– Γέροντα, μιὰ ταπεινὴ ψυχὴ ἔχει πιὸ εὔκολο πνευματικὸ ἀγώνα;

– Γέροντα, πῶς ἕνας ἄνθρωπος ἀλλάζει σὲ ἕναν μήνα, καὶ ἄλλος ἀγωνίζεται χρόνια καὶ προκοπὴ δὲν κάνει; 

– Ἐσεῖς τί λέτε; Πῶς γίνεται αὐτό;

– Γέροντα, μοῦ λέει ὁ λογισμὸς πώς, ἂν ὁ ἄνθρωπος ταπεινωθῆ καὶ ζητήση τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τὸν βοηθάει ὁ Θεὸς καὶ προοδεύει.

– Αὐτὸ εἶναι. Ταπείνωση χρειάζεται. Πνευματικὴ πρόοδος ὑπάρχει ὅπου ὑπάρχει πολλὴ ταπείνωση.

Ὅσοι βρῆκαν τὸν δρόμο τῆς ταπεινοφροσύνης, προχωροῦν στὴν πνευματικὴ ζωὴ σύντομα, σταθερὰ καὶ χωρὶς κόπο. Ἀκόμη δὲν ἔχουμε καταλάβει τὴν ταπείνωση, αὐτὴν τὴν μεγάλη δύναμη! Ὅλη ἡ πρόοδος ἐκεῖ βρίσκεται. Ὅσο κανεὶς ταπεινώνεται, τόσο χαριτώνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τόσο πιὸ πολὺ προοδεύει. Πόση δύναμη ἔχει ἡ ταπείνωση, καὶ ὅμως δὲν τὴν ἀξιοποιοῦν οἱ ἄνθρωποι!

– Γέροντα, μιὰ ταπεινὴ ψυχὴ ἔχει πιὸ εὔκολο πνευματικὸ ἀγώνα;

– Καὶ βέβαια, γιατὶ ὁ ταπεινὸς μὲ λίγο σπρώξιμο τρέχει πολύ. Πάρε μιὰ μπίλια· κάν᾿ την ἔτσι, κυλάει· κάν᾿ την ἀλλιῶς, πάλι κυλάει, γιατὶ δὲν ἔχει ἐξογκώματα, γιὰ νὰ σκαλώνη.

– Γέροντα, ὑπάρχει περίπτωση προσπαθώντας κανεὶς νὰ καλλιεργήση τὴν ταπείνωση νὰ ταπεινώνη συνέχεια τὸν ἑαυτό του καὶ τελικὰ νὰ πέση στὴν ἀπόγνωση;

– Ὄχι, γιατὶ ἡ πραγματικὴ ταπείνωση φέρνει ἐλπίδα, ὄχι ἀπελπισία. Ἀπελπισία φέρνει ὁ ἐγωισμός, γιατὶ ὁ ἐγωιστὴς στηρίζεται στὸν ἑαυτό του, ἐνῶ ὁ ταπεινὸς ἐλπίζει στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπὸ τὴν συντριβὴ τῆς ταπεινώσεως σιγὰ‐σιγὰ ἀναπτύσσεται ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος. Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου μετὰ εἶναι ἕνας μεγάλος καὶ φιλότιμος ἀγώνας, ἀλλὰ πάντα προχωρεῖ μὲ μεγάλη ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν καλὴ ἔννοια, ἀπογοητευμένος δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ἐγώ του.

– Γέροντα, τὴν ἐλπίδα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τὴν νιώθει καὶ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει καλὴ πνευματικὴ κατάσταση;

– Καὶ ποῦ ξέρει κανεὶς ἂν ἔχει καλὴ πνευματικὴ κατάσταση; Ὁ ἄνθρωπος ἕνα μόνον μπορεῖ νὰ ξέρη: ὅτι δὲν ἔχει καλὴ πνευματικὴ κατάσταση. Ἀκόμη καὶ νὰ ἔχη, δὲν τὴν βλέπει, ἐπειδὴ καὶ τότε μόνον τὴν ἁμαρτωλότητά του βλέπει. Γιατὶ ὅποιος ἀγωνίζεται γιὰ τὴν πρόοδο τὴν πνευματική, ποτὲ δὲν βλέπει τὴν πρόοδό του· μόνον τὶς πτώσεις του βλέπει.

Οἱ ταπεινοὶ διαφυλάσσουν τὸν πνευματικό τους πλοῦτο στὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ Θεοῦ

– Γέροντα, βλέπω ὅτι δὲν ἀγαπῶ τὴν ἀφάνεια. Μήπως γι᾿ αὐτὸ νιώθω μέσα μου ἄδεια;

– Ἐσὺ μόνο γιὰ σαλὴ δὲν κάνεις!… Ἐκεῖ θέλει πολλὴ ταπείνωση. Κοίταξε, ἂν θέλης νὰ ἀγαπήσης τὴν ἀφάνεια, διάβασε τὸν βίο τῆς Ὁσίας Ἰσιδώρας6, γιὰ νὰ γνωρίσης τὰ φλωριὰ τῆς Ἁγίας, τὶς ἀρετές της, νὰ πετάξης τὰ δικά σου τὰ κάλπικα, τὰ μπακιρένια, καὶ στὸ ἑξῆς νὰ μαζεύης χρυσαφένια καὶ νὰ τὰ κρύβης στὴν καρδιά σου καὶ νὰ τὰ κλειδώνης καλά, γιὰ νὰ μὴν τὰ κλέψη τὸ ταγκαλάκι.

Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοὶ δὲν ἔχουν μέσα τους κενό, ἀλλὰ ξεχείλισμα ἀπὸ τὸ πολὺ γέμισμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μεγάλοι Ἅγιοι. Λένε μὲν μπανταλομάρες, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα λένε σωστὲς συμβουλὲς μὲ πολὺ βάθος. Ἔχουν πολὺ μεγάλη ταπείνωση· δὲν λογαριάζουν καθόλου τὸν ἑαυτό τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἀξιώνει νὰ γνωρίσουν τὰ θεῖα μυστήρια καὶ νὰ ἀποκτήσουν πολλὰ χαρίσματα.

– Γέροντα, πῶς μερικοὶ Φαρασιῶτες7, ἐνῶ ἔβλεπαν τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο νὰ κάνη τόσα θαύματα, δὲν τὸν καταλάβαιναν καὶ τὸν παρεξηγοῦσαν;

– Οἱ Ἅγιοι περισσότερο ἀγώνα ἔκαναν, γιὰ νὰ κρύψουν τὸν πνευματικό τους πλοῦτο, παρὰ γιὰ νὰ τὸν ἀποκτήσουν. Καὶ ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος κάλυπτε τὶς ἀρετές του μὲ διάφορα ἐξωτερικὰ καπιά8, καὶ ἦταν ἑπόμενο οἱ ἐξωτερικοὶ ἄνθρωποι νὰ μὴν τὸν «βλέπουν» καὶ νὰ τὸν παρεξηγοῦν ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ καπιά, δηλαδὴ τὶς προσποιητὲς ἰδιοτροπίες ποὺ ἔβλεπαν. Προσπαθοῦσε δηλαδὴ πάντοτε ὁ Ἅγιος νὰ παρουσιάζη στοὺς ἀνθρώπους τὸ ἀντίθετο τῆς κάθε ἀρετῆς του, γιὰ νὰ ἀποφύγη τὸν θαυμασμό τους. Ὅσοι φυσικὰ εἶχαν κρυμμένες ἀρετές, καταλάβαιναν πόσο θησαυρὸ ἔκρυβε ὁ Ἅγιος.

Οἱ ταπεινοὶ καὶ ἀφανεῖς ἥρωες τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ ἐξυπνότεροι τοῦ κόσμου, διότι κατορθώνουν νὰ φυλάσσουν τὸν πνευματικό τους θησαυρὸ στὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ μεγάλη χαρὰ νὰ νιώθουμε, ὅταν ζοῦμε στὴν ἀφάνεια, γιατὶ τότε θὰ δοῦμε πρόσωπο Θεοῦ στὴν ἄλλη ζωὴ καὶ θὰ νιώθουμε καὶ ἀπʹ αὐτὴν τὴν ζωὴ τὴν παρουσία Του δίπλα μας.

5 Βλ. Β’ Κορ. 11, 14.

6 Ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα ἔζησε στὸ Μοναστήρι τῶν Ταβεννησιωτῶν, τὸ ὁποῖο εἶχε ἱδρύσει ὁ Ὅσιος Παχώμιος στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος. Ταπείνωνε καὶ ἐξευτέλιζε τὸν ἑαυτό της καὶ ὑποκρινόταν τὴν σαλὴ «διὰ τὸν Χριστόν». Περιφερόταν πάντοτε ξυπόλυτη καὶ φοροῦσε ἕνα κουρέλι στὸ κεφάλι της, ἐνῶ οἱ ἄλλες μοναχὲς φοροῦσαν κουκούλι. Ἂν καὶ πολλὲς φορὲς δέχθηκε ὕβρεις καὶ χτυπήματα, ποτὲ δὲν γόγγυσε. Ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου της ἀποκαλύφθηκε μὲ ὅραμα στὸν μεγάλο ἀσκητὴ Πιτηροῦν, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τὸ Μοναστήρι καὶ φανέρωσε ἐνώπιον ὅλης τῆς Ἀδελφότητος ὅτι ἡ Ἰσιδώρα, τὴν ὁποία θεωροῦσαν σαλή, ἦταν Ἀμμᾶς, δηλαδὴ πνευματικὴ μητέρα.

7 Κάτοικοι τῶν Φαράσων τῆς Καππαδοκίας, πατρίδος τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου.

8 Καπί: Ἐπανωφόρι χονδρό.  

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς»

Πηγή: https://akrovolistishellas.blogspot.com/2021/03/blog-post_35.html

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments