«Το εξπρές του μεσονυχτίου»: Η ταινία του Άλαν Πάρκερ που τραυμάτισε βαριά την Τουρκία

Πέθανε ο σκηνοθέτης του “Εξπρές του Μεσονυχτίου” ‘Αλαν Πάρκερ

Ο Βρετανός κινηματογραφιστής ‘Αλαν Πάρκερ, που σκηνοθέτησε τις ταινίες “Εξπρές του μεσονυχτίου”, “Ανήλικοι ριφιφίδες” (Μπάγκσι Μαλόουν), “Ο Μισισιπής καίγεται”, “Εβίτα”, πέθανε σε ηλικία 76 ετών, μεταδίδουν βρετανικά μέσα ενημέρωσης.

O Alan Parker ήταν ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Σκηνοθετών της Μεγάλης Βρετανίας και πρόεδρος του Συμβουλίου Κινηματογράφου του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Alan Parker σκηνοθέτησε επίσης το θρυλικό The Wall των Pink Floyd.

Ο Πάρκερ γεννήθηκε στο Ίσλινγκτον σε εργατική οικογένεια και από τα 18 του άρχισε να εργάζεται στον χώρο της διαφήμισης, κάτι που επέδρασε στο στιλ του. Η πρώτη του ταινία είναι το περίφημο Bugsy Malone του 1976, αλλά τα πάντα άλλαξαν με το τρομακτικό Εξπρές του Μεσονυκτίου που γύρισε το 1978.

Ο σκηνοθέτης υπήρξε δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ για Όσκαρ σκηνοθεσίας για τις ταινίες του “Εξπρές του μεσονυχτίου” το 1978 και το “Ο Μισισιπής καίγεται” το 1988 αλλά δεν το κέρδισε ποτέ.

Επίσης διεκδίκησε 3 χρυσές σφαίρες, ενώ κέρδισε 5 Bafta Awards. ενώ έχει λάβει αρκετά βραβεία για το έργο του. Οι μεγάλου μήκους ταινίες του έχουν κερδίσει 19 βραβεία BAFTA, 10 Χρυσές Σφαίρες και 10 Όσκαρ.

Ήταν παντρεμένος με τη Λίζα Μοράν-Πάρκερ με την οποία είχε αποκτήσει πέντε παιδιά και είχε επτά εγγόνια.

«Ο Άλαν Πάρκερ ήταν χαμαιλέοντας», έγραψε η Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών στο Twitter και πρόσθεσε: «Το έργο του μας διασκεδάζει, μας συνδέει και μας έδωσε μια τόσο έντονη αίσθηση χρόνου και τόπου. Ένα εξαιρετικό ταλέντο, που θα λείψει πολύ».

Ο συνθέτης της «Εβίτα», Άντριου Λόιντ Βέμπερ έγραψε ότι λυπήθηκε πολύ από τον θάνατο του φίλου και συνεργάτη του και «ενός από τους λίγους σκηνοθέτες που κατανοούσαν πραγματικά τα μιούζικαλ στη μεγάλη οθόνη».

Ο Parker έλαβε επίσης τον τίτλο του Διοικητή του άριστου τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (CBE) το 1995 και στη συνέχεια χειροτονήθηκε ιππότης το 2002. Ήταν ιδρυτικό μέλος του Directors Guild of Great Britain, ιδρυτής του Συμβουλίου Κινηματογράφου του Ηνωμένου Βασιλείου, και πρόεδρος του BFI από το 1998 έως το 1999.

Η ταινία «Εξπρές του Μεσονυκτίου»

Το 1970 ο Αμερικανός φοιτητής Μπίλι Χέιζ συνελήφθη από τις αρχές της Τουρκίας για λαθρεμπόριο χασίς. Ο 23χρονος Χέιζ είχε ξεκινήσει να εμπορεύεται μικρές ποσότητες μαριχουάνα από την άνοιξη του 1969.  Αγόραζε δύο κιλά χασίς σε χαμηλές τιμές από την Τουρκία και τα πουλούσε στην Αμερική σε πιο υψηλές τιμές. 

Εκείνο ήταν το τέταρτο ταξίδι του στην Κωνσταντινουπολη. Ενώ ήταν έτοιμος να φύγει από το αεροδρόμιο της Τουρκίας οι αρχές έκαναν σωματική έρευνα στους επιβάτες, λόγω της βομβιστικής επίθεσης που είχε πραγματοποιηθεί σε ένα αεροπλάνο εκείνη τη χρονιά. Πάνω του βρήκαν 2 κιλά χασίς και τον συνέλαβαν….

Ο Χειζ καταδικάστηκε σε 4 χρόνια και δύο μήνες φυλάκισης και οδηγήθηκε στις φυλακές Σαγκμαλιτσάρ, που θεωρούνταν υψίστης ασφαλείας. Όπως είχε πει: «Ένιωσα ο ουρανός να πέφτει στο κεφάλι μου». Το πρώτο βράδυ στη φυλακή ο Χέιζ προσπάθησε να κλέψει μια κουβέρτα και ο φύλακας τον έσυρε στο πάτωμα, τον έδεσε και άρχισε να τον χτυπά τις πατούσες του.

Αμέσως ξεκίνησε να οργανώνει το σχέδιο απόδρασης του. Αρχικά είπε σε έναν φίλο του από τη Νέα Υόρκη, τον Πάτρικ να του εξασφαλίσει πλαστά διαβατήρια και ταυτότητες, ώστε να μπορέσει να φύγει από τη χώρα. Ο Πάτρικ στην προσπάθεια του να βρει τα πλαστά έγγραφα δολοφονήθηκε από άτομα του υποκόσμου. 

Στην είδηση του θανάτου του, ο Χέιζ εγκατέλειψε τις προσπάθειες απόδρασης και παρέμεινε στη φυλακή για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Η Αμερική ζήτησε πολλές φορές την έκδοση του από την Τουρκία, αλλά οι Τούρκοι αρνήθηκαν.

Πενήντα τέσσερις ημέρες πριν αποφυλακιστεί το Ανώτατο Δικαστήριο της Άγκυρας επανεξέτασε την υπόθεση του και μετέτρεψε την ποινή του σε 30 χρόνια. Πλέον η μόνη του επιλογή ήταν η απόδραση, διαφορετικά θα έπρεπε να περάσει όλη του τη ζωή στη φυλακή….

Αφού παρέλαβε κρυμμένα σε ένα βιβλίο 2.700 δολάρια από την οικογένεια του, δωροδόκησε τον γιατρό των φυλακών, ώστε να μεταφερθεί για λόγους υγείας στη φυλακή του Βοσπόρου. Το νησί που βρισκόταν η φυλακή επικοινωνούσε με την στεριά με τα φέρι μποτ, τα οποία έκαναν καθημερινά δρομολόγια, αλλά δεν αγκυροβολούσαν ποτέ στο νησί.

Μια νύχτα ξέσπασε καταιγίδα και ένα από τα πλοιάρια δεν κατάφερε να φύγει από το νησί. Ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να δραπετεύσει. «‘Η θα τα κατάφερνα ή θα με σκότωναν. Όπως και να έχει ήμουν ήδη ελεύθερος», είχε γράψει αργότερα στο βιβλίο του».

Η ταινία είχε και ελληνικό άρωμα καθώς σε αυτή συμμετείχε και ο γνωστός ηθοποιός Μιχάλης Γιαννάτος στο ρόλο του μεταφραστή του Μπραντ Ντέιβις.

Αυτό που ισχυρίζεται ο Μπίλι (και γράφουμε ισχυρίζεται, γιατί ακόμα και τώρα υπάρχουν αμφιβολίες για τον τρόπο απόδρασης) είναι ότι μία νύχτα με καταιγίδα από το νησάκι όπου ήταν η φυλακή του κατάφερε να κλέψει ένα ξύλινο βαρκάκι που ήταν δεμένο στο φερι μποτ έφτασε στη στεριά και κρύφτηκε τρεις ημέρες στην Τουρκία. 

Άλλαξε το χρώμα των μαλλιών του σε μαύρο για να μην τον αναγνωρίσουν και κατευθύνθηκε προς τα ελληνικά σύνορα. Τότε βούτηξε στον Έβρο ποταμό και αφού κολύμπησε κατά μήκος του, συνελήφθη από Έλληνες στρατιώτες.

Ήταν ελεύθερος. Από εκεί οι Έλληνες τον μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη και τον ανέκριναν για αρκετές ημέρες για να μάθουν πως έφτασε στα σύνορα και πως διέφυγε από τους Τούρκους στρατιώτες, όπως είχε δηλώσει…

Έπειτα από τρεις εβδομάδες οι ελληνικές αρχές τον απέλασαν στη Φρανκφούρτη και επέστρεψε στην Αμερική, όπου τον περίμεναν οι γονείς του. Με το που επέστρεψε σπίτι του ξεκίνησε να γράφει βιβλίο για την εμπειρία του, με τίτλο «Το εξπρές του Μεσονυχτίου», έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι φυλακισμένοι για την απόδραση από τη φυλακή.

Μόλις ο Μπίλι επέστρεψε στην Αμερική, τα ΜΜΕ ασχολήθηκαν με την ιστορία του. Ένα δημοσίευμα του Reuters κέντρισε την προσοχή του Αλαν Μάρσαλ, του ανθρώπου που θα αναλάμβανε την παραγωγή της ταινίας μαζί με τον Ντέιβιντ Πάτναμ. Αμέσως οι δυο τους κινητοποίησαν τις διαδικασίες για να φτιάξουν μία ταινία για την απίστευτη ιστορία που είχαν διαβάσει.

Όπως λένε στο ντοκιμαντέρ, σχεδόν ταυτόχρονα «έχτιζαν» το φιλμ, ενώ γράφονταν και το βιβλίο για την ιστορία του Χέιζ, το οποίο ολοκληρώθηκε σε χρόνο-ρεκόρ τριών μηνών για να ανοίξει τον δρόμο στους παραγωγούς.

Το σενάριο ανατέθηκε στον Ολιβερ Στόουν, τον οποίο οι δυο παραγωγοί δεν εκτιμούσαν καθόλου. Εκείνος όμως κλείστηκε σε ένα δωμάτιο και έγραψε ένα σενάριο που άφησε τους Μάρσαλ και Πάτναμ άφωνους.

Μπορεί να μην έγιναν ποτέ φίλοι μαζί του, ωστόσο δεν μπόρεσαν παρά να αναγνωρίσουν το ταλέντο του, κάτι που έκανε και η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου καθώς του χάρισε το Όσκαρ σεναρίου το 1979.

Πολύ επιτυχημένη ήταν και η επιλογή του ανθρώπου που έγραψε τη μουσική. Τον ρόλο αυτόν, τον εμπιστεύτηκαν στον Τζιόρτζιο Μόροντερ, που έγραφε για πρώτη φορά σάουντρακ και ίσως γι’ αυτό εμφανίστηκε πολύ τολμηρός.

Το τραγούδι με το συνθεσάιζερ που «ντύνει» την ταινία θεωρείται πλέον κλασικό και κάνει ακόμα και τώρα όσους το ακούν να θέλουν να σηκώσουν τα χέρια ψηλά και να πουν «Παραδίνομαι». Η δουλειά του επίσης εκτιμήθηκε δεόντως και του χάρισε χρυσό αγαλματίδιο.

Οι ηθοποιοί που ήταν υποψήφιοι να υποδυθούν τον Χέιζ ήταν ο Τζον Τραβόλτα και ο Ρίτσαρντ Γκιρ. Τελικά τον ρόλο ανέλαβε ο Μπραντ Ντέιβις, παρόλο που καθυστέρησε στην προγραμματισμένη οντισιόν δύο ώρες.

Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στη Μάλτα, καθώς οι τούρκικες αρχές δεν έδωσαν άδεια στην παραγωγή να πάει στην Κωνσταντινούπολη, γιατί θεωρούσαν ότι το περιεχόμενο της ταινίας δυσφημούσε τη χώρα….

Μέσα σε πενήντα πέντε ημέρες, οι περισσότεροι συντελεστές της ταινίας -μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Αλαν Πάρκερ- θα έβγαιναν σωματικά και ψυχικά νοκ άουτ, κάνοντας ομόφωνα λόγο για τα πιο σκληρά γυρίσματα στα οποία έχουν συμμετάσχει ποτέ.

Στην Τουρκία η ταινία ήταν απαγορευμένη για πολλά χρόνια. Πρώτη φορά προβλήθηκε το 1992 από ιδιωτικό σταθμό. Σύμφωνα με τον Χέιζ, οι Τούρκοι είχαν δίκιο, καθώς η ταινία ήταν πιο βίαιη από την πραγματικότητα και παρουσίαζε με αρνητικό τρόπο τον τούρκικο λαό.

Πριν από την έναρξη των γυρισμάτων, ο σκηνοθέτης Άλαν Πάρκερ μοίρασε σε όλους ένα χαρτί που έγραφε «Πρόθεση μου είναι να κάνω μια βίαιη, χωρίς συμβιβασμούς, ωμή ταινία. Δεν πρόκειται να είναι μια συνηθισμένη ταινία με θέμα τη φυλακή, αλλά θα δημιουργήσουμε μια φυλακή που κανείς μέχρι τώρα δεν έχει ξαναδεί».

Ο Μπραντ Ντέιβις την περίοδο των γυρισμάτων αντιμετώπιζε προβλήματα με τα ναρκωτικά και πέθανε το 1991 από Αids

Η ταινία περιείχε σκηνές βίας και σεξουαλικής κακοποίησης που σόκαραν το κοινό. Ενώ στην πραγματικότητα ο Χέιζ βίωσε την εξαθλίωση και τη βια στη φυλακή και είχε έρθει κοντά με έναν Γάλλο συγκρατούμενο, όπως είχε δηλώσει, ποτέ δεν έκοψε τη γλώσσα φυλακισμένου όπως συμβαίνει στο σενάριο, ούτε σκότωσε τον φύλακα για να αποδράση. Επίσης ο Χέιζ ξεκαθάρισε χρόνια μετά ότι δεν βιάστηκε στη φυλακή, αλλά συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με τη θέλησή του.

Για πρώτη φορά η ταινία προβλήθηκε στις Κάννες.

Από την παρθενική της προβολή φάνηκε ο σάλος που θα την ακολουθούσε για χρόνια μετά. Το κοινό σηκώθηκε και χειροκροτούσε, όλοι συζητούσαν γι’ αυτή την ταινία, ενώ οι κριτικοί πέρασαν στην επίθεση κάνοντας λόγο για ένα ρατσιστικό φιλμ που προσβάλλει μία χώρα και έναν ολόκληρο λαό.  

«Ούτε ένας Τούρκος δεν παρουσιάστηκε καλός – Δεν μιλούσαν καν τουρκικά!»

Η αντίδραση της Τουρκίας ήταν σφοδρή, ίσως πιο σφοδρή από όσο θα έπρεπε, καθώς κατέληξε να κάνει τεράστια διαφήμιση στην ταινία. Η χώρα έκανε διαβήματα παντού και προσπάθησε να σταματήσει την προβολή της σε διάφορες χώρες. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ίδια την Τουρκία προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1992, ενώ στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλες χώρες έκαναν μέχρι και πορείες διαμαρτυρίας κατά του φιλμ! Στο ντοκιμαντέρ της Sussman μιλούν Τούρκοι διπλωμάτες και αξιωματούχοι και εξηγούν πώς η ταινία έβλαψε τη χώρα τους, κατακρημνίζοντας τον τουρισμό και πληγώνοντας ανεπανόρθωτα την εικόνα της στο εξωτερικό.

Όπως αναφέρουν, στο φιλμ δεν υπήρχε ούτε ένας Τούρκος καλός, λάθος που παραδέχτηκαν εκ των υστέρων και οι συντελεστές. Εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι οι χαρακτήρες στην ταινία δεν μιλούσαν καν τουρκικά. Φώναζαν και μίλαγαν σε ένα κράμα τουρκικών, μαλτέζικων και άλλων γλωσσών με αποτέλεσμα οι Τούρκοι που την παρακολούθησαν να μην καταλαβαίνουν γρι.

Μέσω της ταινίας, πάντως, η Τουρκία έγινε συνώνυμο με τα βασανιστήρια και τις απάνθρωπες φυλακές, ενώ η σκέψη ότι κάποιος μπορεί να συλληφθεί στη γειτονική χώρα ακόμα και τώρα μοιάζει με εφιάλτη.

Η δε έκφραση «Το εξπρές του μεσονυχτίου» έχει εισχωρήσει όχι μόνο στην ελληνική, αλλά σχεδόν σε όλες τις γλώσσες και παραπέμπει πάντα σε ένα κελί βασανιστηρίων κάπου στην Τουρκία…

Ο πρωταγωνιστής και η σκηνή με το γυμνό στήθος

Το ντοκιμαντέρ «ξεγυμνώνει» σε μεγάλο βαθμό και τον ήρωα της υπόθεσης, τον Μπίλι Χέιζ. Ενώ η ταινία τον παρουσιάζει σαν ήρωα, φαίνεται πως ο ίδιος ήταν μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που μάλιστα έκανε όντως εμπόριο ναρκωτικών και δεν είχε απλώς το χασίς για προσωπική του χρήση, όπως ισχυρίστηκε όταν συνελήφθη.

Ο ίδιος φαίνεται να παρασύρεται από τη γοητεία του Χόλιγουντ και την αναγνωρισιμότητα που το «Εξπρές του Μεσονυχτίου» του εξασφάλισε και μάλιστα προσπάθησε να γίνει ηθοποιός με όχι και τόσο καλά αποτελέσματα.

Στο τέλος έφτασε να επιστρέψει στην Τουρκία και να αποθεώσει τον τουρκικό λαό ζητώντας συγγνώμη, κάτι που δεν έκαναν ποτέ οι συντελεστές της ταινίας οι οποίοι ξεκαθάρισαν ότι λυπούνται για τον αρνητικό αντίκτυπο στη χώρα, αλλά πως δεν υπάρχει λόγος να απολογηθούν για μία ταινία!

Ο άνθρωπος πάντως που τα προκάλεσε όλα αυτά, ο Χέιζ, παρουσιάζεται ως ένας γραφικός τύπος, σχεδόν στον κόσμο του, ένα φτερό στον άνεμο, που είναι απορίας άξιο πώς κατάφερε να αποδράσει από μία τουρκική φυλακή.

Αξίζει τέλος να γίνει αναφορά σε μία διάσημη σκηνή της ταινίας, αυτή που η τότε φίλη του Χέιζ τον επισκέπτεται στη φυλακή και του δείχνει το στήθος της. Ο Χέιζ επιμένει ότι έτσι έγινε στην πραγματικότητα, στο ντοκιμαντέρ όμως η φίλη του αρνήθηκε μετά επιτάσεως αυτή την κίνηση: «Μου το είχε ζητήσει αλλά δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να κάνω κάτι τέτοιο και μάλιστα σε φυλακή. Απορώ γιατί επιμένει ότι έκανα κάτι τέτοιο!».

Μια από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας θεωρείται η σκηνή στο δικαστήριο, όπου ο Χέιζ απευθύνεται στους δικαστές. Στην πραγματικότητα μετά την απόφαση του δικαστηρίου ο Χέιζ τους είχε πει: «Το μόνο που έχω να κάνω είναι να σας συγχωρήσω», ενώ στη ταινία ο ηθοποιός φωνάζει «Είστε ένα έθνος από γουρούνια. «Γ*** τις κόρες και τους γιου σας». 

Το «Εξπρές του Μεσονυχτίου» θεωρείται από τις καλύτερες ταινίες που γυρίστηκαν τη δεκαετία του ’70 και είχε λάβει έξι υποψηφιότητες για Όσκαρ κερδίζοντας τελικά το Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου και φυσικά πρωτότυπης μουσικής για το θρυλικό soundtrack του Τζόρτζιο Μορόντερ, ενώ παράλληλα τιμήθηκε με 6 Χρυσές Σφαίρες και 3 βραβεία BAFTA.

Πηγές:

https://parallaximag.gr/life/pethane-skinothetis-tou-ekspres-tou-mesonychtiou-alan-parker

https://www.cnn.gr/kosmos/story/229251/pethane-o-alan-parker-skinothetis-toy-expres-toy-mesonyxtioy

https://www.mixanitouxronou.gr/to-expres-tou-mesoniktiou-o-amerikanos-pou-sinelifthi-to-1970-stin-tourkia-gia-katochi-narkotikon-ke-katadikastike-gia-30-chronia-drapetefse-stin-ellada-kolimpontas-ke-i-istoria-tou-egin/

https://www.iefimerida.gr/news/404229/vinteo-i-alithini-istoria-toy-expres-toy-mesonyhtioy-i-zoi-stis-toyrkikes-fylakes

https://www.reader.gr/life/tv-movies/40-hronia-meta-expres-toy-mesonyhtioy-sygklonizei-akoma

http://cinemagazine.gr/themata/arthro/midnight_express_40_years-130990534/

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments