«Έπεσαν τα Ψαρά και η Ελλάς εκλονίσθη»-Το μένος των Τούρκων και η σφαγή χιλιάδων Ελλήνων

Στις 21 Ιουνίου του 1824 η Επανάσταση γνώρισε μία από τις χειρότερες στιγμές της. Τούρκοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν στο νησί των Ψαρών και το κατέστρεψαν ολοκληρωτικά. Περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους του νησιού (συνολικός πληθυσμός 30.000) σκοτώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι αιχμαλωτίσθηκαν η έγιναν πρόσφυγες.

Κατά τα πρώτα χρόνια της Επαναστάσεως οι προσπάθειες των Τούρκων να την καταστείλουν είχαν βασικά περιορισθεί στην ξηρά. Ο σουλτάνος, μέχρι το 1824, δεν είχε δώσει καμία διαταγή για σοβαρή επιθετική δράση εναντίον των νησιών του Αιγαίου. Το γεγονός αυτό είναι αρκετά παράξενο γιατί ήταν φυσικότερο να επιτεθούν οι Τούρκοι πρώτα εναντίον των ναυτικών νησιών, και μάλιστα της Ύδρας.

Ίσως αυτό αποδεικνύει πως το εχθρικό στρατηγείο δεν εκτιμούσε σωστά τη σημασία των ναυτικών νησιών και πίστευε ότι σύντομα θα κατέπνιγε την Επανάσταση με εκστρατείες στην ξηρά. Από το άλλο μέρος τα κατορθώματα των πυρπολικών των Ελλήνων είχαν ενσπείρει τον τρόμο στον δυσκίνητο εχθρικό στόλο ενώ ο φόβος μιας ρωσικής επίθεσης κρατούσε τον οθωμανικό στόλο, κοντά στην Πόλη. Εξάλλου οι οργανωμένες και άριστα εκτελεσμένες επιδρομές των ψαριανών πλοίων στα παράλια της Μικράς Ασίας είχαν προκαλέσει ανησυχίες στην Κωνσταντινούπολη καθώς και την έντονη αντίδραση των προξένων των ευρωπαϊκών κρατών στη Σμύρνη.

Τον Δεκέμβριο μάλιστα του 1823 οι πρόξενοι είχαν στείλει δριμύ έγγραφο προς τους προκρίτους των Ψαρών απαιτώντας άμεση κατάπαυση των επιθέσεών τους. Η αντίδραση των Ψαριανών, στο απειλητικό αυτό έγγραφο, ήταν μια γενναία αρνητική απάντηση, με την οποία όχι μόνο δεν δέχονταν να σταματήσουν τη δράση τους, αλλά απαιτούσαν να τους πληρώνει η Τουρκία φόρο, αν ήθελε να απαλλαγεί από τις καταστροφικές επιδρομές τους.

Ωστόσο κατά το τέταρτο έτος της Εθνικής Παλιγγενεσίας και ενώ ο σουλτάνος Μαχμούτ βρισκόταν σε αδυναμία να καταστείλει την Επανάσταση, ζήτησε τη βοήθεια του υποτελούς του Μεχμέτ Αλή Πασά της Αιγύπτου.

Το Μάρτιο του 1824 συνήφθη μεταξύ των δύο ανδρών συμφωνία, με την οποία ο Μεχμέτ Αλί δεχόταν να συμπράξει, υπό τον όρο να του παραχωρηθεί η Κρήτη, η Κύπρος και να διορισθεί ο θετός γιος του, Ιμπραήμ, διοικητής της Πελοποννήσου. Την ίδια ώρα, οι ελληνικές δυνάμεις, ευρισκόμενες στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου, είχαν φθαρεί και αποσυντονισθεί.

Οι Τουρκοαιγύπτιοι έδιδαν πρωταρχική σημασία στις κατά θάλασσα επιχειρήσεις, γιατί αν δεν καταστρεφόταν ο ελληνικός στόλος και δεν εξουδετερώνονταν οι ναυτικές βάσεις των Ελλήνων, δεν θα ήταν δυνατό να ευδοκιμήσουν οι κατά ξηρά προσπάθειές τους. Αποφασίσθηκε, λοιπόν, ο αιγυπτιακός στόλος υπό τον περιβόητο Χουσεΐν να προσβάλλει την Κάσο και ο τουρκικός υπό τον Χοσρέφ Πασά τα Ψαρά.

Τα Ψαρά, ένα μικρό νησί στα βορειοδυτικά της Χίου, είχε σπουδαία θαλασσινή παράδοση και ήταν η τρίτη ναυτική δύναμη της Ελλάδας, μετά την Ύδρα και τις Σπέτσες, με ονομαστούς πυρπολητές, όπως ο Παπανικολής, ο Αποστόλης, ο Κανάρης, ο Πιπίνος, ο Βουρέκας, ο Μανιάτης και ο Βρατσάνος.

Η συντριβή του λοιπόν, εκτός από ισχυρό προβάδισμα θα έδινε και στους Τούρκους την ευκαιρία να κλονίσουν το ηθικό φρόνημα των Ελλήνων πολεμιστών, οι οποίοι απορροφημένοι από τον παροξυσμό του εμφυλίου πολέμου, ήσαν ήδη αρκετά αποσυντονισμένοι.

Ο Χοσρέφ είχε εντολή από τον σουλτάνο να εξαφανίσει από προσώπου γης τα Ψαρά, που τόσα προβλήματα δημιουργούσαν στον δυσκίνητο τουρκικό στόλο.

Ήδη από τις αρχές Ιανουαρίου του 1824 η ελληνική κυβέρνηση είχε πληροφορίες για την έντονη προετοιμασία του εχθρικού στόλου. Ενώ, το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου είχε γίνει πια φανερό ότι ο τουρκικός στόλος θα στρεφόταν εναντίον των Ψαρών. Ισχυρή μοίρα είχε πλεύσει στη Μυτιλήνη, όπου κατέφθαναν συνεχώς νέες ενισχύσεις σε στρατεύματα από τη Μικρά Ασία.

Στα Ψαρά τότε, εκτός τις 7.000 ντόπιους κατοίκους, είχαν καταφύγει και 23.000 περίπου πρόσφυγες από τα γύρω ελληνικά παράλια καθώς και από τη Χίο, τα Μοσχονήσια και άλλα μέρη, αναζητώντας καταφύγιο και προστασία από τους Ψαριανούς. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονταν και πάνω από 1.000 Θεσσαλοί και Μακεδόνες πολεμιστές που τους είχαν μισθώσει οι Ψαριανοί για να ενισχύσουν την πολεμική τους δύναμη.

Οι μαχητές των Ψαρών υπέπεσαν σε ένα σοβαρό λάθος, καθώς αποφάσισαν να περιορισθεί ο αγώνας στην άμυνα της νήσου. Έτσι, έθεσαν σε απραξία τον στόλο και δεν χρησιμοποίησαν καθόλου τα πυρπολικά. Μάλιστα, αφαίρεσαν τα πηδάλια των πλοίων. Ακόμη, διασκόρπισαν τις δυνάμεις τους στην ξηρά και δεν έδιωξαν τα γυναικόπαιδα.

Στίς 16 Ἰουνίου 1824 ὁ τουρκικός στόλος φάνηκε στίς ἀκτές τοῦ νησιοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως παρέλαβε 28000 περίπου ἄνδρες ἀπό τά διάφορα λιμάνια, ὅπου προσωρμίσθηκε. Ὁ στόλος ἀριθμοῦσε 80 κανονιοφόρους, 6 φρεγάτες, 10 κορβέτες, 20 βρίκια & γολέτες & διάφορα ἄλλα εἴδη πλοίων συνολικά 200. Ὁ Κ. Νικόδημος τά ἀνεβάζει σέ 235 μεγάλα & μικρά , ἐκτός ἐκείνων πού λόγω τῆς ἀποστάσεως δέν διακρίνονταν.

Ἡ Βουλή τῶν Ψαρῶν ζήτησε ἀμέσως βοήθεια  ἀπό τά ἄλλα δύο ναυτικά νησιά & τήν κεντρική Διοίκηση ἀλλά αὐτή ἄργησε νά ἔλθει. Ἡ Διοίκηση ἀντί νά διατάξει τόν ἀπόπλου τοῦ στόλου μέ προορισμό τά Ψαρά, τόν διατάζει νά μεταβεῖ στήν ἤδη κατεστραμμένη Κάσο, ἀποκρύπτοντας παράλληλα  ἀπό τούς Ψαριανούς τήν διαταγή μεταβάσεως τῶν ἑλληνικῶν πλοίων στή Κάσο. Τις πρώτες εσπερινές ώρες μέρος του στόλου πλησίασε προς τον Κάναλο και άρχισε να κανονιοβολεί τα εκεί στημένα πυροβολεία, που απάντησαν με σφοδρό αλλά «όλως τυχαίον» κανονιοβολισμό. Η πρώτη προσπάθεια για απόβαση στρατού απέτυχε, όπως και εκείνη που επιχειρήθηκε τα ξημερώματα της 21ης Ιουνίου. Ο μεγάλος αριθμός των υπερασπιστών στο σημείο εκείνο της κορυφογραμμής των βράχων του Κανάλου, εμπόδισε την απόβαση και προκάλεσε σοβαρές καταστροφές στις βάρκες με τον στρατό.

Κι ενώ μαινόταν η μάχη στον Κάναλο, που όπως φαίνεται ήταν παραπλανητική ενέργεια του Χοσρέφ, δόθηκε διαταγή να κατευθυνθούν πλοιάρια με στρατό ανατολικότερα, προς τον κάβο του Μαρκάκη, όπου στον μικρό όρμο Ερινό, που τον φρουρούσε μικρή ελληνική δύναμη, κατόρθωσε με δεξιοτεχνία να αποβιβάσει γύρω στις 3.000 στρατό, εξουδετερώνοντας τη φρουρά. Η ισχυρή δύναμη των Ελλήνων που υπερασπιζόταν τον Κάναλο βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα σε δύο πυρά. Έτσι, έπειτα από τέσσερις ώρες απεγνωσμένης άμυνας οι περισσότεροι Ψαριανοί έπεσαν ή πληγώθηκαν, αφού όμως σκότωσαν πλήθος εχθρών. Πολλοί ὑποστηρίζουν ὅτι τά Ψαρά ἁλώθηκαν μέ προδοσία ἀπό τόν ὁπλαρχηγό τῶν ξένων στρατευμάτων Κώττα.

Οἱ ἐχθροί χωρίς πλέον ἀντίσταση, ἄρχισαν νά ἀποβιβάζονται συνέχεια & νά προελαύνουν πρός τό ἐσωτερικό. Ἄν & ἡ Βούλή τῶν Ψαρῶν τό πληροφορεῖται, ἐντούτοις ἐπιδεικνύει ἀξιοθαύμαστη ψυχραιμία & συνεχίζει νά δίνει τίς ἀναγκαίες ὁδηγίες γιά τήν ἀπόκρουση τοῦ ἐχθροῦ & τή μετακίνηση τῶν στρατευμάτων. Λυσσαλέες μάχες δίνονται σέ διάφορες τοποθεσίες, ἀλλά οἱ λίγοι Ἕλληνες ἀδυνατοῦν νά ἀποκρούσουν τούς πολυάριθμους Τούρκους & οἱ θέσεις ἡ μία μετά τήν ἄλλη καταλαμβάνονται ἀπό τούς ἐχθρούς.

Στό Φτελιό διεξάγεται λυσσαλέα μάχη, στό τέλος ὅμως οἱ κατά πολύ πολυαριθμώτεροι ἐχθροί κατόρθωσαν νά εἰσχωρήσουν στόν στρατώνα ὅπου & ἦλθαν σέ τρομακτική συμπλοκή μέ τούς Ἕλληνες. Αὐτοί βλέποντας ὅτι ἦταν μάταιη κάθε προσπάθεια ἀντίστασης, ἔβαλαν φωτιά στήν πυριτιδαποθήκη & ἔγιναν παρανάλωμα τοῦ πυρός μαζί μέ πάμπολλους ἐχθρούς. Ἀνενόχλητοι πλέον οἱ Τοῦρκοι βαδίζουν πρός τήν πόλη προκειμένου νά σφάξουν νά λαφυραγωγήσουν & νά αἰχμαλωτήσουν γυναικόπαιδα. Στήν πόλη διαδραματίσθηκαν σκηνές ἀπερίγραπτου ἡρωϊκοῦ μεγαλείου, ὅταν οἱ Ἕλληνες προτιμοῦσαν τόν ἔνδοξο & τιμημένο θάνατο παρά τή βεβήλωση, τόν ἐξευτελισμό, τή σφαγή ἤ τά σκλαβοπάζαρα.

Η εχθρική δύναμη που βάδιζε προς τη Χώρα, αφού εξουδετέρωσε όσους Έλληνες έσπευδαν να ενισχύσουν τους υπερασπιστές του Κάναλου, μπήκε στην πόλη από πολλά σημεία. Η αντίσταση ήταν απεγνωσμένη και σταματούσε μόνο όταν και ο τελευταίος νησιώτης έπεφτε νεκρός, παρασύροντας στο θάνατο και αρκετούς εχθρούς. 

Οι αποβιβασθέντες Τούρκοι του Χοσρέφ κατέβαλαν με σχετική ευκολία τους αμυνομένους και μέσα σε δύο μέρες είχαν καταλάβει το νησί. Επακολούθησε η φοβερή καταστροφή. Το πλήθος έσπευσε να σωθεί στα λίγα πλοία, από τα οποία δεν είχαν αφαιρεθεί τα πηδάλια. Λίγοι τα κατάφεραν, καθώς ο στόλος του Χοσρέφ είχε περικυκλώσει το νησί.   

Τό Σάββατο 21 Ἰουνίου  μία μεγάλη τουρκική δύναμη μετά ἀπό πολύωρη σθεναρή ἀντίσταση κατόρθωσε νά καταλάβει τόν περίβολο τοῦ Ἅγ. Νικολάου & νά κυριεύσει τά δύο κανονιοστάσια. Κατόπιν οἱ ἐχθροί εἰσέβαλαν στόν ἱ. Ναό, κατέσφαξαν τούς γέροντες & τά γυναικόπαιδα, ποῦ ΄εἶχαν κλεισθεῖ μέσα & λεηλάτησαν τήν ἐκκλησία. Στό τέλος τήν πυρπόλησαν. Τήν ἴδια τύχη εἶχε & ὁ ἄλλος μεγάλος ναός τῆς Μεταμορφώσεως του Χριστοῦ. Ἀφοῦ σφαγιάσθηκαν τά κλεισμένα σ’ αὐτόν γυναικόπαιδα & οἱ ἡλικιωμένοι ἀπογυμνώθηκε ἀπό τά κειμήλιά του & πυρπολήθηκε. Ἡ νύκτα πού ἐρχόταν βρῆκε τήν πόλη λεηλατημένη, ἱσοπεδωμένη, καταστραμένη & μέ πυρπολημένες ὅλες τίς κατοικίες της. Τό μόνο σημεῖο πού παρέμενε ἐλεύθερο ἀκόμη ἦταν τό Παλιόκαστρο ἡ μετέπειτα Μαύρη Ραχη τῶν Ψαρῶν.

Όταν ολοκληρώθηκε η κατάληψη και η καταστροφή της πόλεως, ο Χοσρέφ διέταξε τα στρατεύματά του να κυριεύσουν και το Παλαιόκαστρο. Από την αρχή της Επαναστάσεως το Παλαιόκαστρο είχε οχυρωθεί από τους Ψαριανούς που κατεδαφίζοντας τον περίβολο δύο εκκλησιών είχαν υψώσει ισχυρό τείχος πέντε μέτρων και είχαν μετατρέψει την τοποθεσία σε πραγματικό φρούριο. Νότια των εκκλησιών είχε κατασκευασθεί μεγάλη πυριτιδαποθήκη και σε άλλη θέση υπήρχε και δεύτερη μικρότερη.

Οι Τούρκοι είχαν ανασυνταχθεί για τη μεγάλη επίθεση. Όλα τα αγκυροβολημένα πλοία άρχισαν ισχυρό κανονιοβολισμό εναντίον του φρουρίου και τα ελληνικά πυροβολεία απάντησαν έντονα. Ο Raffenel αναφέρει ότι κατά το διάστημα του πρώτου κανονιοβολισμού και από τα δύο μέρη, βάδιζε προς το Παλαιόκαστρο η μεγάλη πορεία με τα γυναικόπαιδα που προτίμησαν το φρούριο σαν τόπο σωτηρίας.

Ισχυρά στρατεύματα περικύκλωσαν το φρούριο αλλά δεν τολμούσαν να πλησιάσουν, γιατί τα κρατούσαν σε απόσταση τα πυροβολεία των Ψαριανών. Τη νύχτα σταμάτησε η επίθεση. Αλλά οι έγκλειστοι δεν είχαν πια καμιά ψευδαίσθηση. Μέσα στο φρούριο βρίσκονταν 84 Ψαριανοί και 45 Θεσσαλομακεδόνες με τους οπλαρχηγούς Ράδο και Άγγελο. Τη νύχτα έφτασαν ακόμη 20 στρατιώτες από άλλα μέρη. Ο αριθμός των γυναικόπαιδων δεν είναι γνωστός.

Την επόμενη μέρα, 22 Ιουνίου 1824, η μάχη άρχισε άγρια και από τα δύο μέρη. Οι αλλεπάλληλες επιθέσεις των Τούρκων αποκρούσθηκαν με τρομερές απώλειες γι’ αυτούς. Ο Χοσρέφ, βλέποντας την αντίσταση και θέλοντας να καταλάβει το φρούριο την ίδια ημέρα, διέταξε να αποβιβασθεί από τα πλοία και άλλος στρατός. Η πρώτη μεγάλη έφοδος αποκρούσθηκε από τους Έλληνες, με φοβερές απώλειες των Τούρκων. Το ίδιο και η δεύτερη. Η επίθεση συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Στις 6 το απόγευμα η μεγάλη δύναμη των τουρκικών στρατευμάτων κατόρθωσε να πλησιάσει το φρούριο. Οι Ψαριανοί και οι Θεσσαλομακεδόνες, σε μια ύστατη προσπάθεια, πύκνωσαν τον κανονιοβολισμό. Η ασταμάτητη χρήση των πυροβόλων όμως έφερε τη φυσική φθορά. Πολλά είχαν αχρηστευθεί.

Στις 6.30, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οι εχθροί όρμησαν προς το τείχος και αναρριχήθηκαν ως την κορυφή του, με άγριους αλαλαγμούς. Τούρκοι και Έλληνες αγωνίζονταν σώμα με σώμα. Οι δύο ελληνικές σημαίες κυμάτιζαν ακόμη στην έπαλξη του τείχους, όταν ο Αντώνιος Βρατσάνος έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη. Η έκρηξη ήταν τρομακτική. Την ίδια ώρα, ο αρχιφύλακας του κανονιοστασίου Σιδέρης ανατίναξε τη μικρότερη πυριτιδαποθήκη, συμπληρώνοντας την καταστροφή. Κανένας από όσους είχαν κλεισθεί στο Παλαιόκαστρο δεν έζησε. Όσοι δεν σκοτώθηκαν από την ανατίναξη έπεσαν από τα κτυπήματα του εχθρού. Η θυσία ήταν ολοκληρωτική.

«Έπεσαν τα Ψαρά και η Ελλάς εκλονίσθη», αλλά αργά. Ο σουλτάνος δεν είχε δώσει εντολή να υποταχθούν και κυριευθούν τα Ψαρά, αλλά να εξαφανισθούν. Και ο Χοσρέφ εκπλήρωσε την εντολή. Από τους 7.000 κατοίκους του νησιού οι 4.000 περίπου σκοτώθηκαν. Όταν, μετά τη συμφορά, καταμετρήθηκαν οι επιζώντες Ψαριανοί βρέθηκαν 3.614. Από τους 25.000 περίπου πρόσφυγες, μονάχα οι 10.000 σώθηκαν, οι υπόλοιποι σφαγιάστηκαν ή σκοτώθηκαν. Η σημαία των Τούρκων, που υψώθηκε την εσπέρα της 22ας Ιουνίου στο Παλαιόκαστρο, στήθηκε επάνω στη στάχτη των Ψαρών, στους νεκρούς υπερασπιστές τους και στα πτώματα χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών.

Από τα περίπου 100 πλοία των Ψαριανών, μόνο 16 διασώθηκαν, καθώς και 7 πυρπολικά με τον Κανάρη. Όσοι από τους κατοίκους των Ψαρών γλίτωσαν από το γιαταγάνι των Οθωμανών εγκαταστάθηκαν στη Μονεμβασιά και μετά την απελευθέρωση στην Αρχαία Ερέτρια, που πήρε την ονομασία Νέα Ψαρά.

Νικόλαου Γύζη, «Η Δόξα των Ψαρών»

Η Καταστροφή των Ψαρών υπήρξε δεινό πλήγμα για την Επανάσταση. Χάθηκε μία από τις σημαντικές βάσεις του ελληνικού ναυτικού, ενώ διέτρεξαν άμεσο κίνδυνο οι υπόλοιποι.

Ο εθνικός ποιητής Διονύσιος Σολωμός θρήνησε με το παρακάτω ποίημα τη μεγάλη καταστροφή

Η καταστροφή των Ψαρών:

«Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη Περπατώντας η Δόξα μονάχη

Μελετά τα λαμπρά παλληκάρια Και στην κόμη στεφάνι φορεί

Γεναμένο από λίγα χορτάρια Που είχαν μείνει στην έρημη γη».

Διονυσίου Σολωμού. Άπαντα, τόμ. 1, Ποιήματα, Αθήνα 1993, στ’ έκδοση, σ. 139.

Προσπάθεια ανακατάληψης

Το ολοκαύτωμα των Ψαρών συγκλόνισε την επαναστατημένη Ελλάδα και ιδιαίτερα τα νησιά, που απειλούνταν πλέον άμεσα από τον οθωμανικό στόλο. Όμως, ο Χοσρέφ Πασάς, αντί να επιτεθεί στη Σάμο, όπως ήταν σχεδιασμένο, προτίμησε να επιστρέψει στη Λέσβο για να γιορτάσει το μπαϊράμι. Με πρωτοβουλία τότε του υδραίου Λάζαρου Κουντουριώτη συγκροτήθηκε στόλος υπό τους Σαχτούρη και Μιαούλη, προκειμένου να ανακαταλάβει το μαρτυρικό νησί και να εκδικηθεί τους Οθωμανούς για τη μεγάλη σφαγή.

Οι ναυτικές μοίρες των δύο ναυάρχων συναντήθηκαν στο ακρωτήρι Λιμνιονάρι των Ψαρών τα ξημερώματα της 3ης Ιουλίου 1824. Σε σύσκεψη, που ακολούθησε, αποφασίσθηκε να πραγματοποιηθεί άμεση απόβαση στο νησί. Το ελληνικό αποβατικό σώμα αριθμούσε 1500 άνδρες, ενώ τα Ψαρά υπερασπίζονταν 600 Τουρκαλβανοί. Οι Έλληνες κατέβαλαν δια περιπάτου τους υπερασπιστές του νησιού, οι περισσότεροι από τους οποίους κατέφυγαν στα τουρκικά πλοία, που ναυλοχούσαν στο λιμάνι των Ψαρών. Γύρω στους 150 δεν μπόρεσαν να φθάσουν στα πλοία και ταμπουρώθηκαν στα σπίτια των Ψαρών, προσπαθώντας να αποκρούσουν τους επιτιθέμενους Έλληνες, που είχαν καταλάβει όλες τις οχυρωματικές θέσεις, μεταξύ αυτών και το Παλαιόκαστρο.

Τα πληρώματα των 25 εχθρικών πλοίων, προσπάθησαν να αντιδράσουν, αλλά όταν πληροφορήθηκαν από τους πανικόβλητους Τουρκαλβανούς, ότι οι Έλληνες ήταν κύριοι σχεδόν όλου του νησιού, έλυσαν τους κάβους και προσπάθησαν να διαφύγουν στην Λέσβο. Ο Μιαούλης τους κατεδίωξε και στ’ ανοιχτά της Χίου συνήφθη ναυμαχία, που κράτησε σχεδόν 5 ώρες, με νικηφόρο αποτέλεσμα για τους έλληνες. Μόνο 5 από τα 20 τουρκικά σκάφη έφθασαν σώα στον προορισμό τους, ενώ σύμφωνα με τις αναφορές του Μιαούλη οι απώλειές τους ξεπέρασαν τους 1000 άνδρες. Οι Έλληνες είχαν μόνο ένα νεκρό και έξι τραυματίες.

Μετά τη νικηφόρα ναυμαχία, ο Μιαούλης και τα πλοία του επέστρεψαν στα Ψαρά. Αντί, όμως, οι ελληνικές δυνάμεις να φροντίσουν να διώξουν τους λίγους Τουρκαλβανούς που παρέμειναν οχυρωμένοι στα σπίτια και να γίνουν κύριοι του νησιού, άρχισαν το πλιάτσικο. Ναύτες και πλοίαρχοι επιδόθηκαν σε αρπαγή κανονιών, τροφίμων και εμπορευμάτων, όσων είχαν απομείνει στο νησί, για να τα μεταφέρουν ο καθένας στα πλοία του. Τα περισσότερα κανόνια ήταν λάφυρα των Οθωμανών από την καταστροφή του ψαριανού στόλου, ενώ τα τρόφιμα και τα εμπορεύματα τα είχαν αρπάξει οι τουρκαλβανοί από τα σπίτια πλουσίων Ψαριανών, μετά το Ολοκαύτωμα.

Η διαταγή του ναυάρχου Μιαούλη να θεωρηθούν τα κανόνια περιουσία του ελληνικού κράτους δεν εκτελέσθηκε ποτέ. Η διαμάχη για τη μοιρασιά της λείας παρέλυσε την πειθαρχία του στόλου. Με επιστολή του στους προκρίτους της Ύδρας, στις 6 Ιουλίου, ο Μιαούλης διεκτραγωδούσε την κατάσταση:

 «…Σας αφήνω να στοχασθήτε οποία ακαταστασία, ασυμφωνία και ιδιοτέλεια βασιλεύει εις τον στόλο μας και αν εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκομένου του στόλου εμπορούμεν να βάλωμεν βάσιν και να ελπίζομεν εις αυτόν…».

Προφητική διαπίστωση, που θα επαληθευθεί μια μέρα αργότερα. Στις 7 Ιουλίου, η γολέτα του Τομπάζη, που έπλεε μεταξύ Χίου και Ψαρών, ειδοποίησε ότι μοίρα του οθωμανικού στόλου κατευθυνόταν προς τα Ψαρά. Ο Μιαούλης διέταξε τον στόλο να τεθεί σε πολεμική ετοιμότητα. Από τα 51 ελληνικά πλοία μόνο τα 14 πειθάρχησαν. Ο τουρκικός στόλος κατόρθωσε να επιβιβάσει ενισχύσεις στο νησί, που ενώθηκαν με τους ολίγους πολιορκούμενους τουρκαλβανούς. Στις 10 Ιουλίου 1824 ο Μιαούλης βλέποντας την κακή κατάσταση του στόλου έλυσε την πολιορκία και εγκατέλειψε την περιοχή με τα πλοία του. Κατέφυγε στο Σούνιο, όπου περίμενε διαταγές από την Ύδρα, ενώ τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία κατευθύνθηκαν προς το Κάβο-Ντόρο.

Έτσι, η εκστρατεία του ελληνικού στόλου για την ανακατάληψη των Ψαρών δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα, εκτός από την καταστροφή της τουρκικής ναυτικής μοίρας. Το νησί θα παραμείνει υπό οθωμανική κυριαρχία ως το 1912, οπότε θα ενσωματωθεί στον εθνικό κορμό κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων.

Ο πίνακας του Νικολάου Γύζη «Μετά την καταστροφή των Ψαρών».

Ενας άντρας έχει αδράξει μια γυναίκα από τον καρπό και προσπαθεί να τη σύρει επάνω στη βάρκα. Μια μητέρα πάνω στη βάρκα που κλυδωνίζεται κρατάει σφιχτά στο στήθος με τόνα χέρι το μωρό της κι απλώνει τ’ άλλο στη θάλασσα να καταφέρει ν’ αδράξει το άλλο, το φασκιωμένο της, που της έπεσε στο νερό και βυθίζεται απομακρυνόμενο από το σκάφος. Στον τεντωμένο λαιμό της και στα γουρλωμένα μάτια της φωλιασμένη η αγωνία.

Να μην το χάσει μες στα κύματα, σαν έστω με το βλέμμα να το δέσει, να μπορέσει να το φέρει προς το μέρος της. Ενας άντρας γέρνει απ’ τη βάρκα προς τη θάλασσα σφιχτοκρατώντας απ’ τον καρπό μια γυναίκα, να μην πνιγεί, να την τραβήξει επάνω στη βάρκα. Το σκάφος κινδυνεύει να μπατάρει από εκεί, από την αριστερή πλευρά. Ενας άντρας όρθιος στη μέση αρπάζει ένα κουπί και προσπαθεί να κρατήσει την ισορροπία, να μην αναποδογυρίσει το σκάφος.

Στριμωγμένες στην πλώρη, κουλουριασμένες στα δύο, μερικές γυναίκες ακόμα με τα παιδιά τους. Ο θρήνος και η αγωνία προσωποποιημένες. Μία γερμένη στα γόνατά της με το κεφάλι μες στα χέρια βυθισμένη σε ανείπωτο θρήνο. Μια άλλη έχει γραπώσει την κουπαστή στην πλώρη να κρατήσει την ισορροπία της, καθώς η βάρκα από τη μία κλυδωνίζεται από τα μεγάλα κύματα της θαλασσοταραχής κι από την άλλη γέρνει στο πλάι από το βάρος αυτών που προσπαθούν ν’ ανέβουν και να βοηθήσουν τους δικούς τους που είναι στο νερό να σκαρφαλώσουν στη σωτηρία τους.

Οι επιβαίνοντες είναι Έλληνες. Ένας παπάς, μισός μες στη θάλασσα μισός ανεβασμένος στην κουπαστή, κρατάει στο χέρι του, ευδιάκριτα, το Ευαγγέλιο, σύμβολο της Ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας.

Στην πρύμνη κυματίζει η λευκή σημαία των Ψαριανών με το γαλάζιο σταυρό και τη φράση «Ελευθερία ή θάνατος» ως λευκός άγγελος. Μέσα στο σκοτεινιασμένο τοπίο των καπνών από τους κανονιοβολισμούς, την ανατίναξη των πυριτιδαποθηκών και την ανταριασμένη μαύρη θάλασσα είναι άραγε η ελπίδα ή συνοδός στο θάνατο; Στην πλώρη γραμμένο το όνομα της βάρκας, «Ελλάς». Ο Γύζης φιλοτέχνησε τον πίνακα μετά την ήττα των Ελλήνων στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

Το έργο αναφέρεται στους λίγους που προσπάθησαν να σωθούν μέσα σε βάρκες από την ολοσχερή καταστροφή των Ψαρών το 1824 από τους Οθωμανούς.

Πηγές:

https://iellada.gr/istoria/epesan-ta-psara-kai-i-ellas-eklonisthi-menos-ton-toyrkon-kai-i-sfagi-hiliadon-ellinon [Τα ιστορικά στοιχεία έχουν αντληθεί από τον ΙΒ΄ τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, της Εκδοτικής Αθηνών] 

https://www.sportime.gr/extratime/agenda/20-iouniou-i-katastrofi-ton-psaron-vid/ 

https://www.dimospsaron.gr/el/istoriki-anadromi/othwmanikh-periodos-(d).aspx του Πανοσιολογιότατου Αρχιμανδρίτη Ιωακείμ Αρχοντού.

https://www.zougla.gr/politismos/article/i-katastrofi-ton-psaron-1829213

https://www.ekirikas.com/archive_news/arthro/pes_mou_mia_istoria_eikones_tis_istorias_pou_mas_sokaran_epanalambanontai-160370/ 

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments