Γιατί η Εκκλησία λέει όχι στο καρναβάλι

Όλη η περίοδος του Τριωδίου μιλάει για τον αγώνα του ανθρώπου να μετανοήσει, να πολεμήσει ενάντια στα πάθη του (τις αρνητικές πλευρές του εαυτού, που είναι πολύ ισχυρές) και να επιστρέψει κοντά στο Χριστό.

Και όλες τις Κυριακές της Αποκριάς και της Μ. Σαρακοστής στην εκκλησία γιορτάζουμε κάποιον άγιο ή κάποιο γεγονός που έχει σχέση με το πλησίασμα ανθρώπου και Θεού και το πώς ο άνθρωπος γίνεται μικρός θεός, δηλαδή άγιος.

Τώρα, πώς από την υψηλή θρησκευτικότητα του Τριωδίου, καταλήξαμε στα ξέφρενα γλέντια με τους μασκαράδες και τα καρναβάλια;

Αυτά προέρχονται από τις «γιορτές γονιμότητας» των αρχαίων Ελλήνων, που πίστευαν (όπως όλοι οι ειδωλολατρική λαοί) ότι η Γη είναι θεά, οπότε νόμιζαν ότι, με τον ερχομό της άνοιξης, για να γεννήσει τους καινούργιους καρπούς και τα καινούργια ζώα, πρέπει να έρθει σε ένα είδος «ιερού γάμου» με αρσενικές θεότητες, που κατοικούσαν στα δάση και στις σπηλιές. Ντύνονταν λοιπόν με προβιές, ιδίως τράγων, επειδή αυτά τα «δαιμόνια» (λέξη των αρχαίων Ελλήνων, που σήμαινε κατώτερες θεότητες) τα φαντάζονταν πρωτόγονα, τραγόμορφα και ζωώδη, και έκαναν όργια και μεθύσια, για να τα καλέσουν σε δράση.

Από τα τραγούδια που έλεγαν τότε (τις «τράγων ωδές») προέκυψε η λέξη τραγούδι, αλλά και το περίφημο θεατρικό είδος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Γι’ αυτό επίσης τα παραδοσιακά ελληνικά καρναβάλια ήταν μασκαράδες ντυμένοι με προβιές και ζωσμένοι με βαριές κουδούνες (οι «λεράδες» της Κρήτης), όπως είναι και σήμερα ακόμη τα καρναβάλια της Νάουσας και της Βέροιας.

Και το έθιμο της Τσικνοπέμπτης προέρχεται από το ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν την Πέμπτη αφιερωμένη στο Δία, και ως γνωστόν έψηναν κρέατα νομίζοντας ότι οι θεοί απολαμβάνουν την τσίκνα που έρχεται ώς αυτούς και ευφραίνονται, σαν να τα τρώνε.

Στις τελετουργίες αυτές, οι αρχαίοι Έλληνες έφταναν στο σημείο να περιφέρουν ομοιώματα φαλλών (αντρικών γεννητικών οργάνων), όπως εμείς λιτανεύουμε τον επιτάφιο και τις εικόνες των αγίων. Γι’ αυτό οι αποκριάτικες λαϊκές γιορτές έχουν μέσα τους το στοιχείο του μεθυσιού και της σεξουαλικότητας και της αχαλίνωτης συμπεριφοράς (δες π.χ. το καρναβάλι του Ρίο πόσο γυμνό επιδεικνύει, σα να είσαι σε καμπαρέ, ή μάλλον σε κάτι άλλο που δε θέλω να το γράψω), που στέλνει κάθε χρόνο στα νοσοκομεία των διαφόρων πόλεων δεκάδες άτομα, ενώ, αν έλειπαν ο Ερυθρός Σταυρός, το ΕΚΑΒ και η Αστυνομία, κάθε χρόνο θα είχαμε νεκρούς λόγω μέθης, παιδιά χαμένα από τους γονείς τους κ.τ.λ.

Γι’ αυτούς τους λόγους η Εκκλησία αντιπαθεί το καρναβάλι – συν το γεγονός ότι πολλοί μασκαράδες ντύνονται παπάδες ή «σέξι καλόγριες» (!!) και κοροϊδεύουν, λόγω ανοησίας, τα ιερά και τα όσια ουρανού και γης. Οι Απόκριες, για τους σχετικούς με τη χριστιανική ζωή, είναι περίοδος σοβαρότητας, μετάνοιας και ουράνιας χαράς, ενώ για τον «πολύ λαό», που δεν υποπτεύεται καν αυτή την πλευρά της Αποκριάς, είναι περίοδος μιας άλλης χαράς, που η Εκκλησία τη θεωρεί ψεύτικη και επιφανειακή, όχι αληθινή και βαθιά.

Σε μερικές πόλεις γίνεται προσπάθεια το καρναβάλι να μετατραπεί σε πολιτιστικό γεγονός και να έχει και σοβαρά στοιχεία, ενώ ασχολούνται με αυτό και άνθρωποι, κατά κοινή ομολογία, σοβαροί. Πάντως τα παρατράγουδα δεν αποφεύγονται και δεν μπορεί να αποφευχθούν, από τη στιγμή που μια κοινωνία αναλαμβάνει μια τέτοια διοργάνωση, που κατά τη γνώμη μου (ας το πω ευθέως) καλύτερα να έλειπε.

Δεν εννοώ όλες τις αποκριάτικες εκδηλώσεις, αλλά αυτές που προάγουν αυτά τα στοιχεία – το μεθύσι, την περιφερόμενη σεξουαλικότητα (που καλό είναι να τη φυλάμε, σαν κάτι ιερό, για τον ή την σύζυγό μας κι όχι να την περιφέρουμε στους δρόμους σαν αγοραία), την εκτός ορίων συμπεριφορά. Θα μπορούσαμε να ενωθούμε για έναν πραγματικά υψηλό σκοπό και να στοχεύσουμε σ’ έναν τουρισμό πραγματικά ποιοτικό. Εξάλλου οι Απόκριες έχουν κι άλλα στοιχεία, κι άλλα έθιμα, πιο όμορφα. Δε μας φτάνουν;

Θα κλείσω, για να απαλύνω λίγο τις εντυπώσεις, λέγοντας πως οι πρόγονοί μας συνδύαζαν και τα αποκριάτικα έθιμα (και με κατάλοιπα των αρχαίων εορτών της γονιμότητας, ενίοτε εφάμαρτα, δηλ. όχι απαλλαγμένα από αμαρτίες) και τη συμμετοχή τους στην εκκλησιαστική ζωή, με τη νηστεία, την εξομολόγηση, τη θεία κοινωνία, τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, τους αγίους και την ανάσταση (και την επανάσταση).

Κι αυτό ακόμη ήταν μια ατέλεια και αδυναμία (ασφαλώς ένας άγιος δεν μασκαρεύεται – αφού ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού – δεν μεθάει, δεν λέει σεξοτράγουδα κ.τ.λ.), όμως ήταν καλύτερο από την εποχή μας, που το 90% των Ελλήνων έχει μεσάνυχτα από την εκκλησιαστική ζωή και κρατάει μόνο την αγωνία και το λαχάνιασμα από την αναζήτηση της χαράς στις σκιές και τις γωνίες.

Φτάσαμε να βλέπουμε πολιτιστικούς συλλόγους που διοργανώνουν γλέντι με κρέας ακόμη και την Καθαρή Δευτέρα, που ο λαός μας δεν τρώει λάδι και υπάρχουν χριστιανοί που κάνουν «τριήμερο», δηλ. δεν τρώνε τίποτα την Καθαρή Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη, και το βράδυ της Τετάρτης πηγαίνουν στην 1η προηγιασμένη θεία λειτουργία και μεταλαβαίνουν.

Όταν ήμουν μικρός, πηγαίναμε στις προηγιασμένες και στους Χαιρετισμούς με τους γονείς μας. Τώρα, οι μαθητές μας (και οι γονείς τους) δεν ξέρουν ούτε τι είναι αυτά – κι όμως, αυτά κράτησαν το γένος μας σε περιόδους μαύρης σκλαβιάς. Το αστείο είναι ότι και τώρα έχουμε περίοδο μαύρης σκλαβιάς, αλλά δε βλέπω τίποτα να μας κρατάει…

Καλό (άγιο) Τριώδιο.

Γράφει ο Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης, Θεολόγος

Πηγή: http://ikivotos.gr/post/8402/ekklhsiastikes-kai-karnabalikes-apokries

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments