Αρταβάν: Ο θρύλος του «Τέταρτου Μάγου»

Όλοι ξέρουμε την όμορφη ιστορία των τριών Μάγων, που ξεκίνησαν από τα βάθη της Περσίας ακολουθώντας ένα αστέρι, για να προσκυνήσουν τον νεογέννητο Βασιλιά.

Κάποιοι λένε ότι οι μάγοι έφτασαν στη Βηθλεέμ 14 μέρες μετά τη γέννηση, κάποιοι ότι έφτασαν μετά από περισσότερο από ένα χρόνο και 13 μέρες και άλλοι ότι έφτασαν 2 χρόνια μετά. Προσκήνυσαν τον Χριστό σε φάτνη μέσα σε σπήλαιο, σε καλύβα ή σε σπίτι; Κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα. 

Το σίγουρο είναι ότι πρώτος προσκύνησε ο Γασπάρ, που είχε τον μικρότερο βαθμό, προσφέροντας σμύρνα (δηλ. μύρο) που συμβολίζουν την ανθρώπινη φύση του Χριστού. 

Δεύτερος προσκύνησε ο Βαλτάσαρ που προσέφερε χρυσό που συμβολίζει τη βασιλική ιδότητα. Και τρίτος προσκύνησε ο Μελχιώρ, ο ανώτερος όλων, που προσέφερε λιβάνι που συμβολίζει τη Θεϊκή και ιερατική ιδιότητα του Χριστού.

Τα δώρα αυτά τα κράτησε η Παναγία και λίγο πριν την κοίμηση της, τα παρέδωσε (μαζί με την Αγία Ζώνη, την Τιμία Εσθήτα και τα Άγια Σπάργανα του Χριστού) στην εκκλησία των Ιεροσολύμων. 

Μετά από διάφορες περιπέτειες, τα δώρα των Μάγων παρεδόθησαν απ’ τη Μάρω (μητρυιά του Μωάμεθ Β’ του Πορθητού, σύζυγο του σουλτάνου Μουράτ Β’ και ευλαβεστάτη Χριστιανή) μετά την άλωση της Κων/πολης στην ιερά Μονή του Αγ. Παύλου στο Άγιον Όρος, όπου φυλάσσονται και εκτίθενται έως την σήμερον. Ήταν όμως μόνο τρείς οι Μάγοι; Μάλλον όχι. 

Οι Τρεις γνωστοί Μάγοι κατοικούσαν στη Βορσίππη της Βαβυλώνας και αποφάσισαν ομόφωνα ότι το ασυνήθιστα φωτεινό ουράνιο σώμα που έβλεπαν από τα παρατηρητήριά τους ήταν το σημάδι της γέννησης ενός βασιλιά. Είπαν λοιπόν να τον επισκεφθούν.

Ο Αρταβάν, που κατέγραφε από το παρατηρητήριό του στα Εκβάτανα τις θέσεις του Δία και της Αφροδίτης, παρατήρησε μια ασυνήθιστη προσέγγιση μεταξύ τους. Πριν οι δυο πλανήτες πλησιάσουν ακόμα περισσότερο, αποφάσισε να επισκεφτεί τους σοφούς της Βορσίππης για να επωφεληθεί από την πείρα τους.

Ήταν βέβαιο ότι όταν οι δύο πλανήτες θα πλησίαζαν περαιτέρω, θα έμοιαζαν σαν να εκπέμπουν, λόγω της εγγύτητος, μια ασυνήθιστη λάμψη. Ένιωθε ότι δεν ήταν σε θέση να βλέπει στα ουράνια φαινόμενα σημάδια και να τα ερμηνεύει.

Άλλοι επιφανείς αστρονόμοι της Χώρας του μπορούσαν να υπερβαίνουν την ατέλεια της ανθρώπινης υπόστασης, εντάσσοντάς την σε ένα κοσμικό σχέδιο με το οποίο βρισκόταν σε ισορροπία, και που οι αντιστοιχίες, οι θέσεις και οι γωνίες των πλανητών στη ζώνη του ζωδιακού, δημιουργούσαν μια τέλεια απεικόνιση, καθαρή και σαφή, του ανθρωπίνου σύμπαντος και της κοσμικής του μοίρας.

Ο Αρταβάν δεν αδυνατούσε να διακρίνει τα σχήματα και τις μορφές τους στον ουράνιο θόλο. Υπέκυπτε όμως στην σχολαστική υπερβολή της καταγραφής των μετρήσεων, που, από το πάθος να συγκρατήσει στη μνήμη του τις σχετικές θέσεις των αστέρων από νύχτα σε νύχτα, παρασυρόταν σε μια ματαιόδοξη ικανοποίηση για τις καταγραφές του, αδυνατώντας μετά να δει το σύνολο και τις επιρροές και αλληλεξαρτήσεις τους με τον γήινο και φθαρτό κόσμο των ανθρώπων. Είχε ανάγκη λοιπόν να συμβουλεύεται έναν μεγαλύτερο αστρονόμο και συνήθως ρωτούσε τον Μελχιώρ.

Προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει τις διαφορές στις θέσεις των άστρων από τη διαφορετική θέση παρατήρησης, ταξίδευε με το βλέμμα στραμμένο στον Ουρανό. Φτάνοντας όμως στη Βορσίπη ο υπηρέτης του Μελχιώρ που είχε μείνει για να τον ενημερώσει, του είπε ότι οι σοφοί, που έβλεπαν δίνοντας άλλα νοήματα τον ίδιο ουρανό, είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους για να προσκυνήσουν τον νέο βασιλέα.

Νέος βασιλέας λοιπόν! Αυτό ήταν το μήνυμα που ο Αρταβάν αναγκαζόταν να αποδεχτεί, χωρίς να μπορεί να το καταλάβει και να το δεχτεί με όλη του την καρδιά.

Γνωρίζοντας όμως ότι ο ίδιος δεν θα είχε ποτέ το χάρισμα της ερμηνείας, χάρηκε που θα είχε και αυτός την ευκαιρία να προσκυνήσει το νέο βασιλέα μια και οι τρεις Μάγοι δεν ήταν παρά τρεις μέρες που είχαν φύγει. Να παρατηρεί τον ουρανό το γνώριζε καλά. Άλλες οδηγίες δεν είχε ανάγκη και ξεκίνησε όλο προσμονή για το ταξίδι. Ταξίδευε μέρα και νύχτα για να καλύψει την απόσταση που τους χώριζε.

Εν τω μέσω της ερήμου συνάντησε έναν άνθρωπο, πεσμένο καταγής με τα χείλη άσπρα από τη δίψα, που καιγόταν από τον πυρετό. Ο Αρταβάν τον μετέφερε με την καμήλα του σε μια όαση που είχε συναντήσει και έμεινε μαζί του μέχρι να συνέλθει όσο τον φρόντιζαν οι νομάδες που είχαν κατασκηνώσει στην όαση.

Ο Μελχισεδέκ, γιατί αυτό ήταν το όνομα του ανθρώπου, συνήλθε μετά από δυο μέρες και συμφώνησε να τον συνοδεύσει στο υπόλοιπο του ταξιδιού γιατί ήταν φανερό από την πορεία που είχε πάρει ότι κατευθυνόταν προς τη χώρα των Ιουδαίων.

Δυστυχώς ο Αρταβάν δεν πρόλαβε να προσκυνήσει το Θείο Βρέφος όπως οι άλλοι τρεις μάγοι γιατί η Αγία Οικογένεια είχε ήδη διαφύγει στην Αίγυπτο. Στη Βηθλεέμ, όπως και σε όλη τη χώρα,  είχε ξεκινήσει η σφαγή των νηπίων,  που ο Αρταβάν συγκλονισμένος παρακολουθούσε χωρίς να μπορεί να αποτρέψει.

Προσπάθησε όμως μοιράζοντας ρουμπίνια που κρατούσε ως δώρο για τον νέο βασιλέα να δωροδοκήσει Ρωμαίους στρατιώτες και να σώσει κάποια παιδιά από βέβαιη σφαγή. Λέγεται ότι μεταξύ αυτών που εσώθησαν ήταν και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.

Ενώ οι τρεις Μάγοι επέστρεψαν στην Περσία, ο Αρταβάν θεώρησε ότι έπρεπε να ακολουθήσει το Θείο Βρέφος στην Αίγυπτο και έτσι πήγε εκεί προσπαθώντας να τους εντοπίσει. Αυτό δε στάθηκε δυνατόν γιατί η Αγία Οικογένεια κρυβόταν φοβούμενη τους κατασκόπους του Ηρώδη. Θεράπευε όμως ασθενείς με τις γνώσεις που είχε για τις παθήσεις του ανθρωπίνου σώματος και τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών, εξαγόραζε φυλακισμένους και ανακούφιζε τους φτωχούς με το θησαυρό που είχε φέρει μαζί του. 

Έτσι πέρασαν περίπου 33 χρόνια. Είχε πια γεράσει. Είχε αποκτήσει μια άσπρη γενειάδα που τον έκανε φαίνεται ακόμα πιο σεβάσμιος και μονολογούσε «αν θεραπεύσετε αυτούς εμένα θεραπεύσατε, αν ελεήσατε αυτούς εμένα ελεήσατε». Προσπαθούσε έτσι να βρει ανακούφιση στο ότι είχε καθυστερήσει και δεν είχε προλάβει να δει τον Βασιλέα, μετατρέποντας έτσι την απουσία της συνάντησης σε σκοπό της ζωής του.

Οι φτωχοί τον θεωρούσαν Άγιο και μια ομάδα πιστών του φίλων αποφάσισαν να τον ακολουθήσει στην επιστροφή στην Ιερουσαλήμ γιατί είχε φτάσει η φήμη ακόμα και στην Αίγυπτο για ένα βασιλιά των Ιουδαίων.

Όταν έφτασε μετά από ένα εξαντλητικό ταξίδι στα Ιεροσόλυμα γιατί δεν ήταν πια νέος, ήταν η μέρα της σταυρώσεως.

Ο Αρταβάν αποφάσισε να ανεβεί στο βουνό για να ρωτήσει για τον βασιλιά των Ιουδαίων. Είχε ακόμα ρουμπίνια από το δώρο και ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσε, για άλλη μια φορά,  να εξαγοράσει τους Ρωμαίους.

Βαδίζοντας με τρεμάμενα πόδια προς το λόφο του Γολγοθά, συναντά μια ομάδα ανθρώπων που τραβούσαν μια ταλαιπωρημένη νεανίδα και την πήγαιναν για πούλημα. Αν και γνώριζε ότι η όποια καθυστέρηση μπορεί να ήταν μοιραία και να μην του επέτρεπε να συναντήσει ζωντανό Αυτόν που αναζητά, ο φιλάνθρωπος Αρταβάν, απελευθερώνει τη δυστυχισμένη νεανίδα δίνοντας το τελευταίο διαμάντι του λέγοντας : “Να κόρη μου τα λύτρα σου. Είναι ο τελευταίος θησαυρός μου, που τον φύλαγα για τον Βασιλιά”. 

Εκείνη την ώρα μέγας σεισμός εγένετο (Ο δε Ιησούς πάλιν κράξας μετά φωνής μεγάλης, αφήκε το πνεύμα.Και ιδού, το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω, και η γη εσείσθη και αι πέτραι εσχίσθησαν…) κι ένα κεραμίδι από την οροφή του Πραιτωρίου πέφτει πάνω στον Αρταβάν. 

Ο γέροντας λιποθυμά και η νεανίς σκύβει και τον παίρνει στην αγκαλιά της. Μια μελωδία ακούγεται, σαν να μιλούσε η ίδια η φύση αλλά με λέξεις που η νεάνιδα δεν μπορούσε να καταλάβει αν και η καρδιά της γέμιζε με αγαλλίαση. Τότε τα χείλη του γέροντα κινούνται και η νεανίς τον ακούει να λέγει “Όχι έτσι Κύριε. Διατί πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε δε σε είδομεν ξένον και εφιλοξενήσαμεν, ή γυμνόν και ενεδύσαμεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε. Τρίαντα και τρία έτη σ’ αναζητώ, αλλά δεν είδα ποτέ το πρόσωπο σου, ούτε σε υπηρέτησα, Βασιλέα μου”

Και η μελωδία ακούστηκε ξανά, ένας ψίθυρος που ερχόταν από μακρυά, αλλα τώρα η νεανίς μπορούσε να καταλάβει τις λέξεις. “Αληθώς σας λέγω, καθ’ όσον εκάμετε εις ένα τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εις εμέ εκάμετε”.

Το πρόσωπο του γέροντα Αρταβάν έλαμψε και άφατη χαρά ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του. Τα δώρα του είχαν γίνει αποδεκτά και θα συναντούσε πλέον Αυτόν που τόσα χρόνια έψαχνε. Και ξεψύχησε.

Όταν αργότερα οι μαθητές του τέλεσαν την ταφή του, είπαν μεταξύ τους ότι ο ίδιος ο εσταυρωμένος του είχε πει: «ότι εποίησας εις ένα των αδελφών μου των ελαχίστων, εις εμέ εποίησας».

Αν λοιπόν κάποιος σας ρωτήσει ποιός ήταν ο Αρταβάν ή Αρνταβάν ή Παρχάμ ή Μαχαβάν πείτε του ότι ήταν εκείνος που δεν έφτασε στην Φάτνη να συναντήσει τον Βασιλιά των Βασιλέων. Γιατι ο δρόμος του για τον Θεό, πέρασε μέσα από τους ανθρώπους…

Αρνταβ στη Μανιχαϊστικη Μέση Περσία, είναι το ουράνιο πρόσωπο που είναι το πιο φωτεινό, ο δίκαιος και ο εκλεκτός. Αρνταβάν είναι αυτός που μένει πάντα αθάνατος σύμφωνα με την Περσική παράδοση.

Πηγές:

http://www.makeleio.gr/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD-%CE%BF-%CF%84%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%B7/

https://www.cretalive.gr/culture/ti-apegine-o-tetartos-magos

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments