Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Ο Γίγαντας της Φιλανθρωπίας. 12 Νοεμβρίου

Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Αμαθούντα (σημερινή Παλαιά Λεμεσό) της Κύπρου τον 6ο αιώνα μ.Χ. Οι γονείς του Επιφάνιος και Ευκοσμία είχαν μεγάλη κοινωνική θέση κι ήταν άνθρωποι ενάρετοι. Ο πατέρας του ήταν κυβερνήτης της Κύπρου με πολλά διοικητικά χαρίσματα, γι’ αυτό απολάμβανε την αγάπη, την εκτίμηση και το σεβασμό του λαού. Η μητέρα του είχε πλούσια ψυχικά χαρίσματα. Οι γονείς του, ως πιστοί χριστιανοί, ανέθρεψαν μέσα στην ευσέβεια και την αρετή τον Ιωάννη. Εκτός από την κοσμική μόρφωση, αγαπούσε ιδιαίτερα την μελέτη των ιερών γραμμάτων.

Μετά από πίεση των γονέων του νυμφεύθηκε. Πολύ νωρίς η γυναίκα του και τα παιδιά του πέθαναν. Μετά την οδυνηρή στέρηση αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στον Θεό διακονώντας τους αδελφούς του. Στον βίο του αναφέρεται ένα σύμβολο, που έδειξε η Χάρις για την μελλοντική του διαγωγή. Είδε στον ύπνο του μια ωραία κόρη στεφανωμένη με κλάδο ελιάς, η οποία του είπε: «Εγώ είμαι η πρώτη θυγατέρα του βασιλέα. Αν με αγαπήσεις, έχω την δύναμη να σε οδηγήσω σ’ αυτόν». Ο Άγιος συμπέρανε ότι αυτή ήτο η Χάρις της συμπάθειας και της ελεημοσύνης.

Το 610 άρχοντες και λαός της Αλεξάνδρειας καλούν τον Ιωάννη να ανέβει στον πατριαρχικό θρόνο. Ο έπαρχος της Αιγύπτου, πατρίκιος Νικήτας, μεταφέρει την επιθυμία του λαού και του αυτοκράτορα Ηρακλείου για να αναλάβει την θέση του Πατριάρχη. Ο αυτοκράτορας διατάσει «και άκοντα προς τον θρόνον αναγαγείν τον Ιωάννην», δηλ. να τον οδηγήσουν στο θρόνο και χωρίς τη θέλησή του.

eleimonΜετά την χειροτονία του έστειλε τους οικονόμους της Εκκλησίας και τους άλλους κληρικούς να καταγράψουν τους φτωχούς και ζητιάνους, που αποκαλούσε «κυρίους και δεσπότας του». Με την ευσπλαχνία προς αυτούς μας βοηθεί ο Θεός να κερδίσουμε την βασιλεία Του. Περισσότεροι από 7.500 φτωχοί καθημερινά θα είχαν τροφή και στέγη. Οι άφθονες ελεημοσύνες τού έδωσαν την επωνυμία Ελεήμων. Έδινε αδιακρίτως σε καλούς και κακούς, σε άξιους και ανάξιους. Μια μέρα ένας φτωχός που πήρε βοήθεια, παρουσιάστηκε μεταμφιεσμένος άλλες τρεις φορές. Όταν το έμαθε ο άγιος είπε να του δώσουν δύο φορές περισσότερα λέγοντας: «Ίσως να είναι ο Χριστός, ο Σωτήρας μου, που έρχεται να με δοκιμάσει». Όσο έδινε ελεημοσύνη τόσο ο Θεός πολλαπλασίαζε τις δωρεές που δίνονταν στην Εκκλησία. Οργάνωσε το φιλανθρωπικό έργο κτίζοντας νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ξενώνες, μαιευτήρια, ορφανοτροφεία, συσσίτια κι ένα πλήθος άλλα έργα αγάπης.

Το 614 όταν οι Πέρσες κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα μεγάλος αριθμός προσφύγων έφτασε στην Αλεξάνδρεια. Ο άγιος Ιωάννης τους δέχτηκε, τους ανακούφισε και ξόδεψε όλους τους πόρους της Εκκλησίας για να τους θρέψει. Έστειλε τρόφιμα και σιτηρά στην Παλαιστίνη και εργάτες για να κτίσουν τις κατεστραμμένες εκκλησίες. Ο ιστορικός και ακαδημαϊκός Κ. Άμαντος γι’ αυτό το έργο του Αγίου αναφέρει «Περιέθαλψε τους πρόσφυγας κατά τρόπον μοναδικόν, άγνωστον μέχρι τότε εις την ιστορίαν».

Ο Άγιος ήταν ο πρώτος που εμφανιζόταν να βοηθά τους αρρώστους και να θάβει τους νεκρούς, όταν λιμός και επιδημίες αφάνιζαν την πόλη. Εκτός από το φιλανθρωπικό έργο φρόντισε και για την κατήχηση του λαού του. Όταν έγινε Πατριάρχης υπήρχαν μόνον επτά ναοί στην Αλεξάνδρεια. Σε λίγο χρονικό διάστημα κτίστηκαν 70 ορθόδοξοι ναοί σε διάφορα μέρη της πόλεως.

Ο Άγιος ήταν πράος και ανεξίκακος, δεν έκρινε κανένα, ευχαριστούσε όσους τον κακολογούσαν ή τον προσέβαλλαν, απέδιδε στον εαυτό του τα αμαρτήματα που ήθελε να ελέγξει διορθώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο τους υπερήφανους, προέτρεπε τους πιστούς να έχουν ταπείνωση και να μετανοούν.

Αγαπούσε ιδιαίτερα τους μοναχούς και ζούσε με αυστηρότητα. Ανέλαβε τη συντήρηση δύο μοναχικών αδελφοτήτων και σε ανταπόδοση είχε ζητήσει να προσεύχονται γι’ αυτόν και την εκκλησία. Αν και κατοικούσε σε πλούσιο μέγαρο, δεν είχε τίποτε δικό του. Το κελλί του ήταν γυμνό από κάθε άνεση.

Όταν ένας πλούσιος του προσέφερε ένα πολυτελές σκέπασμα, την άλλη μέρα έβαλε να το πουλήσουν, σκεπτόμενος ότι πολλοί φτωχοί υπέφεραν από το κρύο και μοίρασε τα χρήματα. Ο ευεργέτης του, που έτυχε να ξαναβρεί το δώρο του στον πάγκο του εμπόρου, το ξαναγόρασε και ανάγκασε τον Ιωάννη να το δεχθεί. Εκείνος, το ξαναπούλησε για να κάνει ελεημοσύνη. Καθώς ούτε ο ένας ούτε ο άλλος υποχωρούσε, το σκέπασμα άλλαξε πολλές φορές χέρια. Έτσι ο πλούσιος μοίρασε ένα σεβαστό ποσό στους φτωχούς.

Μετά από παρακλήσεις του πατρικίου Νικήτα, ο άγιος αποφάσισε να πάει στην Κωνσταντινούπολη για να δώσει τις ευλογίες στον αυτοκράτορα που πολύ τις ζητούσε. Όταν έφτασε με το πλοίο στη Ρόδο είδε ένα φωτεινό άνδρα σε όραμα να τον καλεί στην Κύπρο. «Έλα, μην αργείς. Έλα! Ο βασιλεύς των βασιλέων σε προσκαλεί». Αποκάλυψε το όραμα στον πατρίκιο λέγοντάς του ότι ο Βασιλιάς του ουρανού τον καλεί κοντά του.

Ο Άγιος επιστρέφει στην Κύπρο, όπου και εκοιμήθη σε ηλικία 64 ετών (το 619). Λίγο πριν την κοίμησή του, είδε να του φανερώνεται η ίδια ευγενική παρθένος, που του είχε παρουσιασθεί στην ηλικία των δεκαπέντε ετών, λέγοντάς του ότι ήταν η Ελεημοσύνη, η οποία παρακίνησε τον Χριστό να λάβει σάρκα υπέρ της σωτηρίας μας, και υποσχέθηκε να του ανοίξει τη Βασιλεία των ουρανών.

Στη διαθήκη του, ένα κείμενο σύντομο, αναφέρει τα εξής:
«Σ’ ευχαριστώ, Κύριε και Θεέ μου, γιατί με αξίωσες, τα δώρα που Συ μου έδωσες, να σου τα προσφέρω πίσω. Σ’ ευχαριστώ, ακόμη που άκουσες την προσευχή μου και στην κατοχή μου τώρα που πεθαίνω δεν έμεινε παρά «εν τρίτον νομίσματος», το οποίον προστάζω να δοθεί στους φτωχούς αδελφούς μου. Όταν με τη χάρη του Θεού έγινα επίσκοπος της Αλεξάνδρειας, βρήκα στα ταμεία της επισκοπής μου οκτώ χιλιάδες περίπου λίτρες χρυσού. Με τις γενναιόδωρες προσφορές φιλόχριστων ανθρώπων, κατόρθωσα να συγκεντρώσω αμύθητα ποσά. Τα ποσά αυτά, επειδή ήξερα, πως είναι δώρα του βασιλέα των όλων Χριστού, τα επέστρεψα με επιμέλεια και προσοχή στον Θεό, στον οποίο και ανήκουν. Σ’ Αυτόν παραδίδω τώρα και την ψυχή μου».

Οι χριστιανοί της Αμαθούντος κήδεψαν το άγιο λείψανο με δάκρυα και τιμές στον ιερό ναό του αγίου Τύχωνος.

Ήταν το έτος 619. Είχε ηλικία εξήντα τεσσάρων χρονών. Όταν έβαλαν το λείψανο του Αγίου μέσα σ’ έναν τάφο, που είχαν θαφτεί προηγουμένως δύο άλλοι επίσκοποι, έγινε το έξης θαυμαστό γεγονός. Παραμέρισαν τα δύο λείψανα και άφησαν στη μέση αδειανό χώρο για να βάλουν το λείψανο του Αγίου!

Λίγο μετά τον θάνατό του, μύρο ανάβλυσε από το σκήνωμα του αγίου προς αγαλλίαση και παρηγοριά των πιστών. Είναι ο πολιούχος άγιος της Λεμεσού.

Το άφθαρτο λείψανό του

Μετά το θάνατό του, το σκήνωμά του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1249 μεταφέρθηκε στη Βενετία, ενώ ένα μέρος του εστάλη το 1489 από τον Σουλτάνο Βογιαζήτ Β΄ στο Βασιλιά Ματθία Κορβίνο της Ουγγαρίας και τοποθετήθηκε στο βασιλικό παρεκκλήσι του Κάστρου της Βούδα.

Σήμερα, μέρος του σκηνώματός του βρίσκεται σε παρεκκλήσι του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Μαρτίνου στη Μπρατισλάβα και άλλο στο Ναό San Giovanni in Bragora της Βενετίας .

Ο Άγιος της έμπρακτης αγάπης! 

Ο άγιος Ιωάννης ήταν στην κοσμική του ζωή πολύ πλούσιος. Από τότε όλο εσκόρπιζε. Και ο Θεός του πολλαπλασίαζε τα αγαθά του. 

Την ελεημοσύνη στην καλύτερη της μορφή την ενσάρκωσε ο άγιος Ιωάννης, πατριάρχης Αλεξανδρείας (609-620 μ.Χ.), που γι’ αυτό ονομάστηκε “ο ελεήμων”. Η ζωή του ήταν ένα σύνολο από πράξεις αγάπης και ευσπλαχνίας.

Έχοντας καταλάβει καλά, ότι η ελεημοσύνη δεν πρέπει να γίνεται για να επαινεθούμε από τους ανθρώπους (“όχι προς το θεαθήναι”, όπως λέγει ο Χριστός), ο άγιος Ιωάννης έκανε όλες του τις καλές πράξεις κρυφά. Αλλά όπως τα λουλούδια, όταν δεν φαίνονται τα προδίνει η ευωδία τους που γεμίζει τον αέρα, έτσι και η ευωδία των πράξεων του αγίου Ιωάννη, δεν μπορούσε να μείνει για πάντα κρυφή! Έτσι βλέποντας τον σαν αληθινό μιμητή του Χριστού, όταν πέθανε ο τότε πατριάρχης Θεόδωρος (607-609 μ.Χ.), τον εξέλεξαν διάδοχο του. Ο άγιος απέφευγε το υψηλό αξίωμα. Μα τότε στην αξίωση του κλήρου και του λαού προστέθηκε και η πίεση του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641 μ.Χ.). Έτσι ο Ιωάννης αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Και έγινε πατριάρχης.

Μετά την ενθρόνιση του εκάλεσε τους κληρικούς και τους είπε:

– Θέλω να με πληροφορήσετε πόσοι είναι οι κύριοι μου. Τα ονόματα τους και όλα τα στοιχεία τους!

Τα έχασαν οι Ιερείς. Τι εννοεί ο Πατριάρχης;

– Εννοώ εκείνους, που τους λέμε “φτωχούς”. Αυτοί είναι οι Κύριοι μας! Εγώ έτσι τους βλέπω. 

Και αφού του τα επήγαν, και τι δεν έκαμε να τους ανακουφίσει! Αδιαφορούσε εντελώς για τον εαυτό του. Και στην σκέψη ότι αυτός τα έχει όλα άφθονα, ενώ μπορεί μερικοί να μην έχουν ούτε λίγο ψωμί, αιμάτωνε η καρδιά του. “Μπορεί ποτέ, σκεφτόταν, να αισθάνεται άνετα ο πατέρας, όταν στερούνται και υποφέρουν τα παιδιά του;”.

Ο άγιος Ιωάννης αυτά δεν τα έλεγε μόνο. Τα είχε κάμει τρόπο ζωής. Εζούσε πολύ λιτά και φτωχικά. Κάποτε ένας άρχοντας είδε σε τι φτωχικό κρεβάτι κοιμάται ο μεγάλος πατριάρχης. Και του εδώρησε ένα κλινοσκέπασμα πολυτελείας. Ο άγιος Ιωάννης το επήρε. Αλλά δεν του έκανε καρδιά να το χρησιμοποιήσει για τον εαυτό του. Έτσι, το επούλησε. Και το αντίτιμο το διένειμε στους φτωχούς. Μα τότε ο κόσμος ήταν μικρός -και τα είδη πολυτελείας, λίγα και χειροποίητα, ξεχώριζαν. Την άλλη ήμερα ο άρχοντας γνώρισε το δώρο του στο παζάρι, έμαθε την αλήθεια, το ξαναγόρασε και το ξαναπρόσφερε στον πατριάρχη. Και εκείνος το ξαναπούλησε! Και ο παράξενος αυτός “περίπατος” του κλινοσκεπάσματος έγινε μερικές φορές ακόμη!

Όταν του το επήγε για τελευταία φορά, ο πατριάρχης ερώτησε:

– Για να ιδούμε, ποιος θα κουρασθεί, εγώ να το πουλάω ή συ να το αγοράζεις και να μου το ξαναφέρνεις!

– Να το κρατήσετε για τον εαυτό σας, άγιε πάτερ, θα κρυώσετε. Θα αρρωστήσετε. Θα πεθάνετε. Και η ζημία θα είναι πιο μεγάλη για τους φτωχούς!

Ευχαριστώ. Άλλα κάτω από ένα τόσο ακριβό κλινοσκέπασμα δεν θα μπορούσα να κλείσω μάτι! Μπορεί να αισθάνεται άνετα ένας πατέρας να καλοπερνά ο ίδιος, όταν τα παιδιά του υποφέρουν;
Έτσι σκεφτόταν. Έτσι μιλούσε. Και έτσι ενεργούσε ο ελεήμων Ιωάννης.

Κάποια φορά ένας φτωχός που σώθηκε από κινδύνους χάρις στην έγκαιρη παρέμβαση του Ιωάννη, για να του δείξει την ευγνωμοσύνη του, έσκυψε και του φίλησε το πόδι, ονομάζοντας τον “σωτήρα” του! Μα ο άγιος ακούοντας τα λόγια του ταράχθηκε. Και του είπε:

– Σώπα! Ούτε σταυρώθηκα για σένα. Ούτε το αίμα μου έχυσα! Ένας είναι ο Σωτήρας μας: ο Χριστός!… Εγώ απλώς ακολουθώ τις εντολές Του!…

Ένας λόγος παρηγοριάς και καλοσύνης, και ένα δάκρυ αγάπης και συμπόνιας, είναι στα μάτια του Θεού τόσο πολύτιμα, που όλα τα διαμάντια της γης και τα μαργαριτάρια της θάλασσας μαζί, δεν τα ισοφαρίζουν!

Εμείς τι κάνουμε; Το έχουμε καταλάβει, ότι η ζωή γίνεται χαρούμενη και ευτυχισμένη μόνο με την χριστιανική αγάπη;

(Από έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης)

AgiosIoannisEleimon03

Θαυμαστά γεγονότα από τον βίο του

Στοργικός και Δίκαιος Ποιμενάρχης

Φρόντιζε για την απονομή της δικαιοσύνης. Έκανε το παν για την αποκατάσταση των αδικούμενων και για την προστασία των αδυνάτων. Σπλαχνιζόταν τους φτωχούς, και προσπαθούσε να απαλύνει τον πόνο τους, δίνοντάς τους οικονομική ενίσχυση από τα ταμεία των Ιερών Ναών. Ουδείς φτωχός ερχόταν προς τον Άγιο Ιωάννη και έφευγε με άδεια τα χέρια. Κανένας δοκιμασμένος απ’ τις δυσκολίες της ζωής έφευγε απαρηγόρητος. Αγωνιζόταν να βρίσκει τα μέσα για να τους ικανοποιεί όλους τους δυστυχείς. Ο Ιωάννης όταν έγινε Πατριάρχης έκτισε δύο Μοναστήρια. Μάζεψε μοναχούς και τους έβαλε να Κατοικούν σ’ αυτά. Τους είπε να προσεύχονται πάντα και να μην έχουν καμιά φροντίδα για τα άλλα πράγματα. Αυτός θα φρόντιζε για την τροφή τους και τις διάφορες ανάγκες του Μοναστηρίου.

Η Κοσμική εξουσία προσπαθεί να αρπάξει τον θησαυρό της Εκκλησίας

Βλέποντας ο ηγεμόνας της Αλεξανδρείας Νικήτας Πατρίκιος, ότι ο Πατριάρχης έδινε όλα τα χρήματα της Εκκλησίας στους φτωχούς και παρακινούμενος από κακούς ανθρώπους, ήλθε στο Πατριαρχείο και ζήτησε από το Πατριάρχη να του δώσει τον θησαυρό της Εκκλησίας, γιατί ήταν καλλίτερα να ξοδεύεται για το Κράτος, παρά να τον διασκορπάει άσκοπα αυτός. Ο Άγιος καθόλου δεν ταράχθηκε, αλλά του είπε:

—Είναι προτιμότερο να δίδονται στον επουράνιο Βασιλέα και όχι στον επίγειο, γιατί είναι ιεροσυλία κάτι τέτοιο. Του είπε δε να κάνη, όπως νομίζει, καλλίτερα.

Τότε ο άρχοντος έδωσε διαταγή στους ανθρώπους του και επήραν τα χρήματα όλα, άφησαν δε μόνον εκατό λίτρες χρυσού για τα απαραίτητα έξοδα. Ενώ όμως κατέβαιναν από το Πατριαρχείο συναντήθηκαν με κάποιους ανθρώπους, που βάσταζαν δοχεία γεμάτα .μέλι. Το έστελναν από την Αφρική στον Άγιο. Όταν είδε ο Πατρίκιος το αγνό μέλι, ζήτησε από τον Ιωάννη να του στείλει λίγο, γιατί το χρειαζόταν.

Οι απεσταλμένοι, όταν έφθασαν στον Άγιο και παρέδωσαν τα δοχεία του τα άνοιξαν την ίδια στιγμή, βρήκαν αντί για μέλι σε όλα τα δοχεία χρυσό. Αυτό το Θαύμα, όταν είδε ο Πατριάρχης έστειλε στον Πατρίκιο ένα δοχείο με ένα γράμμα, στο οποίο του διηγιόταν το θαύμα, που είχε γίνει. Όταν λοιπόν, έφθασαν οι απεσταλμένοι του Αγίου, βρήκαν τον άρχοντα στην τράπεζα, που γευμάτιζε.

Ο Πατρίκιος βλέποντας, ότι του έστειλε μόνον ένα δοχείο εξοργίστηκε. Ανοίγοντας όμως το δοχείο βρήκε την επιστολή εκείνη του Αγίου. Την διάβασε προσεκτικά. Θαύμασε και την ίδια ώρα μετανόησε για την πράξη του. Άφησε αμέσως το γεύμα του και επήρε όσα χρήματα είχε αρπάξει και τριακόσιες ακόμη χρυσές λίτρες ιδικές του και τα έφερε στον Πατριάρχη. Ζητούσε εκεί με δάκρυα: και ψυχική συντριβή να τον συγχωρήσει. Ο Άγιος θαύμασε πολύ την μετάνοια του Πατρικίου και έκτοτε έγιναν πνευματικοί αδελφοί…

Δεν πωλούνται τα εκκλησιαστικά αξιώματα

Την εποχή εκείνη έφευγαν απ’ την Περσία πολλοί, λόγω του διωγμού και εύρισκαν καταφύγιο κοντά στον ελεήμονα Πατριάρχη της Αλεξανδρείας Ιωάννη. Αλλά τότε ήταν μεγάλη πείνα και στην Αίγυπτο, γιατί ο Νείλος δεν ξεχείλισε τον χρόνο εκείνο για να ποτίσει τα χωράφια. Αφού, λοιπόν, ο Άγιος ξόδεψε όλο το θησαυρό της Εκκλησίας και χίλιες λίτρες χρυσού, που δανείστηκε, θλιβόταν, γιατί η πείνα πλήθυνε και κανένας δεν βρισκόταν πλέον να τον δανείσει.

Τότε εκεί στην Αλεξάνδρεια ήταν κάποιος πολύ πλούσιος, που ήταν δίγαμος και ο οποίος είχε μεγάλη επιθυμία να γίνει ιεροδιάκονος. Σκέφθηκε, λοιπόν, επειδή ο νόμος δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο να πείσει τον Άγιο με αργύρια και να τον κάνη ιεροδιάκονο.

Έστειλε, λοιπόν, προς τον Πατριάρχη γράμμα με το υιό του και του έλεγε, ότι μπορούσε να τον βοηθήσει στην δύσκολη αυτή περίοδο της πείνας. Αυτός είχε σιτάρι πολλές χιλιάδες μόδια και εκατόν πενήντα λίτρες χρυσού. Αυτά, έλεγε, ότι όλα του τα χαρίζει, αν τον χειροτονούσε Διάκο.

Όταν έλαβε την επιστολή ο Ιωάννης, κάλεσε τον μεσάζοντα Κληρικό και τον ήλεγξε πολύ γι’ αυτή του την πράξη. Του είπε δε, ότι όσον άφορα τους φτωχούς, ο Θεός θα φροντίζει γι’ αυτούς και δεν θα τους αφήσει να πεθάνουν από την πείνα. Δεν ήταν όμως δυνατόν να κάνη αυτόν Διάκονο οτιδήποτε και αν προσέφερε.

Πράγματι σε λίγο καιρό έφθασαν στο λιμάνι δύο πλοία της Εκκλησίας γεμάτα σιτάρι. Τότε ο Ιωάννης ευχαριστούσε τον Θεό, γιατί δεν τον άφησε να πουλήσει την ιεροδιακονία.

Η δύναμη των μνημοσύνων

Έναν καιρό ήταν αρρώστια στην Αλεξάνδρεια και ο Άγιος πήγαινε μόνος του και επισκεπτόταν τους ασθενείς. Ενταφίαζε τους νεκρούς και έκανε μνημόσυνα για την ανάπαυση των ψυχών των, λέγοντας ότι πολύ ωφελούν, οι λειτουργίες και οι προσευχές, όχι μόνον τους νεκρούς, αλλά και τους ζωντανούς. Για να τούς πείσει δε ακόμη περισσότερο τους διηγήθηκε το εξής περιστατικό.

— Οι Πέρσες είχαν αιχμαλωτίσει κάποιον Κύπριο και οι συγγενείς του τον νόμιζαν για νεκρό. Του έκαναν λοιπόν μνημόσυνα σύμφωνα με την συνήθεια. Μετά όμως από τέσσερα χρόνια ο άνθρωπος αυτός επέστρεψε και έμαθε, ότι του έκαναν μνημόσυνα. Και αυτός τότε τους διηγήθηκε, ότι κάθε φορά, που έκαναν αυτοί μνημόσυνο, παρουσιαζόταν ένας πολύ ωραίος άνθρωπος μπροστά του. Κάποια δε η μέρα του έλυσε την αλυσίδα και τον ελευθέρωσε και αμέσως εξαφανίστηκε. Αυτά έλεγε ο Άγιος για να δείξει πόσην μεγάλη ωφέλεια παίρνουν από τις λειτουργίες και τα μνημόσυνα οι ψυχές των νεκρών. Με τέτοια διηγήματα έκανε ο Άγιος πολλούς να δίδουν χάριν ελεημοσύνης τα υπάρχοντα τούς.

Η δύναμη της ελεημοσύνης

Μια ημέρα ήλθε στον Άγιο κάποιος και του έδωσε την περιουσία του. Ήταν επτά λίτρες χρυσό. Τον παρεκάλεσε εν συνεχεία να δεηθεί να γίνει καλά το άρρωστο παιδί του και να γυρίσει το πλοίο του από την Αφρική μαζί με τον αδελφό του. Όμως σε λίγες ημέρες το παιδί του ανθρώπου πέθανε και το πλοίο καταστράφηκε. Σώθηκαν μόνον οι άνθρωποι. Ο άνθρωπος εκείνος έπεσε σε μεγάλη θλίψι και πόνο, ώστε δεν δεχόταν καμιά παρηγοριά από κανέναν. Μια νύχτα, λοιπόν, παρουσιάστηκε στον ύπνο του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου ένας σεβάσμιος Ιερεύς, που έμοιαζε με τον Άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα και του είπε:

Άνθρωπε δεν πρέπει να στεναχωρείσαι γιατί το παιδί σου εάν ζούσε θα γινόταν κακός και μοχθηρός. Και για το πλοίο να γνωρίζεις, ότι θα βυθιζόταν μαζί με τους άνδρες, αλλά με την προσευχή μου και την ελεημοσύνη σου βυθίστηκε μόνον το πλοίο και σώθηκε το πλήρωμα, μαζί δε και ο αδελφός σου. Τότε κατάλαβε ο άνθρωπος την μεγάλη δύναμη της προσευχής του Αγίου.

Η αμαρτία μιας γυναίκας

Πέντε ημέρες πριν πεθάνει ήλθε μια γυναίκα και του ζητούσε συγχώρεση, γιατί αυτό, που είχε κάνει δεν μπορούσε να το εξομολογηθεί. Ο Άγιος της είπε να το γράψει & ένα χαρτί και δεν θα το μάθη κανείς. Όταν όμως έφερε η γυναίκα το γράμμα ο Άγιος είχε πεθάνει. Η γυναίκα στενοχωρήθηκε, έκλαιγε και θρηνούσε επάνω στον τάφο του, γιατί πίστευε, πως πλέον το αμάρτημα της θα γινόταν γνωστό σε όλη την περιοχή. Εκεί κάθισε η γυναίκα τρία ημερόνυχτα κλαίουσα και θρηνούσα. Το χαρτί το είχε βάλει στον τάφο του Αγίου. Την τρίτη βλέπει η γυναίκα τον Άγιο με τους δύο άλλους επισκόπους να της λέγει:

–              Έως πότε, παιδί μου, θα μας ενοχλείς με τα δάκρυά σου; Πάρε το χαρτί, που μου έδωσες.

Η γυναίκα ταράχθηκε και όταν άνοιξε το χαρτί, κατάλαβε ότι ήταν το ίδιο εκείνο χαρτί, που, του είχε δώσει με το αμάρτημα της. Άλλα είδε ότι η αμαρτία της ήταν σβησμένη και γραμμένες οι παρακάτω λέξεις:

«Το αμάρτημα σου το εσυγχώρεσα με την προσευχή του Αγίου Ιωάννου».

Ο Θεός χαρίζει χιλιοπλάσια

Πήγε ένας άνθρωπος στον Άγιο να του ζητήσει ελεημοσύνη. Αυτός ήταν προηγουμένως άρχοντας, άλλα είχε πτωχεύσει. Ο Άγιος τον λυπήθηκε πολύ και παρήγγειλε στον οικονόμο του να του δώσει δεκαπέντε λίτρες χρυσού. Εκείνος συνεννοήθηκε με τους άλλους και έδωσαν στον άνθρωπο μόνον πέντε λίτρες χρυσού, γιατί τους φάνηκε πολύ να του δώσουν δέκα πέντε.

Ήταν εκείνη την ήμερα Κυριακή και ο Άγιος βρισκόταν στην Εκκλησία. Όταν έβγαινε από τον ναό, τον απάντησε μία χήρα γυναίκα, πολύ πλούσια και του έδωσε ένα γράμμα.Του έγραφε, ότι του χάριζε πεντακόσιες λίτρες χρυσού για την ψυχή της.

Με την χάρι της προορατικότητος, που ήταν προικισμένος ο Άγιος, ερώτησε τους υπηρέτες του, πόσον χρυσόν είχαν δώσει στον άνθρωπο, που είχε ζητήσει ελεημοσύνη.

Και αυτοί του είπαν, ότι έδωσαν, όσο τους πρόσταξε. Κάλεσε όμως και τον φτωχό ο Άγιος και έτσι έμαθε την αλήθεια. Τότε έδειξε σ’ αυτούς το γράμμα της γυναίκας και τους είπε, ότι εξαιτίας τους έχασε σήμερα χίλιες λίτρες χρυσού. Διότι, τους είπε, αν δίνατε όσο χρυσό σας είχα πη, η χήρα γυναίκα θα μου έδινε χίλιες πεντακόσιες λίτρες.

Για να βεβαιωθούν περισσότερο κάλεσε τη γυναίκα και της είπε να ομολογήσει πόσο χρυσό είχε σκοπό να δώσει.

Τότε αυτή απήντησε, ότι όλως παραδόξως ενώ είχε γράψει, ότι θα έδινε χίλιες πεντακόσιες λίτρες, όταν το διάβασε το γράμμα για να το ελέγξει, βλέπει πως ήταν γραμμένες μόνον πεντακόσιες λίτρες. Και έτσι νόμισα, είπε η γυναίκα, ότι ο Θεός δεν ήθελε να δώσω περισσότερα. Αυτά τα παράδοξα ακούοντας οι υπηρέτες, πως ο Θεός χαρίζει χιλιοπλάσια στους ελεήμονες και πως ο Άγιος Πατριάρχης ξέρει τα πάντα με το προορατικό του χάρισμα, έπεσαν στα πόδια του Αγίου και του ζητούσαν συγχώρεση.

Το πάπλωμα του Πατριάρχη

Ήταν ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων ταπεινός, όχι μόνον στα λόγια, αλλά και στα ρούχα και στην διατροφή. Το στρώμα του ήτο πολύ παλιό. Μόλις το είδε ένας άρχοντας της πόλεως καταξεσχισμένο και σχεδόν άχρηστο, τον λυπήθηκε και του έστειλε ένα πολύτιμο πάπλωμα, που αγόρασε τριάντα έξι νομίσματα, παρακαλώντας τον να το δεχθεί.

Πράγματι, το δέχθηκε ο Άγιος. Αλλά την νύχτα, όταν έπεσε να κοιμηθεί δεν μπορούσε να ησυχάσει. Κατηγορούσε τον εαυτό του, γιατί αυτός μεν θα κοιμόταν σε πολυτελή και σημαντικής αξίας ρούχα, πολλοί δε φτωχοί την ίδια στιγμή υπέφεραν από την πείνα και το κρύο.

Το πρωί, λοιπόν, έστειλε το πάπλωμα στην αγορά και το πούλησε. Από τα χρήματα δε που επήρε έντυσε εκατό περίπου φτωχούς. Το πάπλωμα όμως αυτό το αγόρασε ο ίδιος άρχοντας, που του το είχε χαρίσει και πάλι του το χάρισε για δεύτερη φορά με την θερμή παράκληση να το κράτηση. Ο Άγιος όμως πάλιν το πούλησε και έντυσε άλλους τόσους φτωχούς. Τούτο έγινε όχι μόνον δύο και τρεις φορές, αλλά πολλές. Κάποια ήμερα συναντήθηκε ο φιλεύσπλαγχνος Πατριάρχης με τον δωρητή άρχοντα και του είπε:

Ας δούμε ποιός θα νικήσει εγώ με το να πωλώ το πάπλωμα ή εσύ με το να μου το χαρίζεις. Έτσι μ’ αυτόν τον τρόπον έπαιρνε από τον πλούσιο εκείνο και έδινε στους φτωχούς, αλλά και ο πλούσιος έκανε το φιλάνθρωπο έργο του.

Το σωτήριο καρβέλι του φιλάργυρου

Κάποια ημέρα, που ήταν συγκεντρωμένος πολύς κόσμος, τους είπε ο Πατριάρχης το εξής διδακτικό περιστατικό:

—Όταν ήμουν στην Κύπρο, είχα στο εργαστήρι μου έναν υπηρέτη τόσο ηθικό, ώστε έζησε σε όλη του την ζωή παρθένος. Αυτός λοιπόν, μου είπε, ότι, στην Αφρική είχε ένα κύριο τελώνη, πολύ πλούσιο, που τον έλεγαν Πέτρο. Αλλά ήταν και πολύ τσιγκούνης. Μία μέρα ήταν συγκεντρωμένοι οι φτωχοί της περιοχής και μακάριζαν εκείνους που τους βοηθούσαν, και καταριόταν τους άσπλογχνους μαζί με τους οποίους έβαζαν και τον αφέντη του, ο οποίος δεν είχε κάνει ποτέ, ούτε μία ελεημοσύνη.

Ένας όμως από εκείνους τους φτωχούς έβαλε στοίχημα με τους άλλους, ότι θα έκαμνε τον Πέτρο να του δώσει ελεημοσύνη. Πήγε, λοιπόν, ο φτωχός και κάθισε στην πόρτα του ο άρχοντος παρακαλώντας τον να τον ελεήσει. Ο Πέτρος τον έβριζε να φύγει, αλλά εκείνη την στιγμή ήρθε ο φούρναρης, που του έφερνε το ψωμί του, και ο άρχοντας πάνω στο θυμό του, του έριξε εναντίον του ένα καρβέλι ψωμί. Το άρπαξε, λοιπόν, ο φτωχός και έφυγε τρέχοντας.

Μετά από δύο ημέρες ο Πέτρος αρρώστησε και είδε στον ύπνο του, ότι βρισκόταν μπροστά στο κριτήριο του Θεού. Στην πλάστιγγα βάρυναν τόσο πολύ οι αμαρτίες του, ώστε δεν υπήρχε ελπίδα να σωθεί. Σε μια στιγμή όμως, παρουσιάστηκε κάποιος άγγελος και έβαλε στην ζυγαριά μια αγαθοεργία. Και ήταν αυτή το ψωμί, που είχε ρίξει στο φτωχό εκείνο.

Κατάλαβε, τότε, ο Πέτρος, πόσο μεγάλη ήταν η αξία της ελεημοσύνης και άρχισε να ελεεί οποίον είχε ανάγκη.

Τόσον ενάρετος και ελεήμων έγινε, ώστε μια μέρα που βρήκε ένα γυμνό ναυαγό του έδωσε το ακριβό επανωφόρι του για να ντυθεί. Ο άνθρωπος όμως εκείνος πούλησε το ρούχο και όταν το έμαθε ο Πέτρος άρχισε να κλαίει. Παρουσιάστηκε όμως στον ύπνο του ένας άγγελος, ευχαριστώντας τον για το ρούχο, που του χάρισε. Τότε κατάλαβε ο Πέτρος τι σήμαινε το όνειρο που είδε στον ύπνο του.

Παρακάλεσε μάλιστα τον Κύριο να μην πεθάνει, προτού αξιωθεί να δώσει όλα τα υπάρχοντά του στο έργο της ελεημοσύνης. Κάλεσε κατόπιν ο Πέτρος τον επίτροπο της περιουσίας του και του είπε :

—Να αγοράσεις πολλή πραματεία, εμπόρευμα δηλαδή, να με πάρεις κι εμένα σαν δούλο και να με πουλήσεις στα Ιεροσόλυμα. Αλλά τα χρήματα, που θα πάρεις, να τα μοιράσεις όλα στους φτωχούς.

Μη μπορώντας ο επίτροπος να κάνει διαφορετικά, τον πούλησε σε κάποιο χρυσοχόο Ζωΐλο ονόματι. Υποσχέθηκε όμως με όρκο, ότι δεν θα έλεγε σε κανέναν τίποτε.

Έμεινε λοιπόν ο Πέτρος δούλος. Δούλευε σκληρά, σαν δούλος που ήταν, στο σπίτι του Ζωΐλου και υπόμενε τους εμπαιγμούς των άλλων δούλων.

Ο Ζωΐλος θέλησε κάποτε να τον ελευθερώσει, επειδή έμεινε ευχαριστημένος απ’ την συμπεριφορά του δούλου του. Μετά από λίγο καιρό ήλθαν έμποροι στα Ιεροσόλυμα και τους φιλοξένησε ο Ζωΐλος. Αυτοί όμως αναγνώρισαν τον Πέτρο και είπαν του Ζωΐλου περί τίνος επρόκειτο. Ο Πέτρος τότε έφυγε και στην πόρτα που πήγε να βγει, καθόταν ένας κωφάλαλος. Τον παρεκάλεσε να του, ανοίξει. Μόλις όμως του άνοιξε μια φλόγα βγήκε από το στόμα του Πέτρου και ο κωφάλαλος υπηρέτης έγινε καλά. Τότε όλοι κατάλαβαν, ότι ο Πέτρος ήταν άγιος άνθρωπος, και έτρεξαν να τον προφτάσουν. Ο Πέτρος όμως είχε εξαφανιστεί.

Διηγήθηκε κάποτε ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, πατριάρχης Αλεξανδρείας (610-619) στους κληρικούς του, για να τους αποδείξει πόσο πολύ ωφελούν οι λειτουργίες:

Ένας νέος από την Κύπρο, συμπατριώτης του αγίου, οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην Περσία και κλείστηκε σε μια φυλακή, που ονομαζόταν Λήθη. Υπήρχε αυστηρός περσικός νόμος να μη βγαίνουν ποτέ ζωντανοί όσοι φυλακίζονταν εκεί.

Κάποτε όμως μερικοί κατάφεραν να δραπετεύσουν. Αυτοί πληροφόρησαν λάθος τους συγγενείς του νέου ότι πέθανε μέσα στη φυλακή. Ύστερα απ’ αυτό οι γονείς του πήγαιναν τρεις φορές το χρόνο πρόσφορο στην εκκλησία για την ανάπαυση της ψυχής του, πιστεύοντας πως είναι νεκρός.

Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Μια μέρα ο νέος κατάφερε να δραπετεύσει και να γυρίσει στην πατρίδα του. Η έκπληξη και η χαρά των γονιών του ήταν απερίγραπτη, γιατί δεν τον υποδέχθηκαν σαν δραπέτη από τη φυλακή, άλλα σαν νεκραναστημένο.

Ύστερα του διηγήθηκαν πως, για την ανάπαυση της ψυχής του, μνημόνευαν ιδιαίτερα το όνομά του στις λειτουργίες των Φώτων, του Πάσχα και της Πεντηκοστής. Τότε ο νέος τους διαβεβαίωσε συγκινημένος ότι τις μέρες εκείνες εμφανιζόταν κάποιος λαμπροφόρος, που τον ελευθέρωνε για λίγο από τις αλυσίδες.

(Ευεργετινός)

Πηγές:

http://o-nekros.blogspot.gr/2012/11/12.html

https://antexoume.wordpress.com/2013/11/12/άγιος-ιωάννης-ο-ελεήμων-ο-πατριάρχης-τ/

https://www.pemptousia.gr/2016/11/agios-ioannis-o-eleimon-patriarchis-alexandrias/

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments