ο φιλόσοφος –ο απολογητής –ο μάρτυς» (Εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, Αθήνα 2008). 

Σ’ αυτή τη χειρόγραφη επιστολή ο αείμνηστος Αριστείδης Περιστέρης γράφει τα ακόλουθα: Όταν άνοιξα τον φάκελο και είδα το βιβλίο «Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ» χωρίς να δω τίποτε άλλο, είπα: Αριστείδης Θεοδωρόπουλος. Ποιος άλλος; Αυτός και μόνο θα μπορούσε να καταπιαστεί με αυτό. Αυτό το βιβλίο δεν είναι μόνο ο βίος του Αγίου. Δεν είναι η ιστορία ενός φιλοσόφου. Δεν είναι μόνο η αλήθεια, το ξέθαμα από τα βάθη των αιώνων. Είναι το φως της χριστιανικής διδασκαλίας. Εδώ με την παρουσία του Αγίου Αριστείδη του φιλοσόφου γίνεται η επανάσταση με την απολογία του υπέρ των διωκομένων χριστιανών. Ιστορικός φωτογράφος είναι ο παλμός του Αγίου στο βιβλίο, αφού σταματά όπου βρίσκεται εκκλησία στο όνομά του στον ελλαδικό χώρο. Εκεί σταματώ και εγώ και κάνω τον σταυρό μου. Πρώτα στο σπήλαιο και μετά σ’ όλες τις άλλες εκκλησίες. Και λέω στον Άγιο Αριστείδη ευχαριστώ. 

ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΗ ΤΟΥ ΕΞ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙΦΑΝΟΥΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΥ ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΟΥ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ!

Εικόνες

1. Ο Άγιος Αριστείδης γεννήθηκε και μαρτύρησε στην Αθήνα τον 2ο μ. Χ. αιώνα. Έμεινε γνωστός στην Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατρολογία από την περίφημη απολογία του υπέρ των διωκομένων χριστιανών. Ο αείμνηστος ζωγράφος Αριστείδης Περιστέρης μας διέσωσε την ευσεβή προφορική παράδοση για το σωζόμενο μέχρι σήμερα σπήλαιο του Αγίου Αριστείδου στον λόφο του Λυκαβηττού.

2. Ο αείμνηστος Αθηναίος ζωγράφος Αριστείδης Περιστέρης μπροστά από την είσοδο του ιστορικού σπηλαίου του Αγίου Αριστείδου κρατώντας την εικόνα του προστάτου του Αγίου. Αριστερά διακρίνεται η μικρή καμπάνα, την οποία ο αείμνηστος ζωγράφος είχε αγοράσει και είχε μεταφέρει θαυματουργικά στο σπήλαιο κατόπιν επεμβάσεως του Θεού και του προστάτου του Αγίου Αριστείδου. 

3. Άποψη του σπηλαίου του Αγίου Αριστείδου στον λόφο του Λυκαβηττού. Διακρίνεται το κωδωνοστάσιο του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου Λυκαβηττού. 

4. Το σωζόμενο μέχρι σήμερα ιστορικό σπήλαιο του Αγίου Αριστείδου στον λόφο του Λυκαβηττού. 

5. Άποψη από το εσωτερικό του ιερού σπηλαίου του Αγίου Αριστείδου, όπως έχει διαμορφωθεί πρόσφατα.

6. Πολυάριθμοι πιστοί προσέρχονται κάθε χρόνο στον ετήσιο πανηγυρικό εορτασμό της μνήμης του Αγίου Αριστείδου στο ομώνυμο σπήλαιο του Λυκαβηττού.

7. Στιγμιότυπο από την Αρτοκλασία σε Πανηγυρικό Εσπερινό επί τη μνήμη του Αγίου Αριστείδου στο ομώνυμο σπήλαιο του Λυκαβηττού χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βελεστίνου κ. Δαμασκηνού.

8. Αρχιερατική Θεία Λειτουργία μετ’ Αρτοκλασίας στον ευλογημένο χώρο του σπηλαίου του Αγίου Αριστείδου κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου. Προεξάρχει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βελεστίνου κ. Δαμασκηνός και αριστερά διακρίνεται ο Διάκονος (νυν Αρχιμανδρίτης) π. Αθηναγόρας Σουπουρτζής. 

9. Ο αείμνηστος ζωγράφος Αριστείδης Περιστέρης με τον εκπαιδευτικό-συγγραφέα κ. Αριστείδη Θεοδωρόπουλο στον ευλογημένο χώρο του σπηλαίου του Αγίου Αριστείδου κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου.

ΑΡΙΣΤΕΙΔΙΑ 2012

(4. Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΙ ΕΓΩ  Του Αριστείδου Σ. Περιστέρη, Ζωγράφου)

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments