Ποιος ήταν ο πραγματικός Ζορμπάς; H αληθινή ιστορία του και ο Καζαντζάκης

Ποιος ήταν, ο Αλέξης Ζορμπάς, που περιγράφει στο βιβλίο του ο Νίκος Καζαντζάκης; Κατ’ αρχήν το όνομα του πραγματικού Ζορμπά ήταν  Γεώργιος κι όχι Αλέξης.

Τον Γεώργιο Ζορμπά γνώρισε ο Νίκος Καζαντζάκης το 1914 στο Άγιο Όρος κι από τότε αναπτύχθηκε μια πραγματική φιλία, που δεν έσβησε ποτέ μέσα στα επόμενα χρόνια.

Ο Γεώργιος Ζορμπάς γεννήθηκε στον Κολινδρό του Νομού Πιερίας το 1865 και πέθανε το 1941 στα Σκόπια, όπου και βρίσκεται σήμερα ο τάφος του, που, τον ανακάλυψε το 1997 ο Μίκης Θεοδωράκης.

Ζορμπά και Καζαντζάκη ένωνε το πάθος για ζωή. Ο διανοούμενος και ο εργάτης. Ο Ζορμπάς ήταν μερακλής, γλεντζές, φιλόσοφος της ζωής, παρότι δεν γνώριζε γράμματα.

Στο Παλαιοχώρι  της Χαλκιδικής, όπου εργάστηκε σαν μεταλλωρύχος, γνωρίστηκε με την Ελένη Καλκούνη, παντρεύτηκαν κι έκαναν 12 παιδιά, από τα οποία επέζησαν 7, αλλά ο πόλεμος και ο θάνατος της γυναίκας του Ελένης, έφεραν δυστυχία στην οικογένεια.

Το 1914 ο Γεώργιος Ζορμπάς φεύγει για το Άγιο Όρος με την απόφαση να γίνει καλόγερος. Εκεί γνωρίσθηκε με τον Καζαντζάκη κι αργότερα πήγαν στη Μεσσηνιακή Μάνη, για να εκμεταλλευτούν τα ορυχεία της Πράστοβας, κοντά στη Στούπα, παραθαλάσσιο χωριό του Δήμου Λεύκτρου. Η συνεργασία του Καζαντζάκη με τον Ζορμπά, είχε διάρκεια περίπου δύο χρόνων (1916 – 1918). Εδώ εμπνεύστηκε ο Καζαντζάκης το έργο του «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά». Η μεγάλη κόρη του Ζορμπά Ανδρονίκη, ήταν η μόνη που διατήρησε επαφές με κατοίκους της περιοχής, την οποία και επισκεπτόταν συχνά – πυκνά.

Η ταραγμένη ζωή του Γεωργίου Ζορμπά θα σταματήσει στα Σκόπια, όπου εγκαταστάθηκε, ξαναπαντρεύτηκε, έκανε κι άλλα παιδιά και νέα οικογένεια, ασχολήθηκε και πάλι με την εξορυκτική δραστηριότητα. Όμως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η κατάσχεση των ορυχείων από τους Γερμανούς κατακτητές, η πείνα και η ναζιστική σκλαβιά τον έστειλαν στον τάφο το 1941.

Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε το βιβλίο για το Ζορμπά στην Αίγινα τα χρόνια 1941-1943 και πρωτοκυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1946 από τις «Εκδόσεις Δημητράκου».

Ο Ζορμπάς με έμαθε να αγαπάω τη ζωή και να μην φοβούμαι τον θάνατο» έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης και ξεχώρισε τον Ζορμπά, μαζί με τον Όμηρο, τον Βούδα, τον Νίτσε και τον Μπερξόν, ως έναν από τους ανθρώπους που άφησαν βαθιά χνάρια στην ψυχή του.

Την σχέση του Κρητικού συγγραφέα με τον θρυλικό Γιώργη Ζορμπά (που έγινε Αλέξης στο μυθιστόρημα «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά») αποτυπώνει ο Γιώργος Στασινάκης στο βιβλίο του «Καζαντζάκης-Ζορμπάς μια αληθινή φιλία», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη».

«Ο Καζαντζάκης λάτρευε τον Ζορμπά» δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Στασινάκης, φέρνοντας στη μνήμη του στις συζητήσεις του με την Ελένη Καζαντζάκη στη Γενεύη.

Οι δύο αυτοί τόσο διαφορετικοί άνθρωποι ενώθηκαν με βαθιά και ειλικρινή φιλία. «Ο Καζαντζάκης ήταν ο ασκητής, ο γραφιάς, ο Ζορμπάς ήταν ο γλεντζές, υπάρχουν και τα δύο στοιχεία, το απολλώνειο και το διονυσιακό στοιχείο μέσα και τα δύο αυτά στοιχεία ενωθήκανε. Ο Καζαντζάκης ήθελε να είναι Ζορμπάς, δεν μπορούσε, ήταν διανοούμενος, αν και στο τέλος του βιβλίου φαίνεται ότι έγινε μια σύνθεση», επισήμανε ο κ. Στασινάκης με αφορμή και την παρουσίαση του βιβλίου του στην 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

Ο αυθεντικός Ζορμπάς δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στην Κρήτη. Ο γκριζομάλλης μεσήλικας και χήρος Γιώργος Ζορμπάς έφτασε στη Στούπα μαζί με τα 5 από τα 8 ορφανά από μάνα παιδιά του, για να μπει ως αρχιεργάτης στη δούλεψη του Καζαντζάκη. Εμπειρος με πολύτιμες γνώσεις και ακούραστος δουλευταράς που είχε διανύσει στοές και λαγούμια σε διάφορα μεταλλεία κάνοντας όλες τις δουλειές ως εξορύκτης, ξυλοδέτης, ανιχνευτής μετάλλων, ο Ζορμπάς ήταν ο ιδανικός άνθρωπος στην κατάλληλη θέση. Γι’ αυτό και ο Καζαντζάκης που είχε μπλέξει προηγουμένως σε μια επιχείρηση εκμετάλλευσης ξυλείας στο Αγιον Ορος, όταν το 1915 γνώρισε εκεί τον μεταλλωρύχο τον προσέλαβε για τις καινούριες του μπίζνες στη μεσσηνιακή Μάνη. Η εξόρυξη κάρβουνου, ακόμη και χαμηλής ποιότητας, ήταν αναγκαία κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η ενασχόληση μαζί του παρείχε τότε απαλλαγή από τη στράτευση. 

Με τον συγγραφέα έτοιμο να δεχτεί ότι ο ταπεινός του εργάτης απολάμβανε με τις αθώες, παρθενικές σχεδόν, αισθήσεις όσα του πρόσφεραν η ζωή, ο έρωτας, το φαγητό, η κίνηση, ο χορός, το συναρπαστικό θέαμα όλου του κόσμου. Από ιδιοσυγκρασία, εξάλλου, ο Ζορμπάς, ως εραστής των γήινων απολαύσεων, εντυπωσίαζε τον απομονωμένο και δημιουργικά απερίσπαστο στην τέχνη του συγγραφέα, ποιητή και φιλόσοφο. Εκτός από ακαταπόνητος, ο αρχιεργάτης του ήταν καλόκαρδος, κοινωνικά ανοιχτός, γλεντζές και χωρατατζής με γάργαρο γέλιο. Αργότερα ο Καζαντζάκης τον χαρακτήρισε επιγραμματικά ως «εξαίσιο φαγά, πιοτή, δουλεφταρά κι αλήτη». Αλήτη με την έννοια του πλάνητος, που δεν στέριωνε πουθενά ως πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης. Τριγυρνούσε, άλλωστε, για βιοποριστικούς λόγους σε όλη την Ελλάδα, ενώ είχε ταξιδέψει στις χώρες της Βαλκανικής φτάνοντας μέχρι τη Νότια Ρωσία. Στις διαδρομές του εξασκούσε διάφορα επαγγέλματα, όπως βοσκός, γυρολόγος, κανατάς, νταμαρτζής, σαντουριτζής, στραγαλατζής, καρβουνιάρης, λαθρέμπορας και βασικά μιναδόρος. Θάμπωνε τον συγγραφέα επειδή στις περιπλανήσεις του είχε απαντήσει διάφορες ράτσες και θρησκείες: Ρωμιούς και Τούρκους, Σέρβους και Βούλγαρους, Ρουμάνους και Ρώσους, ορθόδοξους, μουσουλμάνους, εβραίους. 

Το καλοκαίρι του 1917 πήγε στη Μάνη για να συναντήσει τον Κρητικό συγγραφέα ο μεγάλος ποιητής και φίλος του Αγγελος Σικελιανός μαζί με την Αμερικανίδα σύζυγό του Εύα Πάλμερ. Από κοντά μαζεύτηκαν στον ίδιο τόπο η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη και η καθιερωμένη αντίπαλός της επί σκηνής Κυβέλη, ο δικηγόρος και συνέταιρος στα μεταλλεία Φαραντάτος και φυσικά η πρώτη του σύζυγος Γαλάτεια Kαζαντζάκη, κόρη του λόγιου εκδότη Στυλιανού Αλεξίου. Η παρουσία της παρέας τάραξε την κλειστή τοπική κοινωνία, που για πρώτη φορά αντίκριζαν γυναίκες να καπνίζουν, να κολυμπούν στη ρηχή θάλασσα με μαγιό, ενώ πλάι τους ο απολλώνιος Σικελιανός να βουτάει πλαταγίζοντας στα κρυστάλλινα και παγωμένα από τον Πρίντζιπα νερά. 

Η παραλία της Καλογριάς στη Στούπα Μεσσηνίας όπου Γιώργος Ζορμπάς και Νίκος Καζαντζάκης έκαναν ατελείωτες κουβέντες κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου

Ο μόνος που δεν συγκλονίστηκε ήταν ο κοσμογυρισμένος για τα μέτρα της εποχής, αξιοπρεπής, ανοιχτός στη θέα των ανθρώπων Ζορμπάς. Τράβηξε παράμερα στην άμμο το υπαίθριο ράντζο του, έπαιζε σαντούρι, τραγούδαγε ανατολίτικους σκοπούς και χόρευε λεβέντικα στην αμμουδιά, παρακινημένος σαν από έναν εσωτερικό ρυθμό, ζεϊμπέκικο. Χορό παράξενο και αταίριαστο για τα ήθη της Ελλάδας εκείνης της εποχής, τον οποίο η εκλεκτή ομήγυρη των διανοούμενων και των καλλιτεχνών παρακολουθούσε με θαυμασμό. Οχι σαν μια φολκλορική ατραξιόν, αλλά ως γνήσιο τρόπο έκφρασης ενός απλού, αυθεντικά λαϊκού ανθρώπου. «Γιατί ο χορός αυτός του Ζορμπά ήταν όλο πρόκληση, πείσμα κι ανταρσία», έγραφε αργότερα ο Καζαντζάκης. 

Γηγενής Μακεδόνας, ο Ζορμπάς, όταν ο τόπος τελούσε ακόμα υπό οθωμανικό ζυγό, γεννήθηκε, κατά μια πηγή, στο ορεινό Καταφύγι, ένα χωριό χτισμένο σε υψόμετρο 1.450 μ. των Πιερίων ορέων, το οποίο ανήκει σήμερα στον Δήμο Βελβεντού Κοζάνης. Για άλλους, τόπος καταγωγής του ήταν ο Κολινδρός, κοντά στην Κατερίνη, από όπου μετακόμισε στο Καταφύγι ο τσέλιγκας πατέρας του Φώτης, μαζί με τη σύζυγό του Ευγενία και τα αδέλφια του Γιώργου, τον Γιάννη, τον Ξενοφώντα και την Κατερίνα.

Έχει πάντως εξακριβωθεί ότι, όταν ήταν ακόμα παιδί, ο πατέρας του Φώτης, εξαιτίας μιας διαφοράς που είχε με έναν Τούρκο, αναγκάστηκε να καταφύγει με την οικογένειά του στο Καταφύγι, ένα χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, χτισμένο σε υψόμετρο 1450μ. (ανήκει σήμερα στο Δήμο Βελβεντού). Εκεί πέρασε ο Ζορμπάς τα παιδικά του χρόνια, βόσκοντας τα γιδοπρόβατα του πατέρα του. Για κακή του τύχη όμως, ο πατέρας του αποφάσισε να φύγει και να πάει στο Άγιον Όρος να γίνει καλόγερος. Ο Γιώργης, που ήταν δεν ήταν τότε 15 χρονών, αναγκάστηκε να επωμιστεί όλη την ευθύνη για τα γιδοπρόβατα. Για δύο-τρία χρόνια τα κατάφερε καλά. Αλλά έπεσε αρρώστια στα ζώα που αποδεκάτισε το κοπάδι. Δεν μπορούσε πια να επιβιώσει στο Καταφύγι.

Είχε ακούσει για τα Μαντεμοχώρια της Χαλικιδικής και ξεκίνησε κατά κει με σκοπό να βρει δουλειά σε κάποιο μεταλλείο. Ύστερα από πεζοπορία ημερών, έφτασε στο Λίσμπορο (τη σημερινή Στρατονίκη) και βρήκε δουλειά στο μεταλλείο του Μάντεμ Λάκκου που ήταν πλούσιο σε σιδηροπυρίτη, άργυρο, ψευδάργυρο και μόλυβδο. Το εκμεταλλευόταν μια γαλλική εταιρεία που στρατολογούσε εργάτες επί τόπου, όπως ήταν φυσικό. Τον Ζορμπά τον προσέλαβε ένας από τους αρχιεργάτες, ο Γιάννης Καλκούνης. Πέρασε από όλες τις δουλειές του μεταλλείου και ειδικεύτηκε σε όλες –δούλεψε διαδοχικά ως ορύκτης, ξυλοδέτης, λαγουμιτζής, ανιχνευτής μετάλλων. 

Η ζωή όμως του επιφύλασσε άλλες εκπλήξεις. Ο Γιάννης Καλκούνης είχε μια όμορφη κόρη, την Ελένη, την οποία ερωτεύτηκε ο Ζορμπάς με αποτέλεσμα να την αφήσει έγκυο. Όπως είναι γνωστό, τα ήθη ήταν πολύ αυστηρά εκείνη την εποχή. Μόνο ένας γάμος μπορούσε να ξεπλύνει την προσβολή. Πήρε λοιπόν κρυφά την Ελένη ο Ζορμπάς και την πήγε στο Παλαιοχώρι όπου τους πάντρεψε ένας παπάς χωρίς να ξέρουν τίποτα οι γονείς της. Ωστόσο, παρόλο που την παντρέφτηκε την Ελένη, ο Ζορμπάς δεν τολμούσε να ξαναγυρίσει στο μεταλλείο του Μάντεμ Λάκκου από φόβο για τον πεθερό του που αποδοκίμαζε αυτή την ένωση. Αποφάσισε, λοιπόν, να εγκατασταθεί στο Παλαιοχώρι όπου βρήκε δουλειά σε ένα σιδεράδικο.

Στο μεταξύ η Ελένη γέννησε δίδυμα αγόρια (το ένα πέθανε σε βρεφική ηλικία). Λίγο μετά τη γέννηση των δίδυμων, σκοτώθηκε ο Γιάννης Καλκούνης σε ένα ατύχημα στο μεταλλείο, και έτσι μπόρεσε ο Ζορμπάς να ξαναγυρίσει στο Λίσμπορο και στο μεταλλείο, όπου αντικατέστησε τον πεθερό του στη θέση του αρχιεργάτη. Έζησε πολλά κι ευτυχισμένα χρόνια στο Λίσμπορο μαζί με τη γυναίκα του και τα εννέα παιδιά του (γιατί, μετά τα δίδυμα, η Ελένη του γέννησε άλλα οχτώ παιδιά, τον Βαγγέλη, την Ανδρονίκη, τον Νίκο, την Αναστασία, τη Φιλιώ, τον Μανώλη, την Κατίνα και τον Αλέξη).

Αλλά είχε την ατυχία να χάσει τη γυναίκα του, την οποία υπεραγαπούσε, όταν ακόμα τα παιδιά του ήταν ανήλικα. Και δεν ήταν η μόνη του ατυχία. Οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 έφεραν κοσμογονικές αλλαγές στη Μακεδονία. Το μεταλλείο του Μάντεμ Λάκκου έκλεισε και ο Ζορμπάς βρέθηκε χωρίς δουλειά και με τα εννέα παιδιά στα χέρια. Πήρε λοιπόν την οικογένειά του και κατέφυγε στο Κάτω Ελευθεροχώρι –που υπάγεται σήμερα στον Δήμο Κολυνδρού Πιερίας- όπου έμενε ο αδελφός του Γιάννης. Αναγκάστηκε, για να ζήσει τα παιδιά του, να κάνει ό,τι δουλειά εύρισκε –γυρολόγος, μαυραγορίτης, εργάτης στο μεταλλείο της Πραβίτας, ξυλοκόπος. Έτσι κατάφερε να αναστήσει τα παιδιά του.


Αφού τριγύρισε ως μαυραγορίτης και μεταλλοθήρας στη Νότια Ρωσία, επέστρεψε ως εργάτης στο μεταλλείο της Πραβίτας στην περιοχή Ταξιάρχη στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής. Στο κοντινό Αγιον Ορος γνώρισε τότε και τον Καζαντζάκη, ο οποίος έμενε μαζί με τον Σικελιανό στα κελιά διάφορων μοναστηριών διαβάζοντας Δάντη, Bούδα και τα Ιερά Eυαγγέλια.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος

Αναχωρώντας από την υπέροχη παραλία της Καλογριάς εκείνο το καλοκαίρι του 1917, η Γαλάτεια Καζαντζάκη πήρε μαζί της τη θυγατέρα του Ζορμπά, Αναστασία, η οποία κατόπιν παντρεύτηκε τον αδελφό της Ραδάμανθυ. Η κόρη τους Τζένη παντρεύτηκε τον Κώστα Σιδηρόπουλο, από οικογένεια καπνεμπόρων του Πόντου, και έφερε στον κόσμο τον δισέγγονο του Ζορμπά, τον πασίγνωστο Παύλο Σιδηρόπουλο, τον σημαντικότερο ίσως εκπρόσωπο της ελληνικής ροκ. Η πρωτόκορη του Ζορμπά, η Ανδρονίκη, τη μόνη που άφηνε να του συγυρίζει το σπίτι και να του πηγαίνει τρόφιμα στο ορυχείο, παντρεύτηκε τον Ελληνορώσο φωτογράφο Κώστα Κεχάεφ, τον οποίο είχε φέρει μαζί του στην Ελλάδα ο πατέρας της μετά τις περιπετειώδεις περιπλανήσεις του στη Ρωσία.

Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σε ένα ισόγειο σπιτάκι απέναντι από τη Φιλαρμονική της Καλαμάτας και έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70, προτού αποβιώσει, επισκεπτόταν την οικογένεια Εξαρχουλέα στην περιοχή της Στούπας. Ωστόσο, στον ίδιο τόπο μισό αιώνα νωρίτερα το ορυχείο είχε πάρει ανεπίστρεπτα την κάτω βόλτα. «Η επιχείρηση του λιγνίτη πήγε κατά διαβόλου», έγραφε χαριτολογώντας ο Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Ο Ζορμπάς κι εγώ κάμαμε ό,τι μπορούσαμε για να φτάσουμε, γελώντας, παίζοντας, κουβεντιάζοντας, στην καταστροφή». Ο συγγραφέας έφυγε από την περιοχή το καλοκαίρι του 1918 και δεν ξαναγύρισε ποτέ, ενώ ο αρχιεργάτης του βρήκε για λίγο δουλειά σε κάποιο άλλο ορυχείο, κοντά στην Πραστοβά. Κράτησαν όμως επαφή.

Αποστολή στον Καύκασο

Οταν τον Μάιο του 1919 ο Καζαντζάκης διορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο διευθυντής του νεοσύστατου υπουργείου Περιθάλψεως, του ανατέθηκε η μετάβαση στον Καύκασο για τον επαναπατρισμό των χιλιάδων Ελλήνων που κινδύνευαν να εξοντωθούν από τις κακουχίες μέσα στη δίνη που ακολούθησε την μπολσεβικική επανάσταση. Εστειλε τότε ένα γράμμα στον Γιώργο Ζορμπά προσκαλώντας τον να πάρει μέρος στην αποστολή. Η αγέρωχη και ριψοκίνδυνη καρδιά του παρορμητικού Γιώργη Ζορμπά φτερούγισε με το μήνυμα. Τα παράτησε όλα και έσπευσε στην Αθήνα να μπει κάτω από τις διαταγές του πρώην αφεντικού του.

Ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου του 1919, με επικεφαλής τον Καζαντζάκη και τους Κρητικούς συμπατριώτες του Ηρακλή Πολεμοχαράκη, Γιάννη Κωνστανταράκη, Γιάννη Αγγελάκη, για την Τιφλίδα, το Καρς, το Κουμπάν, αλλά και το Μπακού και το Ερεβάν με σκοπό τη μεταφορά των ομοεθνών προσφύγων. Ως σύγχρονοι Αργοναύτες της Μαύρης Θάλασσας στη διαλυμένη αλλά αχανή πρώην τσαρική αυτοκρατορία, αφοσιώθηκαν ολοκληρωτικά στον ανθρωπιστικό αγώνα για τη σωτηρία του Ελλήνων. Κατόρθωσαν να φέρουν με καράβια στη Θεσσαλονίκη περίπου 150.000 Ελληνες, οι οποίοι ρίζωσαν στα χώματα της Θράκης και της Μακεδονίας. Αυτή ήταν και η τελευταία ζωντανή επαφή του Καζαντζάκη με τον αιώνιο φίλο του Γιώργο Ζορμπά. Μετά το τέλος της αποστολής χωρίστηκαν για πάντα. Δεν ξεχάστηκαν όμως ποτέ.

Η αποστολή στον Καύκασο ήταν η τελευταία μεγάλη εξόρμηση του Ζορμπά. Λίγα χρόνια μετά εγκαταστάθηκε στο ιδιοκτησίας του μεταλλείο λευκολίθου στη Νις της Σερβίας, από όπου τηλεγραφούσε στον λογοτέχνη φίλο του: «Εύρον πράσινην πέτραν ωραιοτάτην, ελθέ αμέσως». Και όταν ο συγγραφέας στην πιο γόνιμη περίοδο της τέχνης του τού απαντούσε ανάμεσα στα πολυάριθμα ταξίδια του, πότε από την Ιταλία και πότε από το Βερολίνο, ότι δεν μπορούσε να πάει, εκείνος τον περιέπαιζε υπαγορεύοντας στον γραμματικό της επιστολής του: «Είσαι, και να με συμπαθάς, αφεντικό, καλαμαράς. Μπορούσες και συ, κακομοίρη, μια φορά στη ζωή σου να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα και δεν την είδες». Ισως με κάποιες τύψεις ο Καζαντζάκης αργότερα έγραφε ότι θα διάλεγε τον Ζορμπά για ψυχικό οδηγό. «Γιατί αυτός είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί […] να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία, αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί· τη σιγουράδα του χεριού, τη δροσεράδα της καρδιάς, την παλικαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή». Δεν τα πρόλαβε αυτά τα ποιητικά λόγια ο Ζορμπάς. Από το 1926 διέμενε στα Σκόπια όπου διαχειριζόταν ένα ορυχείο. 

Εκανε λεφτά και τα κατασπατάλησε σε φαγοπότια, γλέντια, κρασοκατανύξεις και μοιραία θηλυκά, γιατί τα πλούτη ήταν ξαφνικά και δεν τα είχε ποτέ προηγουμένως, αλλά κυρίως επειδή ήξερε ότι δεν θα τα έπαιρνε μαζί του στον τάφο. Είχε πάρει κοντά του την κόρη του Κατίνα, η οποία παντρεύτηκε εκεί τον Σέρβο Γιοβάν Γιάντα. Τα άλλα του παιδιά, με τη βοήθεια κυρίως της Γαλάτειας, είχαν αποκατασταθεί. Πάνω όμως που ένιωθε να έχει λυτρωθεί από την πίεση της ανάγκης, με την είσοδο της Σερβίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κατάσχεση των ορυχείων από τους Γερμανούς κατακτητές, την πείνα και τη ναζιστική σκλαβιά ο Ζορμπάς δεν άντεξε.

Πέθανε εκεί το 1941 και θάφτηκε αρχικά στα παλιά νεκροταφεία, νότια της πόλης. Χρόνια αργότερα τα εγγόνια του από την πλευρά της Κατίνας, η αρχιτέκτων Αννα Γκάιγκερ, η οποία έως τον θάνατό της το 2002 υπήρξε πρόεδρος του γιουγκοσλαβικού τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, και ο έμπορος αδελφός της Βαγγέλης Γιάντα μετέφεραν τα οστά του παππού τους και τα τοποθέτησαν στον οικογενειακό τάφο στο νεκροταφείο «Μπούτελ» των Σκοπίων. Ο τάφος του εντοπίστηκε πολλά χρόνια αργότερα από ελληνική δημοσιογραφική αποστολή στα Σκόπια. Μάλιστα τον επισκέφτηκε το 1997 ο Μίκης Θεοδωράκης μετά τη μεγαλειώδη συναυλία του με το έργο του «Ζορμπάς ο Ελληνας», παρουσία του τότε προέδρου της χώρας Κίρο Γκλιγκόροφ, στην αίθουσα της όπερας του Λαϊκού Θεάτρου των Σκοπίων. 

Ο Μίκης Θεοδωράκης μπροστά από τον τάφο του Ζορμπά στα Σκόπια το 1997

Στις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν από τον χωρισμό του Νίκου Καζαντζάκη και του Γιώργη Ζορμπά μέχρι τον θάνατο του τελευταίου, ο συγγραφέας δεν έπαψε να ενδιαφέρεται και να ανησυχεί για την πορεία του παλιού του φίλου και συνεργάτη. Το 1941, εν μέσω των στερήσεων της γερμανικής κατοχής, βρήκε τον πιο μεταφρασμένο παγκοσμίως Ελληνα λογοτέχνη απομονωμένο στην Αίγινα. Εκεί έφτασε το πικρό μαντάτο του θανάτου του Ζορμπά. Σε μία από τις ωραιότερες σελίδες της «Αναφοράς στον Γκρέκο» έγραψε: «Στο σπίτι με περίμενε ένα γράμμα με πένθιμο φάκελο· γραμματόσημο σέρβικο, κατάλαβα. Το κρατούσα και το χέρι μου έτρεμε. […] Εκλεισα τα μάτια κι ένιωθα αργά, ζεστά, να κυλούν στα μάγουλά μου τα δάκρυα. […] Τι να κάμω, συλλογίζουμουν όλη τη νύχτα, τι να κάμω για να ξορκίσω το θάνατό του; […] Πετιούνται απάνω οι θύμησες, σπρώχνουν η μια την άλλη, βιάζουνται και ζώνουν αγριεμένες την καρδιά μου· ανοιγοκλειούν το στόμα, φωνάζουν να περμαζώξω από τη γης, από τη θάλασσα, από τον αέρα τον Ζορμπά και να τον αναστήσω. Αυτό δεν είναι το χρέος της καρδιάς; Γι’ αυτό δεν την έπλασε ο Θεός; Ν’ ανασταίνει τους αγαπημένους; Ανάστησέ τον!». Και αυτό έκανε. Την επομένη, άγρυπνος, πήρε χαρτί, ξάπλωσε στις πυρωμένες από τον ήλιο πλάκες της ταράτσας του σπιτιού του στην Αίγινα που αγνάντευαν απέναντι τα γυμνά βουνά της Σαλαμίνας και άρχισε να γράφει μερικές αράδες αυτό το «συναξάρι» για τον Ζορμπά. 

Το έργο το τελείωσε ύστερα από δύο χρόνια, τον Μάιο του 1943. Ωστόσο, ο Ζορμπάς που μπήκε στις σελίδες του βιβλίου με τίτλο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» δεν ήταν ο Γιώργης Ζορμπάς της Πραστοβάς και του Καυκάσου. Του άλλαξε το όνομα, πιθανότατα από το αρχαιοελληνικό συνθετικό «αλεξι-» (όπως αλεξικέραυνο, αλεξίσφαιρος) για να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα που αντιστέκεται με «τη δαιμονικιάν ανταρσία του ανθρώπου να νικήσει το βάρος και την ύλη, την προγονική κατάρα». Μετατόπισε την πλοκή από τη Μάνη στην πολυμνημένη πατρίδα του, την Κρήτη, και μετασχημάτισε τον ήρωα προικίζοντάς τον με ακατανίκητη δύναμη που ενσαρκώνει την ίδια την ουσία της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις της. Πλάθοντας τον ήρωά του ο αφηγητής-συγγραφέας αντέταξε το ξέχειλο από φως διονυσιακό πνεύμα του αενάως δραστήριου Ζορμπά στην απραξία του κάποτε επηρεασμένου Καζαντζάκη από το βουδιστικό ζεν που εξαλείφει το «εγώ». Αρκετοί μελετητές του έργου του μεγάλου Κρητικού συγγραφέα θεωρούν ειλικρινή και ευεργετική την ορμητική επίδραση του ηλικιωμένου εργάτη και μοιραία την απελευθερωτική γοητεία που άσκησε στο πνεύμα του. 

Αγωνιστής της ζωής

Την άνοιξη του 1957, λίγους μήνες προτού πεθάνει, ο Καζαντζάκης έλαβε στην Αντίμπ της Νότιας Γαλλίας όπου διέμενε μια επιστολή από τον πρωτότοκο γιο του Ζορμπά, τον αντισυνταγματάρχη τότε Αντρέα, ο οποίος διαμαρτυρόταν έντονα γιατί το βιβλίο είχε δήθεν ρεζιλέψει τον πατέρα του και είχε τάχα προσβάλει όλη του την οικογένεια. Ο γέρος και ασθενής αλλά πάντα πνευματικά αειθαλής Καζαντζάκης τού απάντησε άμεσα με ένα λιγόλογο γράμμα όπου σημείωνε: «Σπάνια αγάπησα και τίμησα άνθρωπο όπως τον Ζορμπά. Τον παράστησα στα γραφτά μου ως έναν ανώτερο ελέφτερον άνθρωπο κι είναι τώρα ένδοξος για χιλιάδες ανθρώπους στην Εβρώπη, στην Αμερική». Δεν χρειάζονταν περισσότερα στον παραπονούμενο γιο και προφανώς παρακινούμενο από τους μύριους όσους μνησίκακους εχθρούς του συγγραφέα. Ετσι κι αλλιώς, αν δεν υπήρχε ο ασυμβίβαστος δημιουργός Καζαντζάκης που χάρισε θριαμβικά αθάνατο στη μνήμη των αναγνωστών και παρέδωσε με μια νέα αυτόνομη υπόσταση αιώνιο τον Ζορμπά στην τέχνη, ποιος θα θυμόταν σήμερα τον αληθινό, καθημερινό, βασανισμένο Γιώργη Ζορμπά; Εναν εγκάρδιο αγωνιστή της ζωής που ποτέ του δεν θεώρησε τις πραγματικές δοκιμασίες του ως μυθικό άθλο; Κι ας μην πάτησε ποτέ το πόδι του στη λεβεντογέννα Κρήτη. 

Η ταινία 

Η υπόθεση τού βιβλίου, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, το 1964, με τον τίτλος «Ζορμπάς ο Έλληνας» (Zorba the Greek), σε συμπαραγωγή Ελλάδας, Μεγάλης Βρετανίας και Η.Π.Α. Την ταινία, σκηνοθέτησε ο Μιχάλης Κακογιάννης, ενώ τον κεντρικό ήρωα, τον Ζορμπά, υποδύθηκε με μοναδικό τρόπο ο Άντονι Κουίν, με συμπρωταγωνιστή τον Άλαν Μπέιτς. Την μαντάμ Ορτάνς, υποδύθηκε η Λίλα Κέντροβα, αν και αρχικά ο ρόλος είχε δωθεί στην Σιμόν Σινιορέ. Χαρακτηριστικούς ρόλους, είχαν ο Σωτήρης Μουστάκας (ο τρελός τού χωριού), η Ειρήνη Παππά (η χήρα) και ο Γιώργος Φούντας (Μαυραντώνης).

Την μουσική και σήμα κατατεθέν τής ταινίας, έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης, ενώ την χορογραφία τής σκηνής, όπου χορεύουν στην παραλία ο Άντονι Κουίν με τον Άλαν Μπέιτς, έκανε ο Γιώργος Προβιάς*, ο οποίος, σε αντίθεση με τον χορό του, που έμεινε παγκοσμίως γνωστός ως «συρτάκι», έμεινε στην αφάνεια, ενώ δεν αναφέρεται καν στους συντελεστές τής ταινίας.

Οι σκηνές τής ταινίας, γυρίστηκαν επί το πλείστον στα Χανιά, στον Αποκόρωνα και στο Ακρωτήρι, η δε χαρακτηριστική σκηνή τού «χορού τού Ζορμπά», γυρίστηκε στην παραλία τού χωριού Σταυρός.

Η ταινία κέρδισε, το 1965, τρία βραβεία Όσκαρ: Β’ γυναικείου ρόλου (Λίλα Κέντροβα), ασπρόμαυρης φωτογραφίας (Γουόλτερ Λάσαλι) και καλλιτεχνικής διεύθυνσης και σκηνικών (Βασίλης Φωτόπουλος). Η ταινία, ήταν επίσης, υποψήφια για τέσσερα ακόμη Όσκαρ: Καλύτερης ταινίας, Α’ ανδρικού ρόλου (Άντονι Κουίν), σκηνοθεσίας (Μιχάλης Κακογιάννης) και διασκευασμένου σεναρίου (Μιχάλης Κακογιάννης).

Πηγές:

http://www.kritikaepikaira.gr/poios-itan-o-pragmatikos-zormpas/

https://www.zarpanews.gr/%CE%B2%CE%AF%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B7-%CE%B6%CE%BF%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%AC-%CE%AC/

https://www.newsbeast.gr/greece/arthro/2692649/i-schesi-tou-nikou-kazantzaki-me-ton-pragmatiko-zormpa

https://www.protothema.gr/culture/article/758895/h-alithini-istoria-tou-zorba-kai-o-kazadzakis-/

http://omgatos.blogspot.com/2013/04/blog-post_8.html, (Από ομιλία της Αθηνά Βουγιούκα, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, βασισμένη στο βιβλίο του Γιάννη Αναπλιώτη,  Ο αληθινός Ζορμπάς και ο Νίκος Καζαντζάκης, εκδ. Δίφρος,  Αθήνα 1960)

https://www.pare-dose.net/4191

Φωτογραφία εξωφύλλου :http://www.koutipandoras.gr/article/kazantzakhs-zormpas-mia-alhoinh-filia

 

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments