«O μοναχός είναι σκυλί παιδί μου»

Στο Aγιονόρος ένας ασκητής που ζούσε σε σπηλιά, τις μεγάλες ημέρες κι αραιά και που, κατέβαινε στο μοναστήρι του για να μεταλάβει και να πάρει κανα καρβέλι ψωμί. Πάντα με δισταγμό έμπαινε στο μοναστήρι.

Ένοιωθε άβολα μπροστά στην ευπρέπεια των μοναχών της μονής που είχαν το ζωστικό τους και το κοντό καθαρό να μοσχοβολάει λιβάνι, ενώ αυτουνού μισοσχισμένα ήταν τα ράσα του γεμάτα χώμα και στάμπες κιτρινιάρικες απ’ τον ιδρώτα.

Ένα μεσημέρι, λίγο πριν τον εσπερινό, φτάνοντας στην πόρτα του μοναστηριού, ακούμπησε το ταγάρι του στο πεζούλι δίπλα στις ποτίστρες κι αμέσως πήγε πιο πέρα να χαιρετήσει ένα φρέσκο καλογέρι, που σκούπιζε με θυμάρι στο καλντερίμι τις μπακαλίνες των μουλαριών. Αυτός, δόκιμος ακόμα, ήξερε όμως την περίπτωση του γέροντα, που νέος είχε φύγει απ᾽ το μοναστήρι για την κορυφή.

Αμέσως παράτησε το θυμάρι και προσπάθησε να του βάνει μετάνοια και να του φιλήσει το χέρι. Όταν συναντήθηκε το βλέμμα τους μέσα στις πρόθυμες καλογερίστικες υποκλίσεις που έκανε ο ένας στον άλλον, με τη λαχτάρα του ποιος θα δώσει τελικά την υποταγή του-ο γέροντας αναχωρητής παγωμένος στάθηκε και έπιασε τα μαδημένα γένεια του.

Έβλεπε το νέο να έχει μεγάλο ενθουσιασμό στις μετάνοιες  – και θυμήθηκε τα νιάτα του. «Παιδί μου», του είπε, «όταν λιγοστέψουν οι τρίχες απ᾽ τα γένια σου, τότε θα νιώσεις και συ ότι ο μοναχός είναι σκυλί. Σε ένα σκυλί, αν του δώσεις ένα ξεροκόμματο, καλό θα του κάνεις, αν δεν του δώσεις ψωμί και του βαρέσεις μια κλωτσιά, να είσαι βέβαιος – το ίδιο καλό θα του κάνεις», κατέληξε κομπά ο γέροντας, κόβοντας κάθε περιθώριο για άλλη μετάνοια.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Ο Μοναχός και η ρέγκα του. Δύο μικρές ιστορίες από το Αγιονόρος,

Το Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου 36 (2003

Πηγή: https://ardalion.wordpress.com/2008/10/29/monk/

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments