«Ο Θεός μου φανέρωσε ότι το φάρμακο για τον καρκίνο είναι μπροστά στα πόδια μας»

25 Ιουλίου είχαμε την ημέρα των γενεθλίων του Οσίου γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτη. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τις αναμνήσεις μου από τη συνάντησή μου μαζί του.

Αυτή έγινε το 1993, όταν για πρώτη φορά επισκέφτηκα το Άγιο Όρος Άθω, με ομάδα μοναχών προσκυνητών από όλα τα μεγάλα μοναστήρια της Ρωσίας: από τη Λαύρα της Αγίας Τριάδας και του Αγίου Σεργίου, από τη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, την Ιερά Μονή Σπηλαίων του Πσκόβ, από την Όπτινα Πούστιν, από το Βάλαμο και από τα Σολοβκί.

Ήταν μια ευλογημένη εκδρομή και η προσωπική μου συνάντηση με τον γέροντα Παΐσιο έγινε ακριβώς ένα χρόνο πριν από τη μακάρια κοίμησή του, το 1994. Όμως για να πραγματοποιηθεί η συνάντηση, προηγήθηκε κάτι παράτολμο που συνέβαλε σε αυτό.

Όταν φτάσαμε στο Άγιο Όρος, όλη η ομάδα πήγε στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα, και εγώ πρότεινα στο φίλο μου, τον πατέρα Αλύπιο, να μείνουμε στην πρωτεύουσα της μοναχικής αυτής πολιτείας, στις Καρυές. Ο σκοπός ήταν ένας: να δούμε τον γέροντα Παΐσιο, τον οποίον συχνά ανέφεραν οι αδελφοί μας στο ρωσικό μοναστήρι.

Πρότεινα στον πατέρα Αλύπιο: «Πάμε να βρούμε το κελλί του για να τον επισκεφτούμε;» Τελικά, δεν ήταν και τόσο εύκολο. Το κελλί βρισκόταν στο δάσος, δύο χιλιόμετρα μακριά από τη Μονή Κουτλουμουσίου, και ο δρόμος ήταν περίπου 30-40 λεπτά, ανάλογα με το δρόμο που έπαιρνε κανείς. Στο δρόμο συναντήσαμε τον ιερομόναχο Νικόλαο (Γκενεράλοβ). Τον ρωτήσαμε: «Πάτερ, μήπως ξέρεις, πώς να πάμε στον γέροντα Παΐσιο;».

Τότε ο πατήρ Νικόλαος ήταν εκπρόσωπος του μοναστηριού μας στις Καρυές και ζούσε εκεί. Μας λέει: «Ξέρετε, εγώ μόλις επιστρέφω από τον γέροντα. Δε δέχεται. Στην πόρτα του έχει ταμπέλα: “Με συγχωρείτε, είμαι άρρωστος, δεν μπορώ να σας δεχτώ”». Τότε, λέω στον πατέρα Αλύπιο: «Ξέρεις, πάτερ, μπορεί να βρισκόμαστε εδώ για πρώτη και τελευταία φορά. Τουλάχιστον, να δούμε από μακριά το κελλί του γέροντα».

Ύστερα, ο πατήρ Νικόλαος άρχισε να μας εξηγεί: «Να πάτε προς τα’ κει, ύστερα να στρίψετε, μετά θα βρείτε μια άλλη στροφή, και μετά ακόμα μια». Κοντοστάθηκε. Σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα και λέει: «Ξέρετε, θα έρθω μαζί σας για να σας δείξω το δρόμο».

Φανταστείτε, ο άνθρωπος για τριάντα λεπτά κατέβαινε τη χαράδρα. Και άλλα τόσα για να την ανεβεί. Είχε ήδη διαθέσει μια ώρα για το δρόμο. Και από αδελφική αγάπη, για να μη χαθούμε, ήταν έτοιμος να διαθέσει και άλλη μια ώρα!

Μας οδήγησε στο κελλί, και εμείς, κοιτώντας το, κάναμε το σημείο του σταυρού και σκεφτήκαμε: «Ωραία! Για μας και αυτό είναι αρκετό». Και ξαφνικά, τρίζει η πόρτα και εμφανίζεται το κεφάλι του με πλεκτό σκουφάκι, με μεσαία γενειάδα, όπως τον βλέπουμε στις φωτογραφίες. Ο πατήρ Νικόλαος φώναξε: «Γέροντα, γέροντα!», είπε και κάτι ακόμα στα ελληνικά, και εκείνος σιγά-σιγά μας πλησίασε.

Το σημείωμα που έγραφε ότι δε δέχεται υπήρχε πραγματικά. Όπως τώρα διαβάζω στο βίο του, γράφει ότι αναζητούσε να ζει στην απομόνωση, αλλά είχε οπτασία από τον Θεό και από την Θεοτόκο: «Παρηγορείτε, παρηγορείτε τον λαόν μου» – είναι λόγια από το Βιβλίο του προφήτη Ησαΐα. Αυτό το βιβλικό απόσπασμα: «Παρηγορείτε, παρηγορείτε τον λαόν μου» το είχε σαν σε πλάγια γραφή μπροστά στα μάτια του. Οι γέροντες του έλεγαν: «Είναι ο σταυρός σου να δέχεσαι τους προσκυνητές και να τους παρηγορείς».

Και αυτός, παρόλη την ασθένειά του, για την οποία έγραφε στο σημείωμα που κόλλησε στην πόρτα, ένιωσε ότι τον χρειάζεται κάποιος: εμείς, που είχαμε έρθει στο Άγιο Όρος από τη Ρωσία για πρώτη φορά.

Είχαμε μια σύντομη συνομιλία και του ζητήσαμε να προσεύχεται για τα μοναστήρια μας που αναστηλώνονται. Στην ερώτηση: «Τι γίνεται τώρα στη Ρωσία; Τι προοπτική υπάρχει για το μέλλον;», απάντησε: «Τώρα, στη Ρωσία έχει τόσα σύννεφα, τόσα σύννεφα (αυτό το έλεγε το 1993, τότε που και πολιτικά και οικονομικά ήταν πολύ δύσκολοι οι καιροί). Αλλά ύστερα τέτοιος ήλιος, τέτοιος ήλιος».

Η μορφή αυτή του γέροντα, η μορφή του μοναχού, μας έμεινε στη μνήμη (τουλάχιστον εμένα) για όλη μου τη ζωή: η σεμνότητά του, η αμέριστη αγάπη του και η καρτερική επιμονή του. Καταλαβαίναμε, ωστόσο, και το νιώθαμε ότι πραγματικά δε βρισκόταν στην καλύτερη κατάσταση. Παρεμπιπτόντως, ήταν ένα χρόνο πριν την κοίμησή του. Τότε ήδη είχε καρκίνο. Υπάρχουν εκατοντάδες αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες, οι άνθρωποι θεραπεύτηκαν από τον καρκίνο με τις προσευχές του, και ο ίδιος πέθανε από αυτόν!

Έλεγε: «Ο Θεός μου φανέρωσε ότι το φάρμακο για τον καρκίνο είναι μπροστά στα πόδια μας». Εννοούσε, δηλαδή, ότι δεν είναι κάποιο σπάνιο τζίνσενγκ ή κάτι παρόμοιο αλλά ένα απλό βότανο, ίσως σε συνδυασμό με κάτι άλλο, και στις σωστές δοσολογίες. Ο Θεός δεν το φανερώνει ακόμα στους ανθρώπους και στον κόσμο, επειδή ο καρκίνος, όπως γράφει ο πατήρ Παΐσιος, πολλούς τους έκανε ουρανοπολίτες. Και για τον εαυτό του έλεγε: «Ό,τι μου έδωσε ο καρκίνος, δεν μου έχουν δώσει όλες οι μοναχικές μου ασκήσεις». Όταν το διάβαζα, σκεφτόμουν: «Φοβερό!». Γενικώς, υποστήριζε ότι: «Το σημαντικότερο πράγμα που μου πρόσφερε η ασθένεια είναι ότι με ταπείνωσε σφόδρα».

Αρχιμανδρίτης Μελχισεδέκ (Αρτιούχιν)

Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

Πηγή: http://apantaortodoxias.blogspot.com/2020/08/blog-post_322.html, Η συνάντησή μου με τον γέροντα Παΐσιο

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments