Από μάγος, Χριστιανός, μάρτυρας και Άγιος. Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης-22 Ιανουαρίου

Μέσα στη σεπτή χορεία των οσίων και μαρτύρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας εξέχουσα θέση κατέχει ο τιμώμενος στις 22 Ιανουαρίου Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης.

Ο ένδοξος και πολύαθλος αυτός οσιομάρτυς του 7ου μ.Χ. αιώνα, αφού γνώρισε τον Χριστό, εγκατέλειψε πλούτη και αξιώματα, ενεδύθηκε το μοναχικό σχήμα, ομολόγησε με παρρησία τη χριστιανική του πίστη και επισφράγησε την επίγεια ζωή του με το ένδοξο μαρτύριο του.

Ο Άγιος Αναστάσιος καταγόταν από το χωριό Ραζήχ της επαρχίας Ρασνουνί της Περσίας και έζησε στα χρόνια του βασιλιά της Περσίας Χοσρόη του Β΄ (590-680).

Ο ευγενικής καταγωγής πατέρας του ονομαζόταν Βαβ και ήταν ονομαστός μάγος. Γι’ αυτό και ο γιος του, ο οποίος προτού βαπτισθεί και ονομαστεί Αναστάσιος ονομαζόταν Μανγουδάτ, φοίτησε στην περίφημη σχολή των μάγων, της οποίας ιδρυτής ήταν ο πατέρας του, για να αναδειχθεί ισάξιος μ’ αυτόν στη μαγική τέχνη. Όταν ενηλικιώθηκε, κατετάγη στον στρατό του Χοσρόη και στο τάγμα των Τυρώνων.

Το 614 ο βασιλιάς Χοσρόης κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα και απήγαγε στην Περσία τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου. Η θαυματουργική φήμη του Τιμίου Σταυρού είχε διαδοθεί τόσο πολύ στην Περσία, ώστε το ιερό αυτό σύμβολο του χριστιανισμού προκάλεσε το ενδιαφέρον του Μανγουδάτ για να γνωρίσει τη χριστιανική θρησκεία. Ευσεβείς χριστιανοί ανέλαβαν να τον ενημερώσουν για το μεγαλείο της χριστιανικής πίστεως.

Το γεγονός αυτό τον παρακίνησε στο να γνωρίσει το μυστήριο της Θείας Οικονομίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε άνθησε μέσα στην ψυχή του ο πόθος για τον Χριστό και την αρετή. Γι’  αυτό και φτάνοντας στη Χαλκηδόνα, εγκατέλειψε το στράτευμα αποφασισμένος να ακολουθήσει την κατά Χριστόν ζωή.

Από τη Χαλκηδόνα έφτασε στην Ιεράπολη και έμεινε κοντά σε έναν χριστιανό συμπατριώτη του. Όταν άρχισε να αυξάνεται η αγάπη του για τον Χριστό, άρχισε να καταφεύγει στους ναούς της πόλης για να προσευχηθεί και να ενημερωθεί για τον βίο και το μαρτύριο των αγίων, ενώ η επιθυμία του ήταν να βαπτισθεί χριστιανός.

Ο χρυσοχόος όμως, επειδή φοβόταν τον Περσικό κίνδυνο, απέφυγε να τον βάφτιση. Ο Αναστάσιος πολλές φορές πήγαινε στην εκκλησία και προσευχόταν. Ο Αναστάσιος βλέποντας στους τοίχους της εκκλησίας ζωγραφισμένους τους Αγίους μας, ρωτούσε τους άλλους χριστιανούς να μάθη για τη ζωή των Αγίων. Ακούγοντας δε για τους αγώνες και τα παλαίσματα των Αγίων, η καρδιά του Αναστασίου άναβε ακόμη περισσότερο από την θεϊκή αγάπη. Τότε έτρεξε και ήλθε στα Ιεροσόλυμα, για να βαπτιστεί.

Στα Ιεροσόλυμα,λοιπόν, βρήκε κάποιον χριστιανό. Σ’ αυτόν εκμυστηρεύτηκε τον πόθο του και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήσει να βαπτιστεί. Πράγματι ο χριστιανός αυτός πήρε τον Αναστάσιο και τον πήγε σε κάποιο πρεσβύτερο, πού τον λέγανε Ηλία.

Ο Ηλίας, πού ήταν ιερεύς στο ναό της Αγίας Αναστάσεως τον έφερε στον πατριάρχη Μόδεστο. Ο Πατριάρχης με μεγάλη χαρά δέχθηκε και βάφτισε τον νέον αυτόν και του έδωκε το όνομα Αναστάσιος. Ο Αναστάσιος, λοιπόν, έμεινε στο σπίτι του ιερέως Ηλία οκτώ ημέρες. Σύμφωνα με την συνήθεια των κατηχουμένων ο Ηλίας ρώτησε τον Αναστάσιο που σκέπτεται να πάει. Ο Αναστάσιος τον παρεκάλεσε να τον κάνει καλόγηρο.

Ο πρεσβύτερος Ηλίας κατάλαβε, ότι ο Αναστάσιος έχει καλή ψυχή, και ότι μια μέρα θα γινόταν ένα στολίδι της Εκκλησίας του Χριστού. Γι αυτό δέχθηκε να τον κάμει μοναχό.

Στη συνέχεια εκάρη μοναχός στο μοναστήρι του αββά Ιουστίνου, όπου παράλληλα με το διακόνημα του μάγειρα και του κηπουρού μελετούσε την Αγία Γραφή και τους βίους των αγίων και επιδιδόταν στην προσευχή και την άσκηση.

Στο μοναστήρι έμεινε επτά χρόνια, αλλά ο διάβολος θέλησε να του ανακόψει τον ένθεο ζήλο και την ανοδική πορεία προς την αρετή. Με την βοήθεια όμως της προσευχής και την πνευματική καθοδήγηση του γέροντός του, κατόρθωσε να μείνει σταθερός στον πνευματικό του αγώνα.

Ωστόσο είδε ένα απροσδόκητο όνειρο, το οποίον είχε ως εξής: Είδε ότι ανέβηκε σε κάποιο βουνό ψηλό και μετέωρο. Εκεί κάποιος άνθρωπος του έδωκε ένα Χρυσό ποτήρι, το οποίον ήταν στολισμένο με πολύτιμους λίθους. Το Χρυσό αυτό ποτήρι ήταν γεμάτο από κρασί. Ο άνθρωπος, πού του το έδωσε, του είπε: Λάβε και πιες το.

Πράγματι, ο μακάριος Αναστάσιος το ήπιε το κρασί. Τότε δε του φάνηκε στην γεύση πολύ καλό, ώστε αισθάνθηκε στην ψυχή του και κάποια γλυκύτητα. Κατάλαβε ο Άγιος Αναστάσιος, προτού ξυπνήσει, ότι ο Θεός με το όραμα αυτό, του έδειξε το μαρτύριο, πού επρόκειτο να του κάμουν.

Όταν ξύπνησε με δάκρυα ο Αναστάσιος πήγε και έπεσε στα πόδια του δασκάλου του και τον παρακαλούσε να προσευχηθεί γι αυτόν, διότι το τέλος της ζωής του πλησιάζει. Του διηγήθηκε κατόπιν το όραμα του αλλά δεν του φανέρωσε την επιθυμία του ότι θέλει να μαρτυρήσει μήπως ο δάσκαλος του τον εμποδίσει.

Σε λίγο όμως, χωρίς να πάρει μαζί του ούτε άρτους, ούτε αργύριο, ούτε άλλο ιμάτιο εκτός από αυτό πού φορούσε, έφυγε κρυφά από το Μοναστήρι. Φεύγοντας από το Μοναστήρι, πήγε πρώτα στη Διόσπολη, στη συνέχεια στο όρος Γαριζίν και τελικά στην Καισάρεια της Παλαιστίνης.

Εκεί ήταν ο ναός της Αειπαρθένου Θεοτόκου. Στον ναό αυτό ο Άγιος έμεινε επί δύο ημέρες προσευχόμενος. Ζητούσε να τον οδηγήσει σύμφωνα με το συμφέρον της ψυχής του. Ύστερα ήλθε στο ναό της Άγιας Ευφημίας.

Ο Άγιος κινούμενος από θείο ζήλο του ήλεγξε αυστηρά και τους είπε: «Αυτά, τα οποία κάμνετε εσείς τώρα, τα έκανα κι εγώ. Όταν όμως γνώρισα την αληθινή πίστη του Χριστού, έτρεξα και καθαρίστηκα με το Άγιο Βάπτισμα. Έκτοτε εγκατέλειψα και μίσησα, τα έργα αυτά του Διαβόλου. Το ίδιο συμβουλεύω να κάνετε κι εσείς και χωρίς καμία αναβολή μάλιστα. Μακριά απ τον Σατανά…». Προσπαθούσε έτσι να τους φέρει σε μετάνοια.

Εκείνη την στιγμή όμως, κι ενώ ακόμη συζητούσε ο Αναστάσιος με τους μάγους, συνέβη το έξης: Εκεί κοντά ήσαν κι άλλοι Πέρσες, οι οποίοι υπηρετούσαν μαζί με τον Άγιο στρατιώτες στην πατρίδα του, την Περσία. Αυτοί, λοιπόν, μόλις τον είδαν, τον γνώρισαν όρμησαν σαν λύκοι άγριοι κατ’ επάνω του. Τον άρπαξαν βάναυσα και τον έρριξαν βίαια στην φυλακή και στον άρχοντα Μαρζαβανά.

Ο Αναστάσιος ομολόγησε με θάρρος τη χριστιανική του πίστη και τότε ο τύραννος προσπάθησε να τον μεταπείσει με δώρα και υποσχέσεις. Όμως ο Αναστάσιος έμεινε σταθερός και ακλόνητος στο χριστιανικό του φρόνημα. Τότε δόθηκε η εντολή να του δέσουν τα πόδια και τον λαιμό με σιδερένια αλυσίδα και τον υποχρέωσαν να ανεβάζει τεράστιες πέτρες στο φρούριο της Καισάρειας.

Μάλιστα πολλοί Πέρσες στρατιώτες τον κατηγορούσαν ότι εγκατέλειψε την παλιά του πίστη και έγινε χριστιανός, οι δε κατηγορίες αυτές συνοδεύονταν με βιαιότητες εναντίον του. Ο Αναστάσιος οδηγήθηκε και πάλι στον άρχοντα Μαρζαβανά, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να επιστρέψει στη μαγική του τέχνη.

Όμως ο Αναστάσιος ομολόγησε και πάλι την πίστη του στον Χριστό παρά τους εκφοβισμούς που δέχθηκε. Ακολούθησε ξυλοδαρμός του μάρτυρος, ο οποίος κατά την παραμονή του στη φυλακή προσευχόταν αδιάλειπτα. 

Μια νύχτα όμως καθώς έψελνε, τον άκουσε κάποιος δήμιος. Ο δήμιος αυτός ήταν στην θρησκεία Εβραίος, πλην όμως ήταν καλός. Αυτός, λοιπόν, βλέποντας τον Άγιο να κουβαλάει όλη την ημέρα λιθάρια και την νύχτα να μην κοιμάται, αλλά να προσεύχεται, τον θαύμαζε. Γι αυτό λοιπόν μια φορά έβαλε σε μια σχισμή, σε μια τρύπα της φυλακής τα μάτια του, για να δει τί κάνει ο Άγιος. Αλλά τι να δει! Βλέπει θαύμα εξαίσιο. Είδε μερικούς ασπροφορεμένους να φορούν αρχιερατικές στολές.

Όλοι δε αυτοί να βρίσκονται γύρω από τον Άγιο και τα πρόσωπά τους να λάμπουν σαν τον ήλιο. Κατά τον ίδιο τρόπο ήταν ντυμένος και ο Άγιος Αναστάσιος, τον οποίο θύμιαζε κάποιος νέος, πού στεκόταν μπροστά στον Άγιο σαν διάκονος.

Μόλις είδε αυτά τα ουράνια πράγματα ο Εβραίος, θέλησε να πάει να ξυπνήσει κάποιο σύντροφο του, πού ήταν Χριστιανός και έπαρχος της Σκυθοπόλεως. Στάθηκε όμως αδύνατο να φύγει από την θέση του. Δεν μπορούσε να κουνήσει, ούτε πόδια, ούτε χέρια, από την έκπληξη του θαύματος ή και κατά παραχώρηση Θεού, διά να οικονομήσει κάτι άλλο καλλίτερο.

Αφού πίεσε τον εαυτό του, κατόρθωσε να πάει στον πλησίον του, όπου του διηγήθηκε όλα αυτά, πού είδε. Όταν άκουσε αυτά ο άλλος, πήγε να δει και αυτός. Πλην όμως δεν είδε τίποτε; Και διά να μη στερηθεί τα όσα είδε αυτός άρχισε να του τα διηγείται όλα με κάθε λεπτομέρεια. 

Ο Μαρζαβανάς ενημέρωσε τον βασιλιά Χοσρόη Β΄ για την εμμονή του Αναστασίου στον Χριστό και τότε εκείνος διέταξε να τον αφήσουν ελεύθερο, αν αρνηθεί τη χριστιανική του ιδιότητα με έναν μόνο λόγο.

Αλλά και πάλι ο Αναστάσιος έμεινε προσηλωμένος στην πίστη του.  Me πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπάντησε: «Μὴ δῴη μοι ὁ Θεὸς τῆς ἀγαπήσεως ἐκπεσεῖν τοῦ Χριστοῦ μου». γι’ αυτό και ο τύραννος αποφάσισε να τον στείλει στην Περσία για να δικαστεί από τον βασιλιά.

Προτού φύγει, συμμετείχε στην εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, γεγονός που ενίσχυσε τον πόθο του για το μαρτύριο, ενώ τόνωσε και το θρησκευτικό συναίσθημα των χριστιανών. Στην πορεία του προς την Περσία ο λαός εκδήλωσε τον σεβασμό και την τιμή του στο πρόσωπό του, ενώ μαζί του ήταν και ένας αδελφός της μονής του αββά Ιουστίνου για να του συμπαρίσταται στον αγώνα του.

Από τις πόλεις πού περνούσε ο Άγιος, όλοι οι χριστιανοί πήγαιναν και τον προϋπαντούσαν και τέλος με μεγάλη τιμή και ευλάβεια τον αποχαιρετούσαν.

Αλλά ο Άγιος από μεγάλη ταπείνωση δεν δεχόταν τις τιμές αυτές και μάλιστα λυπότανε γι αυτό. Από τον ποταμό Τίγρη έγραψε στον Αρχιερέα της Ιεραπόλεως, δύο γράμματα. Με αυτά τον παρακαλούσε να προσευχηθεί στον Κύριο, για να του δίνη δύναμη και υπομονή, ώστε να δυνηθεί να τελειώσει τον δρόμο της αθλήσεως. Τέλος έφθασαν και στην Περσίδα. Εκεί ο μεν Άγιος μπήκε στην φυλακή, ο δε μοναχός πού τον ακολουθούσε, έμεινε σε κάποιο σπίτι Χριστιανικό.

Φτάνοντας ο Αναστάσιος στην Περσία, ο βασιλιάς έστειλε έναν άρχοντα για να τον ανακρίνει. Ο ένδοξος μάρτυς ομολόγησε με γενναιότητα την πίστη του στον ένα και αληθινό Θεό και καταδίκασε την πλάνη, στην οποία βρίσκονται οι Πέρσες.

Η τολμηρή ομολογία πίστεως προκάλεσε την οργή του άρχοντα, ο οποίος προσπάθησε να τον μεταπείσει. Ο Αναστάσιος οδηγήθηκε στη φυλακή και την επόμενη ημέρα παρά τους εκφοβισμούς και τις απειλές έμεινε και πάλι ακλόνητος στην πίστη του.

Κάποιος Χριστιανός, πού τον λέγανε Σελλάριο, και ο οποίος φύλαγε τους φυλακισμένους Χριστιανούς, άφησε τον υπηρέτη του μάρτυρος να πηγαίνει ελεύθερα στη φυλακή, και να τον υπηρετεί. Πολλοί δε χριστιανοί πήγαιναν στον φυλακισμένο μάρτυρα και έπεφταν στα πόδια του. Του φιλούσαν τα δεσμά του και ζητούν την ευλογία του. Αλλά ο Άγιος, στολισμένος με την ταπεινοφροσύνη, τους εμπόδιζε. Δεν ήθελε τον ανθρώπινο έπαινο.

Μία σειρά από φρικτά βασανιστήρια ακολούθησαν για να κάμψουν το αγωνιστικό φρόνημα του Αναστασίου, αλλά εκείνος τα δεχόταν όλα με υπομονή και καρτερικότητα. Τὸν κτύπησαν ἀλύπητα, μέχρι θανάτου, μὲ ραβδιά. Τὸ μαρτύριο ἦταν καθημερινό.

Τότε ο βασιλιάς Χοσρόης έδωσε τη διαταγή να τον θανατώσουν μαζί με τους άλλους χριστιανούς, που βρίσκονταν μαζί του στη φυλακή. Έτσι στὸ τέλος τὸν κρέμασαν ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι καὶ διὰ βρόχου τὸν ἔπνιξαν καὶ ἀπέκοψαν τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ.

Περίπου εβδομήντα χριστιανοί αιχμάλωτοι θανατώθηκαν δι’ απαγχονισμού σε ένα ποτάμι. Την ίδια τύχη είχε και ο ένδοξος μάρτυς Αναστάσιος, του οποίου το μαρτυρικό τέλος επισφραγίσθηκε με τον αποκεφαλισμό του. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα στις 22 Ιανουαρίου του 627 ή 628 μ.Χ., ημέρα εορτασμού της πάντιμης μνήμης του.

Ο αδελφός, πού πολλές φορές είχε σταλεί για να υπηρετήσει τον Άγιο Αναστάσιο, αφού τον έθαψε στο Μοναστήρι του Αγίου Σεργίου έφυγε από λίγο καιρό να επιστρέψει στον Μοναστήρι του. Κοντά του έφερνε και το μοναχικό του Αγ. κολλόβιον, δηλ. τον μανδύα.. Διηγήθηκε τότε στον ηγούμενο και στους άλλους μοναχούς όλα. Στο Μοναστήρι, πού θάψαμε το Άγιο λείψανο, ήταν ένας νέος μοναχός, πού είχε πονηρό και κακό δαιμόνια.

Ο Ηγούμενος του Μοναστηριού πήρε το κολλόβιο του Αγίου και το φόρεσε στο δαιμονισμένο μοναχό. Τότε αμέσως, όπως φεύγει το σκοτάδι από το φώς, έτσι έφυγε και το δαιμόνιον από τον μοναχό αυτόν. Δεν μπορούσε ο διάβολος να υποφέρει την αγιότητα του μαρτυρικού ράσου.

Δέκα χρόνια αργότερα πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του, η οποία εορτάζεται στις 24 Ιανουαρίου.

Προς τιμήν του Αγίου έχουν εκδοθεί δύο ασματικές ακολουθίες, η μία στην Καλαμάτα το 1865 και η άλλη στην Πάτρα το 1876, ενώ οι αθλητικοί αγώνες και το μαρτύριο του υμνούνται και μέσα από την ακολουθία, την οποία εποίησε ο Μέγας Υμνογράφος Γεράσιμος μοναχός ο Μικραγιαννανίτης.

Αρκετά διαδεδομένη είναι και η τιμή του Αγίου στην πατρίδα μας, αφού ναοί επ’ ονόματί του έχουν καταγραφεί στο Βασιλικό Ευβοίας, το Δρέπανο Αχαΐας, τις Βρύσες Κυπαρισσίας, τους Λάκωνες Κερκύρας, την Τήνο, τη Μύκονο και τη Σκόπελο. Αξιομνημόνευτος είναι και ο κατασταφείς από τους σεισμούς του 1953 ιστορικός ναός του Αγίου στην πόλη της Ζακύνθου, ενώ ο άγιος τιμάται σήμερα και στον θεμελιωθέντα το 1933 περικαλλή καθεδρικό ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου στο Λουτράκι Κορινθίας, όπου υπάρχει κλίτος με εγκαινιασμένη Αγία Τράπεζα επ’ ονόματί του.

Πλούσια είναι και η εικονογράφηση του Αγίου Αναστασίου με αξιόλογες τις φορητές εικόνες, που φυλάσσονται στους ιερούς ναούς Αγίου Ανδρέου (Παλαιός) πολιούχου Πατρών, Κοιμήσεως Θεοτόκου Ηλιουπόλεως Αθηνών και Κοιμήσεως Θεοτόκου Βαθέος Ιθάκης.

Η ολόθερμη ευχή όλων μας είναι ο Άγιος ένδοξος οσιομάρτυς Αναστάσιος ο Πέρσης να πρεσβεύει αδιάλεπτα στον Πανοικτίρμονα Θεό για την ενίσχυση της χριστιανικής μας πίστεως και την κατά Χριστόν πνευματική πορεία και προκοπή στη σημερινή εγωκεντρική και τεχνοκρατική εποχή μας.

Τον άγιο Οσιομάρτυρα Αναστάσιο τον Πέρση πολύ ευλαβόταν ο μακαριστός Γέροντας Βησσαρίων ο Αγαθωνίτης, του οποίου τον Μάρτιο του 2006 όταν έγινε η ανακομιδή του αντί για λειψάνα βρέθηκε όλο το σκήνωμά του άφθαρτο. Ο ίδιος ο μακάριος Γέροντας συνέστηνε σε όσους Αναστάσιους γνώριζε να εορτάζουν και να τιμούν την μνήμη του αγίου Αναστασίου του Πέρσου λέγοντάς τους: «Να εορτάζεις τον άγιο Αναστάσιο τον Πέρση, γιατί το Πάσχα όλοι γιορτάζουμε». Μπορείτε να διαβάσετε ένα κείμενο Εδώ για τον βίο του αγίου πατέρα Βησσαρίωνα πατόντας ή να ακούσε μία ομιλία από τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγάθωνος αρχιμ. Δαμασκηνό ο οποίος αναφέρεται στο πρόσωπο του Γέροντα πατόντας Εδώ

Ιερά Λείψανα:

-Η Κάρα και μέρος των Ιερών Λειψάνων του Αγίου βρίσκονται στη ρωμαιοκαθολική Μονή «Tre Fontane» (Τρεις Πηγές) Ρώμης.

-Μέρος των Ιερών Λειψάνων του Αγίου βρίσκονται στον ρωμαιοκαθολικό Ναό του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου Βενετίας.

-Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Εσφιγμένου Αγίου Όρους και Προυσού Ευρυτανίας και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως

Σχετικά με τα Λείψανα του Αγίου Αναστασίου επικρατούν τρείς παραδόσεις.

Σύμφωνα με την πρώτη, την οποία δέχεται και ο Άγγλος ιστοριογράφος Όσιος Βέδας ο Αιδέσιμος (βλέπε 27 Μαΐου), τα Λείψανα μεταφέρθηκαν στη Ρώμη κατά την βασιλεία του Ηρακλείου και κατατέθηκαν στην Ελληνική Μονή των Τριών Πηγών («Tre Fontane»).

Η δεύτερη δέχεται μεταφορά των Λειψάνων στην Κωνσταντινούπολη, επίσης κατά την βασιλεία του Ηρακλείου, απ’ όπου η Κάρα μεταφέρθηκε στη Ρώμη επί των ημερών του Ελληνικής καταγωγής και πιθανώς Ιεροσολυμίτου Πάπα Θεοδώρου Α’ (642 – 649 μ.Χ.) (βλέπε 18 Μαΐου).

Η Τρίτη τέλος παράδοση (Βενετική), δέχεται ότι τα Λείψανα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη ο Ηράκλειος, απ’ όπου το 1204 μ.Χ. τα αφαίρεσε ο Δόγης Ερρίκος Δάνδολος και τα κατέθεσε στο Ναό της Αγίας Τριάδος Βενετίας.

Σήμερα τα φυλασσόμενα στον ρωμαιοκαθολικό Ναό του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου Λείψανα, έχουν την μορφή ακέφαλου σώματος, συναρμολογημένου μέσα σε στολή της εποχής.

Ο Σοφρώνιος Ευστρατιάδης, Μητροπολίτης πρ. Λεοντοπόλεως, δέχεται ότι κάποιος Ρωμαίος Επίσκοπος μετέφερε τα Λείψανα στην Καισάρεια της Παλαιστίνης (αυτά μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη) και την Κάρα στη Ρώμη (όπου και σήμερα φυλάσσεται).

Πηγές:

http://www.diakonima.gr/2010/01/22/agios_osiomartys_anastasios_persis/

http://www.saint.gr/1149/saint.aspx

https://simeiakairwn.wordpress.com/2017/01/22/%CE%BF-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B7%CF%83-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CF%80%CF%81%CF%8E%CE%B7%CE%BD/ πηγή: http://www.imchiou.gr/ Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος – Εκπαιδευτικός, Βιβλιογραφία, Μαρτίνη Παναγιώτη Σ., Δρ. Θ., Ο Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης – Βίος και Μαρτύριο, Εκδόσεις «ΤΑΩΣ», Πάτραι

http://imkassandreias.gr/index.php/vioiagion/2473-agios-anastasios-osiomartyras-persis-22-ianouariou

https://www.pentapostagma.gr/ekklisia/pneymatika-ofelima/979532_o-agios-anastasios-o-persis-o-osiomartyras

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments