Πότε και πως δημιουργήθηκε το «μακεδονικό ζήτημα”

Μπορεί η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων να άκουσε κάτι για «μακεδονικό ζήτημα» το 1991 όταν εμφανίστηκε -σαν «Σκοπιανό»- σε όλη του τη «μεγαλοπρέπεια», μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την εμφάνιση στα βόρεια σύνορά μας κράτους με το όνομα «Μακεδονία», η εθνική μας αυτή πληγή, ωστόσο, έρχεται από πολύ μακριά. Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ακόμα.

Επί πολλές δεκαετίες η σκέψη και μόνο για προσέγγιση του περίπλοκου αυτού προβλήματος προσέκρουε στην κρατούσα αντίληψη περί «ανύπαρκτου Μακεδονικού» την ώρα που η από βορρά προπαγάνδα γύρω από αυτήν τη δυνάμει «ωρολογιακή» για τα Βαλκάνια βόμβα οργίαζε και οι θέσεις του Βελιγραδίου και των Σκοπίων κέρδιζαν έδαφος διεθνώς.

Τα αποτελέσματα της συλλογικής άγνοιας φάνηκαν στις αρχές του ’90 όταν το «μακεδονικό κράτος» έπεσε σαν κεραμίδα στα κεφάλια μας και έκτοτε τρέχουμε και δεν φτάνουμε.

Ποιο είναι λοιπόν αυτό το «λεγόμενο μακεδονικό» και γιατί έκαιγε τόσο πολύ ώστε να καταστεί επί δεκαετίες ταμπού για εμάς τους Ελληνες;

Ο διαμελισμός της Μακεδονίας

Υπό ιστορικούς όρους, το ελληνικό όνομα «Μακεδονία» αναφέρεται στο κράτος και τον πολιτισμό των αρχαίων Μακεδόνων που, αδιαμφισβήτητα, είναι μέρος της εθνικής και ιστορικής κληρονομιάς της Ελλάδας και ουδεμία σχέση έχει με τους κατοίκους της ΠΓΔΜ, οι οποίοι είναι απόγονοι των Σλάβων και οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Αρχαίου Βασιλείου της Μακεδονίας σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα τον 6ο αιώνα μ.Χ 

Υπό όρους γεωγραφίας, όμως, ο όρος «Μακεδονία» αναφέρεται σε έναν ευρύτερο χώρο, ο οποίος περιλαμβάνει μέρος της επικράτειας διαφόρων Βαλκανικών χωρών (κυρίως Ελλάδος, πΓΔΜ και Βουλγαρίας). Ωστόσο, το κύριο μέρος της γεωγραφικής Μακεδονίας απλώνεται στα όρια της αρχαίας Ελληνικής Μακεδονίας, το μεγαλύτερο τμήμα της οποίας βρίσκεται εντός ελληνικής επικράτειας.

Οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν το «μακεδονικό ζήτημα» ως μέρος του γενικότερου «ανατολικού ζητήματος», του προβλήματος, δηλαδή της διανομής των εδαφών της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Εμφανίστηκε περί τα μέσα του 19ου αιώνα με την προσπάθεια των νεόκοπων κρατών της Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας, να διεισδύσουν στον χώρο της Μακεδονίας, που τότε αποτελείτο από τα βιλαέτια (περιφέρειες) Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων, και να προσεταιριστούν, για λογαριασμό τους η κάθε μια, το πληθυσμιακό της μωσαϊκό που συγκροτείτο από Ελληνες, Βουλγάρους, Σέρβους, λίγους Ρουμάνους και Αλβανούς, Εβραίους (κυρίως στη Θεσσαλονίκη) και βεβαίως πολλούς Τούρκους και γενικά μουσουλμάνους. Οι εθνικιστικές διαμάχες για την κατάκτησή της κράτησαν περίπου μισό αιώνα, από το 1870 έως το 1918 που έληξε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οπότε η Μακεδονία έλαβε την οριστική της μορφή, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στους βαλκανικούς πολέμους.

Καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αρχίσει να αποσυντίθεται, η Βουλγαρία έστρεψε το ενδιαφέρον της προς τη Μακεδονία με στόχο, διά της προπαγάνδας στην αρχή και μέσα από την τρομοκρατική δράση ένοπλων ομάδων (Κομητατζήδες) στη συνέχεια, τον βίαιο εκβουλγαρισμό των κατοίκων. Αποκορύφωμα της δράσης των ομάδων αυτών υπήρξε η εξέγερση στο Κρούσεβο, κοντά στο Μοναστήρι, το 1903, γνωστή ως «επανάσταση του Ιλιντεν» -την οποία οι σημερινοί Σλαβομακεδόνες έχουν μυθοποιήσει θεωρώντας την ως την απαρχή της αφύπνισης του «μακεδονικού έθνους»- με σκοπό την έναρξη ένοπλου αγώνα για την προσάρτηση της Μακεδονίας στην επικράτειά της.

Ετσι τον Σεπτέμβριο του 1904 τα πρώτα ελληνικά ένοπλα τμήματα έκαναν την εμφάνισή τους στη Μακεδονία με αρχηγό τον Παύλο Μελά, για να ακολουθήσει ο Μακεδονικός Αγώνας, ένας αιματηρός, ανορθόδοξος και σκληρός ανταρτοπόλεμος που αποσκοπούσε στη διατήρηση του εθνικού φρονήματος των Ελλήνων της Μακεδονίας και έληξε το 1908 με την επικράτηση του κινήματος των Νεοτούρκων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι οποίοι απαγόρευσαν τη δράση όλων των αντάρτικων ομάδων (ελληνικών, βουλγάρικων, σέρβικων) στη Μακεδονία.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σήμαναν τον διαμελισμό της Μακεδονίας τα εδάφη της οποίας, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 και του Νεϊγί το 1919, δόθηκαν: 51,56% στην Ελλάδα, 38,32% στη Σερβία και 10,12% στην Βουλγαρία.

Οι σλαβόφωνοι

Και ενώ με τη λήξη των πολέμων και την οριοθέτηση των συνόρων φαινόταν ότι το «μακεδονικό ζήτημα» είχε λυθεί οριστικά, καθώς μάλιστα έγιναν και ανταλλαγές πληθυσμών, η παρουσία περίπου 80.000 σλαβόφωνων στη Δυτική Μακεδονία, αρκετοί εκ των οποίων είχαν σλαβική συνείδηση, σε συνδυασμό με τη θέση, στον μεσοπόλεμο, των ανερχόμενων βαλκανικών κομμουνιστικών κομμάτων, μεταξύ αυτών και το ΚΚΕ, περί ξεχωριστού μακεδονικού κράτους ή αυτόνομης Μακεδονίας, συντήρησαν το πρόβλημα.

Η ελληνική πλευρά, παρά ταύτα, έκρινε ότι το ζήτημα είχε λυθεί και όσον αφορά τους σλαβόφωνους της Δυτικής Μακεδονίας υποστήριζε ότι δεν αποτελούσαν ξένη μειονότητα, αλλά ήταν Ελληνες οι οποίοι μιλούσαν απλώς ένα σλαβικό ιδίωμα.

Σε αυτό το διάστημα το ΚΚΕ ακροβατούσε μεταξύ των αποφάσεων της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, αλλά και της Κομιντέρν περί ίδρυσης «ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας» και της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας, θέση από την οποία αποστασιοποιήθηκε το 1935, υιοθετώντας την αρχή της πλήρους ισότητας και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Με πρόσχημα τις θέσεις του ΚΚΕ, οι σλαβόφωνοι της Δυτικής Μακεδονίας υπέστησαν σκληρές διώξεις στα τέλη της δεκαετίας του ’30 με εξορίες και φυλακίσεις και εξαναγκασμό πολλών εξ αυτών σε φυγή στη Γιουγκοσλαβία.

Στην Κατοχή

Με την κατάληψη της Μακεδονίας το 1941 από τα ναζιστικά στρατεύματα, και την παραχώρηση της ελληνικής Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης στους Βούλγαρους, το Μακεδονικό φούντωσε και πάλι.

Η βουλγαρική προπαγάνδα προσέλκυσε ως συνεργάτες της διαβόητης μυστικής της αστυνομίας «Οχράνα», που επιδόθηκε σε τρομοκρατία και προέβη σε αγριότητες, αρκετούς «βουλγαρομακεδόνες» ενώ πολλοί αριστεροί σλαβόφωνοι επηρεασμένοι από την προπαγάνδα του Τίτο περί ίδρυσης μακεδονικού κράτους συγκρότησαν το Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο, γνωστό ως SΝΟF.

Η οργάνωση αυτή των σλαβομακεδόνικης συνείδησης κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας συμμετείχε στον ΕΛΑΣ μ’ ένα τάγμα, αλλά τα σχέδια του Τίτο για τη Βαλκανική και η προπαγάνδα περί μακεδονικού έθνους στην οποία επιδόθηκε, την έφεραν γρήγορα σε τροχιά συγκρουσης με τον ΕΛΑΣ. Ετσι, στις αρχές Οκτωβρίου του 1944, ο στρατηγός Σαράφης διέταξε την 9η Μεραρχία να διαλύσει το τάγμα των σλαβομακεδόνων ανταρτών, το οποίο αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία.

Στις 2 Αυγούστου του 1944 η γιουγκοσλαβική Μακεδονία, ανακηρύχθηκε από την Αντιφασιστική Συνέλευση της Λαϊκής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας ανεξάρτητο κράτος στο πλαίσιο της ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας και αμέσως έγινε δεκτή από την ηγεσία του Βελιγραδίου που την κατέστησε μία από τις Δημοκρατίες του ομόσπονδου κράτους, γνωστή πλέον ως «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Ο πυρήνας για μελλοντική προσάρτηση των εδαφών της ελληνικής και βουλγαρικής Μακεδονίας είχε δημιουργηθεί από τον Τίτο, και ακολούθησε το δύσκολο έργο της καλλιέργειας μακεδονικής συνείδησης στους βουλγαρίζοντες κατοίκους της περιοχής.

Η σταυροφορία «μακεδονοποίησης» συνοδεύτηκε από διώξεις πολιτών με βουλγαρική συνείδηση και επιχείρηση ανάδειξης όλων εκείνων των στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια εθνότητα (γλώσσα, ιστορία, πολιτισμός) σε μια περιοχή όπου σύμφωνα με τους ιστορικούς, πλην φυσικά εκείνων της «άλλης πλευράς», δεν είχε αναφερθεί ποτέ, πριν από το 1943, η ύπαρξη σλαβικού μακεδονικού έθνους.

Γεγονός λοιπόν αναμφισβήτητο ότι οι προθέσεις του Τίτο ήταν η προσάρτηση της Μακεδονίας. Διαβάζοντας και μελετώντας την σκέψη όλων των Γιουγκοσλάβων ιθυνόντων εκείνης της εποχής, βλέπουμε ότι  ζητούσαν ολόκληρη την Μακεδονία, μέχρι τα πομακοχώρια της Θράκης! Ενέργειες φανατικών, όπως του αρχηγού του ΣΝΟΦ (Σλαβομακεδονικού εθνικοαπελευθρωτικού Μετώπου) στρατηγού Αποστόλσκι, που μετέφερε το πυροβολικό του στην μεθόριο, στα υψώματα του Γευγελή, το 1944, με σκοπό να βομβαρδίσει την Θεσσαλονίκη και αποσοβήθηκε  ο βομβαρδισμός το τελευταίο ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ από τον ίδιο τον Τίτο

Στον Εμφύλιο

Η έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου και η επικέντρωση των πολεμικών επιχειρήσεων στον ορεινό όγκο της Δυτικής Μακεδονίας έφερε στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας μερικές χιλιάδες σλαβόφωνους αριστερούς μαχητές της SNOF (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), οργάνωσης που στο καταστατικό της περιελάμβανε τη «διεκδίκηση των εθνικών δικαιωμάτων του μακεδονικού λαού».

Ο Τίτο περίμενε την νίκη του ΔΣΕ του Μάρκου Βαφειάδη, για να ζητήσει αλλαγή συνόρων. Ο Μάρκος Βαφειάδης είναι ένας από του δύο ξένους ήρωες των Σκοπίων. Ο άλλος είναι ο Κροάτης  Ιωσήφ Μπρόζ  Τίτο, 12ο παιδί φτωχής οικογένειας, που υιοθέτησε και ανέλαβε να μεγαλώσει ένας Εβραίος Μυλωνάς.

Αλλά το ΚΚΕ, η πολιτική πτέρυγα του ΔΣΕ, ήταν λίγο δύσπιστο απέναντι στον Τίτο και ο Τέμπο, (Σβέτοζαρ Βουκμάνοβιτς – Τέμπο, Μαυροβούνιος Σέρβος στην καταγωγή, ήταν ο υπεύθυνος στο Κ.Κ.Γ για τα θέματα αντίστασης στην  “Μακεδονία”) μας εξηγεί το γιατί:

«Ήδη από πολύ νωρίς ανεξέλεγκτα σλαβικά ανταρτικά τμήματα εισέρχονταν στην Ελλάδα και προέβαιναν σε σφαγές και λεηλασίες, Φυσικά το ΚΚΓ δεν είχε καμία ανάμιξη σε αυτό.

Ο Βάντσε Μιχαήλοφ, εγκάθετος των Βουλγάρων, στρατολογούσε τους κυνηγημένους από την Ελλάδα Μακεδόνες, τους μάζευε και τους οργάνωνε στη Μπίτολα (Μοναστήρι) και τους έστελνε στην Ελλάδα για σφαγές και λεηλασίες. Ετσι, οι Έλληνες κομουνιστές είχαν δίκαιο να είναι εν  μέρει δύσπιστοι. Εκτός αυτού υπήρχε και μια κακή προϊστορία. Ο κίνδυνος  από τον Πανσλαβισμό ήταν κάποτε ορατός και ζητούσε επίμονα έξοδα στο Αιγαίο. Η πολιτική του ΚΚΓ όμως, δεν ήταν επεκτατική  και βασίζονταν στην αρχή της ισοτιμίας των λαών Και αυτό θα έπρεπε να το γνωρίζουν οι Έλληνες κομουνιστές».

Ο Τέμπο ήταν αυτός που μίλησε νωρίτερα για αλλαγή συνόρων που προσδοκούσε η Γιουγκοσλαβία, τουλάχιστον με την προσάρτηση Καστοριάς, Φλώρινας και Πέλλας. Ο Τέμπο είναι ο αυτός που λίγες σελίδες πιο κάτω κατηγορεί το ΚΚΕ ότι αδικαιολόγητα φοβάται, γιατί οι Γιουγκοσλάβοι κομουνιστές δεν ήταν κακοί και ιμπεριαλιστές σαν τους κακούς Πανσλαβιστές! (απλώς ήθελαν την μισή Μακεδονία για… ανθρωπιστικούς λόγους!).

Και συνεχίζει, δίνοντας μας και τον λόγο που τελικά επιλέγη να δημιουργηθεί αυτό το κράτος, αλλά και το λόγο που επιλέγη να βαπτιστεί Μακεδονικό (άσχετα αν η διαμάχη με τον Στάλιν τον εμπόδισε να στηρίξει το ΚΚΕ μέχρι τέλους, ώστε να νικήσει  ο ΔΣΕ στον Γράμμο και στο Βίτσι το 1949).

«Ο Μακεδονικός λαός δεν γνώρισε την ελευθερία του και τα δικαιώματα του στην  Ελλάδα και στην Βουλγαρία. Στην Γιουγκοσλαβία όμως απέκτησε δικό του κράτος, ισότιμο με όλα τα άλλα κράτη της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Έθεσε όμως τις βάσεις για μελλοντική απελευθέρωση των αδελφών του. Η Λ.Δ. Μακεδονίας έγινε ΠΥΡΗΝΑΣ και ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και την ΕΝΩΣΗ της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ στο εγγύς ή στο ΑΠΩΤΕΡΟ  ΜΕΛΛΟΝ».

Οι κομμουνιστές υπό την καθοδήγηση του Τίτο και του υπουργού εσωτερικών της Σερβίας Μίτρα Μίτροβιτς, που κατέστρωσε το όλο σχέδιο συνεργασία με τον ΔΣΕ, επιδόθηκαν σε ένα άνευ προηγούμενου ειδεχθές έγκλημα το οποίο καταδικάστηκε από όλα τα κράτη τoυ κόσμου και από τον ΟΗΕ. Το ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ.

Η Γιουγκοσλαβική ιστοριογραφία ασχολήθηκε πολύ με αυτό το θέμα, αλλά δυστυχώς δεν έβγαλε τα ίδια συμπεράσματα με την παγκόσμια ιστοριογραφία. Παρουσιάζει αρχικά τον ελληνικό εμφύλιο σαν την «ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1945-49» στην οποία ο πόλεμος δεν γίνονταν μεταξύ των Ελλήνων, αλλά μεταξύ Ελλήνων και «Μακεδόνων». Παρουσιάζεται σαν όργιο σφαγών επί των «Μακεδόνων» τόσο από τους «Μοναρχοφασίστες», όσο και από τους Έλληνες κομουνιστές. Ένα όργιο, που ανάγκασε 28.000 παιδάκια, από 3 μηνών έως 12 ετών να ζητήσουν καταφύγιο στην αγκαλιά της ελεύθερης μάνας Λ.Δ. Μακεδονίας! Και στο τέλος οι γενναίοι Μακεδόνες αγωνιστές, εξορίζονται στα ξερονήσια του Aιγαίου, ενώ μεγάλο μέρος αυτών εξορίζεται  και προσφυγοποιείται στην Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, ΕΣΣΔ, Ουγγαρία και φυσικά στην Γιουγκοσλαβία.

«ΟΙ Έλληνες Μοναρχοφασίστες χρησιμοποίησαν όλα τα μέσα για να καταπνίξουν την επανάσταση των Μακεδόνων. Ακόμα και αγγλικό στρατό  έφεραν προς βοήθεια. Οι  Μακεδόνες  είχαν στον αγώνα αυτό μοναδική συμπαράσταση  στο γενναίο πρόσωπο του στρατηγού Βαφειάδη».

Έτσι οι Μακεδόνες παρουσιάζονται σε όλα τα σχολικά και πανεπιστημιακά βιβλία, σαν ο πιο βασανισμένος λαός του κόσμου.  Όλα τα έντυπα, από τις Εγκυκλοπαίδειες, τα πανεπιστημιακά, τα επίσημα ως τα πλέον ανεπίσημα, λαμπρύνουν την «Β΄Μακεδονική Επανάσταση του 1945-49» και αμαυρώνουν την Ελλάδα για την αποτρόπαια γενοκτονία σε βάρος των «Μακεδόνων».

Οργανώνονται συναντήσεις «Παιδιών φυγάδων του Αιγαίου», εκείνων των τρίμηνίτικων και τετραμηνίτικων  μωρών που αποφάσισαν από μόνα τους να καταφύγουν  (προφανώς μπουσουλώντας, αν και τα τρίμηνα δεν μπουσουλάνε ακόμα!) στην Λ.Δ.Μακεδονία το 1948-49 για να γλιτώσουν από του Έλληνες γενοκτόνους!!! Παιδιά που έγιναν γενίτσαροι, ενώ οι γριές μανάδες τους στην Μακεδονία, Θεσσαλία και Ήπειρο κυρίως, τα ψάχνουν ακόμα και σήμερα μέσω του διεθνούς ερυθρού σταυρού.

Οι σχέσεις ΚΚΕ και Γιουγκοσλαβίας χειροτέρευσαν μετά την «προδοσία του Τίτο» το ’48.

Με τη συντριβή του ΔΣΕ το ’49, περί τους 35.000 σλαβόφωνους με σλαβική συνείδηση εγκατέλειψαν με τη θέλησή τους ή εκδιώχθηκαν βίαια από τη Δυτική Μακεδονία όπου απέμειναν άλλοι 42.000 με ελληνική συνείδηση.

Μόνιμη εστία κρίσης στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις

Για μια ακόμη φορά η ελληνική πλευρά θεώρησε ότι είχε τελειώσει με το Μακεδονικό ή, τουλάχιστον, αυτό είχε πάψει να αποτελεί εσωτερικό πρόβλημα έστω με τη μορφή του μειονοτικού ζητήματος, μια και έφυγαν απο την ελληνική Μακεδονία όσοι είχαν σλαβομακεδονική συνείδηση.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Τα Σκόπια, όπου είχαν καταφύγει οι Σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας, εξέπεμπαν αλυτρωτισμό και πίεζαν διαρκώς την κεντρική κυβέρνηση του Βελιγραδίου να συντηρεί το θέμα και να προβάλλει αξιώσεις έναντι της Αθήνας, με αποτέλεσμα τον Σεπτέμβριο του 1950 η Γιουγκοσλαβία να θέσει επίσημα στον ΟΗΕ ζήτημα αναγνώρισης μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα.

Οι σχέσεις Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας έκτοτε πέρασαν από πολλά κύματα εξαιτίας του Μακεδονικού, το ίδιο και οι σχέσεις Βελιγραδίου – Σόφιας. Περί τα τέλη της δεκαετίας του ’50, όμως, και ενώ η γιουγκοσλαβική προπαγανδιστική δραστηριότητα είχε ατονήσει, η κατάσταση εξομαλύνθηκε και μάλιστα Τίτο και Καραμανλής, τον Ιούνιο του 1959, υπέγραψαν συμφωνία με βάση την οποία επιτρεπόταν η ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων και διακίνηση προϊόντων στα σύνορα Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας σε βάθος δέκα χιλιομέτρων.

Δύο χρόνια μετά, οι Γιουγκοσλάβοι άρχισαν να εγείρουν και πάλι ζήτημα μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι υφίσταται κακομεταχείριση, αναγκάζοντας την ελληνική κυβέρνηση να κλείσει, το 1962, τα σύνορα παγώνοντας έτσι μονομερώς τη συμφωνία, η οποία καταργήθηκε οριστικά αργότερα από τη δικτατορία.

Το 1980, με τον θάνατο του Τίτο, η γιουγκοσλαβική ηγεσία ενέτεινε την επιθετικότητά της γύρω από το Μακεδονικό με αιχμή του δόρατος τα Σκόπια. Δηλώσεις περί καταπίεσης των «Μακεδόνων του Αιγαίου» από την Ελλάδα, χάρτες της «Μεγάλης Μακεδονίας», δημοσιεύματα για αρπαγή μακεδονικών εδαφών από Ελλάδα και Βουλγαρία κ.ά. προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της Αθήνας, η οποία το 1982 προέβη σε διάβημα προς το Βελιγράδι.

Η επισκεψη το 1983 στην Αθήνα της τότε πρωθυπουργού της Γιουγκοσλαβίας Μίρκας Πλάνιτς και η πρωτοβουλία της να εγείρει στις συναντήσεις θέμα μακεδονικής μειονότητας, αλλά και το ταξίδι του Ανδρέα Παπανδρέου στο Βελιγράδι, το 1986, όπου επίσης του ετέθη από τους Γιουγκοσλάβους το ίδιο ζήτημα, απείλησαν να τινάξουν τις σχέσεις των δύο χωρών στον αέρα.

Οι Γιουγκοσλάβοι δεν αμφισβητούσαν, τουλάχιστον μεταπολεμικά, τα υφιστάμενα σύνορα στα Βαλκάνια, όμως οι πιέσεις που ασκούσαν τα Σκόπια στο Βελιγράδι για την προβολή διεθνώς ζητήματος ύπαρξης ενός «μακεδονικού έθνους» και καταπίεσης αλύτρωτων Μακεδόνων στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, δηλητηρίαζε διαρκώς τις σχέσεις τους με τη Σόφια και την Αθήνα.

Το ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ έλαβε ανησυχητικές διαστάσεις για την Ελλάδα όταν η τότε Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε και αναδείχθηκαν 5 ανεξάρτητα κράτη. Η Σερβία, η Κροατία, η Βόσνια-Ερζεγοβίνη, η Σλοβενία και τέλος η «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Από τον Δεκέμβριο του 1991, ο πρόεδρος της χώρας  Κίρο Γκλιγκόροφ ζητά διεθνή αναγνώριση της χώρας του ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με επιστολές του προς τους ηγέτες όλων των κρατών του κόσμου.

Την αμέσως επόμενη μέρα γίνεται Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο καταλήγει σε τρία σημεία: 1) Να αλλάξει η ονομασία «Μακεδονία», 2) Να αναγνωρίσει ότι δεν έχει εδαφικές βλέψεις κατά της Ελλάδας και 3) Να αναγνωρίσει ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει «μακεδονική μειονότητα».

Η Ελλάδα αντέδρασε έντονα με συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις να οργανώνονται σε όλη τη χώρα. Το 1992 μάλιστα, ανεβαίνοντας στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής, είχε βουρκώσει δημόσια όταν ρωτήθηκε από τους δημοσιογράφους για το όνομα της Μακεδονίας.

Στις αρχές του 1992 η Βουλγαρία γίνεται η πρώτη χώρα που αναγνωρίζει την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα («Δημοκρατία της Μακεδονίας») και έκτοτε οργανώνεται ένα μεγάλο κύμα διαδηλώσεων στην Ελλάδα. Μετά από πολιτικές διαβουλεύσεις και διακομματικές συμφωνίες, η Ελλάδα δεν αποδέχεται τη λέξη «Μακεδονία» στην ονομασία των Σκοπίων, ούτε παράγωγά της.

Οι δύο χώρες ξεκινούν διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και η πΓΔΜ γίνεται δεκτή στα Ηνωμένα Έθνη το 1993, υπό προσωρινή ονομασία. Η πΓΔΜ αναγνωρίστηκε επίσημα με αυτή την ονομασία στις 8 Απριλίου 1993 με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Το Συμβούλιο Ασφαλείας διαπίστωσε την απειλή για την ειρήνη και ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής που προκύπτει από την μονοπώληση του ονόματος της Μακεδονίας και κάλεσε Ελλάδα και πΓΔΜ να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις για την οριστική επίλυσή του προβλήματος του ονόματος.

Η υποχρέωση της διαπραγμάτευσης για το ζήτημα του ονόματος αποτυπώθηκε και στην Ενδιάμεση Συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ Ελλάδος και πΓΔΜ το 1995. Έτσι η ΠΓΔΜ έγινε το 181ο μέλος του ΟΗΕ και σύντομα πολλοί διεθνείς οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και η ΔΟΕ (Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή) υιοθέτησαν αυτήν την ονομασία και συνεχίζουν να τον υιοθετούν έως σήμερα.

Πηγές:

http://www.kathimerini.gr/304963/article/epikairothta/ellada/enamishs-aiwnas-makedoniko-zhthma

https://www.antibaro.gr/article/18059

http://news247.gr/eidiseis/weekend-edition/eis-to-onoma-ths-makedonias-pws-ksekinhsan-ola-kai-pou-vriskomaste-shmera.3964882.html

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments