Δεκέμβριος 1803: Οι Σουλιώτισσες χορεύουν τον χορό του Ζαλόγγου και ο ηγούμενος Σαμουήλ ανατινάζει το Κούγκι

Οι Σουλιώτες κατοικούσαν σε 11 χωριά της ορεινής Θεσπρωτίας, σε μια περιοχή με απόκρημνους βράχους ανάμεσα σε δύο πασίγνωστες βουνοκορυφές, το Κούγκι και την Κιάφα.

Έζησαν εκεί από τον 16ου αιώνα έως το 1822, με ένα διάλειμμα 17 ετών (1803 – 1820). Υπήρξαν σκληροτράχηλοι πολεμιστές και είναι γνωστοί για τη μακροχρόνια αντιπαράθεσή τους με την Οθωμανική εξουσία και τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση του 1821.

Ήταν κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών και μιλούσαν Αλβανικά και δευτερευόντως Ελληνικά. Ήταν χωρισμένοι σε 47 μεγάλες οικογένειες (φάρες), με σπουδαιότερες αυτές των Ζέρβα, Τζαβέλα, Δράκου, Δαγκλή, Κουτσονίκα, Μπότσαρη, Καραμπίνη και Νίκα.

Η ζωή των Σουλιωτών θύμιζε σε πολλά αυτή των αρχαίων Σπαρτιατών. Από μικροί γυμνάζονταν στα όπλα και εξασκούνταν στην τέχνη του πολέμου. Η φτωχή γη του Σουλίου μόνο λίγα ζωντανά μπορούσε να θρέψει κι έτσι, πουλούσαν προστασία στα γύρω χωριά και συχνά επιδίδονταν σε λαφυραγωγία για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.

Τιμωρούσαν με θάνατο όσους παρέβαιναν τις συμφωνίες και τις ηθικές αρχές, γι’ αυτό στην κλειστή κοινωνία τους ήταν κανόνας απαράβατος η αντεκδίκηση (βεντέτα).

Ένα μέρος ων εσόδων τους το κατέβαλαν στο Σουλτάνο για να εξασφαλίσουν την αυτονομία τους. Με την πάροδο του χρόνου όμως εξελίχθηκαν σε πονοκέφαλο για τους ντόπιους αγάδες και μπέηδες, που έβλεπαν τους ανυπότακτους Σουλιώτες να οικειοποιούνται τις δραστηριότητές τους και να χάνουν μεγάλα εισοδήματα. Έτσι, από τις αρχές του 18ου αιώνα βρέθηκαν στο στόχαστρο του Σουλτάνου και της τοπικής οθωμανικής αριστοκρατίας.

Τον Ιούνιο του 1803 ο Αλή Πασάς εφοδιασμένος με σουλτανική διαταγή, εκστρατεύει, επικεφαλής 15.000 τουρκαλβανικών δυνάμεων, εναντίον του Σουλίου. Η επίθεση αποτυγχάνει. Οργανώνεται πολιορκητικός κλοιός γύρω από το Σουλιώτικο όρος. Οι Σουλιώτες που διαισθάνθηκαν τι τους περιμένει άρχισαν να ψάχνουν για συμμάχους για να εξασφαλίσουν την προμήθεια πυρομαχικών, αλλά και των αναγκαίων τροφών. Μεταξύ των άλλων έγραψαν και στους Διοικητές της Κέρκυρας. Τελικά έμειναν αβοήθητοι. 

Ακολούθησαν πολλές μάχες και μηχανορραφίες του Αλή, ο οποίος επιτίθεται στο Κούγκι καθημερινά και οι Σουλιώτες αμύνονται λυσσαλέα. Σε κάθε επίθεση σκοτώνονται πάνω από 70 ως 100 Τουρκαλβανοί. Ο Αλή Πασάς απογοητεύεται και όταν διαπιστώνει ότι με τα όπλα δεν πετύχαινε τίποτα προσπάθησε τότε με δωροδοκίες και διαφθορές να εκπορθήσει το Σούλι.

Στη προσπάθειά του αυτή ήρθε συνεργός στο γιο του Αλή, τον Βελή Πασά, όπως φημολογείται, ο Σουλιώτης Πήλιος Γούσης (αμφισβητείται έντονα από μερίδα ιστορικών), που υπηρετούσε ως έμπιστος του Τουρκαλβανού στρατηγού Ζελιχτάρ Μπόττα, ο οποίος και υπέδειξε στους Τουρκαλβανούς που επιχειρούσαν τον αποκλεισμό των Σουλιωτών ένα ιδιαίτερο αφύλακτο μονοπάτι που οδηγούσε στο Κούγκι.

Όταν ένα τμήμα των τουρκαλβανών ανέβηκε αυτό το μονοπάτι οι μαχόμενοι Σουλιώτες βρέθηκαν ανάμεσα στα πυρά τους όπου αναγκάστηκαν πλέον να υποχωρήσουν, να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους και τελικά, λόγω και έλλειψης τροφών και πολεμοφοδίων να συνθηκολογήσουν και να εκπατριστούν στη συνέχεια στη ρωσοκρατούμενη τότε Πάργα και από εκεί στη Κέρκυρα.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1803 υπογράφεται η συνθήκη παράδοσης του Σουλίου. Δύο χιλιάδες περίπου Σουλιώτες με Αρχηγούς τους τον Φώτο Τζαβέλα, Δήμο Δράκο, και Τζίμα Ζέρβα οδοιπορούν για την Πάργα. Ανάμεσα σ’ αυτούς και η φάρα των Θανασάτων (με τις οικογένειες των Σούλων), η οποία κουβαλάει μαζί της και το οικογενειακό χειρόγραφο. Άλλοι χίλιοι περίπου με Αρχηγούς τον Κίτσο Μπότσαρη και τον Κουτσονίκα φέυγουν για το Ζάλογγο.

Άλλες μικρότερες ομάδες φεύγουν για το Βουλγαρέλι και άλλα κοντινά χωριά. Ο Καλόγερος Σαμουήλ με τέσσερις Σουλιώτες παρέμεινε στο Κούγκι φυλάγοντας τα πολεμοφόδια των Σουλιωτών, αυτά που δεν πήραν μαζί τους αυτοί που έφυγαν. Σύμφωνα με την παράδοση, ο καλόγερος Σαμουήλ είχε χτίσει το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής το 1793.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1803, όταν πηγαίνουν οι Τούρκοι να τα παραλάβουν ένας από τους ανθρώπους του Αλή Πασά προκάλεσε λεκτικά τον Σαμουήλ, λέγοντας του: «Πόσα κολαστήρια στοχάζεσαι καλόγερε, θα σε κάμη ο Βεζύρης οπόταν σε βάλει εις το χέρι, από το οποίο και δε γλιτώνεις;«. Τότε εκείνος του απάντησε: «Δεν είναι άξιος ο Βεζύρης, να πιάση άνθρωπον, όστις εκτός οπού δε φοβάται, γνωρίζει και άλλον δρόμον: του θανάτου…»…. 

Όταν οι άντρες του Αλή πασά έφτασαν στην αποθήκη, ο Σαμουήλ έβαλε φωτιά και μαζί με τους πέντε συντρόφους του ανατινάχθηκαν. Δεν παραδόθηκαν, παρά μόνο στον Θεό…. 

Μετά την πτώση του Σουλίου ο Αλή Πασάς έκτισε στο Κούγκι θερινή έπαυλη και την επάνδρωσε  μέχρι το 1820 που οι ξεριζωμένοι Σουλιώτες, 17 χρόνια μετά τον διωγμό τους, επέστρεψαν περήφανα. Το 1963 , έγιναν ανασκαφές και ανεγέρθηκε ξανά ο ναός της Αγίας Παρασκευής.

Στο Κούγκι κάθε χρόνο στα πλαίσια των Εορτών του Σουλίου, που γίνονται την τελευταία Κυριακή του Μαΐου, γίνεται αναπαράσταση της αποχώρησης των Σουλιωτών καθώς και της ανατίναξης του Κουγκίου.

Ο Χριστόφορος Περραιβός (1773-1863) κυκλοφόρησε την «Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας» το 1803. Το βιβλίο επανεκδόθηκε το 1815 και για τρίτη φορά το 1857. Ο,τι ιστορικό έχει γραφτεί για το Σούλι τον 19ο αιώνα από Ηπειρώτες μελετητές (Παναγιώτης και Σπυρίδων Αραβαντινός, Ιωάννης Λαμπρίδης) στηρίζεται και ξεκινά από τον Περραιβό.

Αλλά και τα κείμενα των ξένων περιηγητών της περιόδου, προξένων και πολιτικών απεσταλμένων, που επισκέπτονται την αυλή του Αλή πασά, αναπαράγουν τις αφηγήσεις Περραιβού, με την προσθήκη στοιχείων, που συλλέγουν οι ίδιοι. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μεταγενέστερη ιστοριογραφική παραγωγή, αλλά, επίσης, τη λογοτεχνική και κάθε άλλη για τους πολέμους Σουλιωτών και Αλή πασά.

Για την ανατίναξη στο Κούγκι ο Περραιβός, επιδιώκοντας να τεκμηριώσει την αφήγησή του για την αυτοπυρπόληση, αναφέρει ότι γνώρισε προσωπικά στην Πάργα, λίγες μέρες μετά το γεγονός, τρεις αυτόπτες μάρτυρες. Εναν Σουλιώτη μισοκαμένο, που την ώρα της έκρηξης βρισκόταν έξω από την πόρτα της πυριτιδαποθήκης, και δύο συγγενείς του Σαμουήλ. Οι τελευταίοι τον διαβεβαίωσαν ότι ο ίδιος ο καλόγερος προκάλεσε την έκρηξη, ρίχνοντας στο έδαφος, όπου ήταν σκορπισμένο μπαρούτι, αναμμένο κερί που κρατούσε.

Τότε, ο Αλής, αθετώντας το λόγο του και τη συνθήκη, διέταξε την καταδίωξη και την εξόντωση των Σουλιωτών. Από τις δύο ομάδες, η δεύτερη δεν κατόρθωσε να διαφύγει τον όλεθρο. Τα μέλη της είχαν φθάσει στο Ζάλογγο, που απείχε από το Σούλι περίπου οκτώ ώρες. Στη συνέχεια, για περισσότερη ασφάλεια ανέβηκαν στη κορυφή, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη Μονή του Ζαλόγγου.

Στις 16 Δεκεμβρίου, όταν έφθασε στους πρόποδες του Ζαλόγγου το πολυάριθμο ασκέρι του Αλή Πασά υπό τον Αλβανό διοικητή Μπεκήρ Τζιγαδώρο, οι Σουλιώτες μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους οχυρώθηκαν μέσα στη Μονή απ΄ όπου και απέκρουσαν στις 16 και 17 του μήνα τις εφόδους του ασκεριού. Την επομένη όμως, στις 18 Δεκεμβρίου, ο μεν Κουτσονίκας και οι σύντροφοί του παραδόθηκαν, ενώ 53 γυναίκες (πολλές εγκυμονούσες) με τα παιδιά τους και 13 άνδρες κατέφυγαν σε παρακείμενο βράχο, καλούμενος σήμερα «Στεφάνι».

Αντίθετα άλλοι, περίπου 147, υπό τον Κίτσο Μπότσαρη, κατάφεραν με έφοδο να διασωθούν. Οι δε Αλβανοί, όταν έφθασαν στη Μονή και την κατέλαβαν αιχμαλώτισαν και όλους όσοι βρίσκονταν εκεί. Τότε, 63 γυναίκες που είχαν καταφύγει στο βράχο προτίμησαν αντί της ατιμίας και της αιχμαλωσίας να ρίξουν τα τέκνα τους στο γκρεμό και στη συνέχεια να ριφθούν σε αυτόν, χορεύοντας, η μία μετά την άλλη στο βάθος του βράχου, ξέροντας ότι τους χώριζαν λίγα μέτρα από το θάνατο. Κατά τα ίδια γεγονότα η κόρη του Νότη Μπότσαρη, ενώ μετέφερε στους ώμους της την τραυματισμένη μητέρα της, βλέποντας ότι κινδύνευαν να συλληφθούν, έριξε τη μητέρα από έναν βράχο στον ποταμό Αχελώο και έπεσε και η ίδια. Κατά τον Αλέξη Πολίτη, ερευνητής του δημοτικού τραγουδιού, το δημοτικό τραγούδι «Έχε γειά καημένε κόσμε», που αναφέρεται στο περιστατικό, δεν είναι βέβαιης γνησιότητας και η πρωιμότερη καταγραφή του είναι από το 1908.

Προς τιμή των ηρωίδων αυτών, που προτίμησαν τον θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία, στήθηκε στην κορυφή του ιστορικού αυτού βράχου, ως σύμβολο μνήμης και αυταπάρνησης, ένα μεγαλειώδες μνημείο, εν έτει 1961, έργο του γλύπτη Γεωργίου Ζογγολόπουλου και του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού.

Το μέρος όπου κατασκευάστηκε το μνημείο δεν είναι το μέρος απ’ όπου έπεσαν οι Σουλιώτισσες. Η ηρωική πτώση έγινε από ένα άλλο σημείο, πιο χαμηλό, που διακρίνεται από την είσοδο της Μονής. Ένα στοιχείο που δεν γνωρίζουν πολλοί, είναι ότι από τα γυναικόπαιδα που έπεσαν από τον βράχο, δύο μικρά κορίτσια σώθηκαν, καθώς κατά την πτώση πιάστηκαν στα κλαριά των δέντρων που υπήρχαν εκεί. Και τα δύο τα κορίτσια τα μεγάλωσαν οι κάτοικοι του χωριού Καμαρίνα. Η μία επιζήσασα έγινε καλόγρια στο Μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου (που βρίσκεται στα ριζά του ιστορικού βράχου) και η άλλη παντρεύτηκε έναν άντρα από το χωριό, ονόματι Καρράς.

Ο Αλέξης Πολίτης παραδίδει και μία εκδοχή, την οποία συνέλεξε ο Περικλής Ζερλέντης το 1866, στο γειτονικό χωριό Καμαρίνα. Κατ’ αυτήν στη Μονή Ταξιαρχών, στη ρίζα του βράχου του Ζαλόγγου, είχαν καταφύγει 300 Σουλιώτες κατά των οποίων επιτέθηκε δύναμη 2.000 διωκτών τους και τους περικύκλωσε. Οι Σουλιώτες όρμησαν προς την κορυφή του βράχου για να περάσουν στην άλλη πλευρά και να γλυτώσουν. Την κορυφή όμως είχαν καταλάβει ήδη οι εχθροί τους με αποτέλεσμα οι Σουλιώτες να βρεθούν ανάμεσα σε δύο πυρά. Τότε οι τελευταίοι πέταξαν τα παιδιά τους στον γκρεμό και πολέμησαν, άντρες και γυναίκες, με τα σπαθιά τους εναντίον των Αλβανών. Μέσα στη μάχη, άλλοι γκρεμοτσακίστηκαν και άλλοι πήδησαν για να γλυτώσουν ή έστω να σκοτωθούν. Οι περισσότεροι από αυτούς σκοτώθηκαν αλλά μερικοί έπεσαν σε θάμνους και γλύτωσαν. Οι άνδρες του Αλή Πασά καταδίωξαν τους διασωθέντες οι οποίοι έπνιξαν τα παιδιά που φώναζαν, προκειμένου να μη γίνουν αντιληπτοί.

Στις αναφορές αυτές, υπάρχουν λεπτομέρειες που διαφέρουν, όπως ο αριθμός των γυναικών και το κατά πόσο υπήρξε χορός πριν από την πτώση, αλλά το ιστορικό γεγονός της αυτοκτονίας για να μην πέσουν σκλάβες μαζί με τα παιδιά τους, επιβεβαιώνεται από όλους.

Μια μαρτυρία της αυτοθυσίας των Σουλιωτισσών στο Ζάλογγο, μας παρέχει ο Σουλεϊμάν αγάς, Αλβανός αξιωματικός στις υπηρεσίες του Αλή πασά και αυτόπτης μάρτυρας του ιστορικού γεγονότος στο Ζάλογγο. Την μαρτυρία διασώζει ο Γάλλος εξωμότης Ιμπραήμ Μανζούρ εφέντη (Ibrahim Manzour efendi), αξιωματικός του μηχανικού στις υπηρεσίες του Αλή πασά Τεπελενλή, στο έργο του Απομνημονεύματα από την Ελλάδα και την Αλβανία στα χρόνια της διακυβέρνησης του Αλή πασά, που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1827

Η λεπτομερής αυτή περιγραφή του χορού του Ζαλόγγου δεν έχει γίνει ιδιαίτερα γνωστή, παρά το γεγονός ότι καταγράφει πως οι Σουλιώτισσες προτίμησαν τον θυσιαστικό θάνατο με χορό και τραγούδι από την ατίμωση. Κατά τον Αλέξη Πολίτη, στην πραγματικότητα ο Μανζούρ χρησιμοποίησε την εκδοχή του Πουκεβίλ, τροποποιώντας τη και διανθίζοντάς τη με λυρικές λεπτομέρειες για να γίνει πιο συγκινητική. Ακολουθεί το σχετικό κείμενο σε πιστή φιλολογική μετάφραση:

«Τον Δεκέμβριο του 1803, οι Σουλιώτες συνθηκολόγησαν. Η συνθήκη τούς παραχωρούσε το δικαίωμα να εγκατασταθούν παντού όπου έκριναν πρόσφορο, εκτός από τα βουνά τους. Οι ατυχείς αποφάσισαν να μοιραστούν σε δύο ομάδες, από τις οποίες η μία θα πήγαινε στην Πρέβεζα, η άλλη στην Πάργα. Είχαν δοθεί διαταγές να τις σφάξουν και τη μία και την άλλη ομάδα. Ξεκίνησαν γι’ αυτή την αξιοθρήνητη μετανάστευση. Οι Αλβανοί εμφανίζονται στην ομάδα της Πάργας με σκοπό να τους ξεκάνουν˙ το ένστικτο αναπλήρωσε την εμπειρία˙ σχηματίζοντας τετράγωνα τάγματα, κλείνουν στο κέντρο τις γυναίκες, τους γέροντες, τα παιδιά και τα κοπάδια και υπό την προστασία αυτού του σχηματισμού, εξαιρετικά πολεμικού, εισήλθαν στην Πάργα, μπροστά στα μάτια των σφαγέων, που είχαν λάβει την ανταμοιβή του αίματός τους.

Η ομάδα της Πρέβεζας δεν είχε την ίδια τύχη. Είτε γιατί η επίθεση ήταν ακαριαία, είτε γιατί καταπτοήθηκε, δεν κατέστη δυνατόν να προβάλει αντίσταση, και σε άτακτη υποχώρηση, κατέφυγε σε ένα ελληνικό μοναστήρι, που λέγεται Ζάλογγο. Ανώφελο καταφύγιο! Οι Μωαμεθανοί, σπάζοντας την πόρτα, περικύκλωσαν τα θύματά τους …˙ ο βιασμός, ο φόνος, οι φρικαλεότητες μιας σφαγής, βεβηλώνουν αυτόν τον χώρο και εξολοθρεύουν τα λείψανα των δυστυχισμένων Σουλιωτών.

Εκατό γυναίκες που έμεναν με μια ομάδα παιδιών, βρέθηκαν χωρισμένες από αυτούς και ψηλά από ένα βράχο στον οποίο είχαν σκαρφαλώσει, έγιναν μάρτυρες της φρικτής μοίρας των συντρόφων τους˙ τους απείλησαν με τη σειρά τους! αλλά μια ξαφνική απόφαση τους υποσχέθηκε μια βοήθεια ενάντια στην ατίμωση και τη ντροπή των βασάνων. Έδωσαν τα χέρια και στο πλάτωμα του βράχου αρχίζουν ένα χορό του οποίου ένας ανήκουστος ηρωισμός ενέπνεε τα βήματα, και του οποίου η αγωνία του θανάτου επέσπευδε την πτώση. Πατριωτικά τραγούδια την συνόδευαν˙ οι επωδοί τους αντηχούσαν στα αυτιά των Μωαμεθανών … Ο ουρανός χωρίς αμφιβολία τις άκουγε! Στο τέλος των επωδών τους, οι εκατό γυναίκες έβγαλαν μια διαπεραστική και παρατεταμένη κραυγή, της οποίας ο ήχος έσβησε στο βάθος ενός τρομερού βάραθρου όπου παρασύρθηκαν μαζί με κείνες όλα τα παιδιά».

Στο τέλος της διήγησης ο Ιμπραήμ Μανζούρ μας πληροφορεί, επίσης, για τον ποιος ήταν ο εξιστορών το γεγονός:

«Ο Σουλεϊμάν αγάς, Αλβανός αξιωματικός, περίλυπος μάρτυρας αυτής της αξιομνημόνευτης τραγωδίας, μου διηγήθηκε όλες τις λεπτομέρειες. Κατά τη διήγηση αυτού του γεγονότος δάκρυα έβρεξαν τα βλέφαρά του˙ εντούτοις ανήκε στο στρατό του Αλή».

Το Μάιο του 1820 επήλθε οριστική ρήξη μεταξύ του Αλή και Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και οι Σουλιώτες βρήκαν την ευκαιρία να επανέλθουν στα χωριά τους στις 12 Δεκεμβρίου 1820, αφού συμμάχησαν με τον πρώην εχθρό τους. Όσο ζούσε ο Αλής, οι Σουλιώτες παρέμειναν πιστοί του σύμμαχοι, αποκρούοντας τις δελεαστικές προτάσεις του Χουρσίτ Πασά, που είχε διαταχθεί από τον Σουλτάνο να εξολοθρεύσει τον ομόλογό του των Ιωαννίνων.

Όταν ο Αλής φονεύθηκε (17 Ιανουαρίου 1822), οι Σουλιώτες συνέχισαν να μάχονται τους Τούρκους υπό τον Μάρκο Μπότσαρη. Μόνο μετά τη συντριβή των επαναστατημένων Ελλήνων στη Μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου 1822), αναγκάσθηκαν να συνθηκολογήσουν (28 Ιουλίου) και να εγκαταλείψουν και πάλι το Σούλι στις 2 Σεπτεμβρίου 1822. Διασκορπίστηκαν στον ελληνικό χώρο και προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στον Αγώνα. Στο τέλος της Επανάστασης μόλις 200 Σουλιώτες είχαν επιζήσει.

Από τα 11 χωριά του Σουλίου, μόνο η Σαμονίβα κατοικείται σήμερα, από ανθρώπους, που δεν έχουν καμία σχέση με τους Σουλιώτες, ενώ σώζονται τα ερείπια του Κουγκίου και του φρουρίου της Κιάφας.

Πηγές:

https://enromiosini.gr/arthrografia/16-%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%85-1803-%CE%BF%CE%B9-%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%B5%CF%83-%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BF%CF%85%CE%BD/ΠΗΓΗ

https://olympia.gr/2016/12/18/%CE%BF-%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B6%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B7%CF%81%CF%89%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD/

https://www.mixanitouxronou.gr/anatinaxi-sto-kougki-aftothisia-tou-kalogerou-samouil-ke-ton-soulioton/

https://m.eirinika.gr/article/107113/koygki-vintage-story-oles-oi-istorikes-ekdohes-gia-ti-thysia-toy-kalogeroy-samoyil

https://ellas2.wordpress.com/2016/12/18/%CE%B6%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC/

https://www.mixanitouxronou.gr/anatinaxi-sto-kougki-aftothisia-tou-kalogerou-samouil-ke-ton-soulioton/

http://www.thesprotia3d.gr/item/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CE%B9-%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85/

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%96%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%85

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments