Το χέρι του Ιερέα και τα μικρόβια

Πολλά ακούγονται (και από τα πλέον επίσημα χείλη της διοικούσας εκκλησίας,  αλλά και από γεροντάδες, ιερείς και προφανώς λαϊκούς) για τον ασπασμό της χειρός του Ιερέως. Είναι ποτέ δυνατόν τα ευλογημένα χέρια του Ιερέα, ιδιαίτερα την ώρα της Θείας Λειτουργίας να μεταδίδουν ασθένειες; Τα δανεισμένα από τους αγίους και τον ίδιο τον Χριστό μας; Είναι δυνατόν οι Χριστιανοί να έχουν πάθει τέτοια τρέλα και μικροβιοφοβία;

Θα προσπαθήσουμε να ξετυλίξουμε, κατα το δυνατόν, το κουβάρι αυτό…

Ας πιάσουμε πρώτα το θέμα του ασπασμού της χειρός του ιερέως…

«Που το είδες εσύ γραμμένο αυτό;» λένε  κάποιοι Ιερείς και μάλιστα συμπληρώνουν «κι αν εγώ είμαι ασυμπτωματικός φορέας του ιού και κολλήσω κανέναν;» 

Είναι όμως έτσι; Μπορούμε να δούμε την ευλογημένη περίπτωση του Ιερομονάχου Χρυσάνθου Κατσουλογιαννάκη (ο οποιός δεν νόσησε ποτέ με λέπρα), που επικαλούνται ιερείς, αρχιερείς κλπ για το θέμα της μη μεταδιδόμενης ασθένειας μέσω της Θείας Κοινωνίας (το προφανές δηλαδή), όμως αυτή την φορά θα προστρέξουμε να δούμε τι συνέβαινε κατά τον ασπασμό της χειρός του. Άραγε τι γινότανε τότε (προφορική μαρτυρία στον πατέρα Θωμά Ανδρέου από τον  αρχιμανδρίτη π. Φιλόθεο Σπανουδάκη – Ηγούμενο της Μονής Παναγίας Ακρωτηριανής-Τοπλού) ….  

«…Πράγματι, πήγε για πρώτη φορά γύρω στο 1947 και χτύπησε την καμπάνα για τον Εσπερινό. Την άλλη μέρα ξημέρωνε Κυριακή της Ορθοδοξίας ! Αφού τελείωσε, εξομολόγησε αρκετούς ασθενείς που περίεργοι πήγαν να δούν τον νέο τους Παπά. Την άλλη μέρα, μεγάλη μέρα Κυριακή της Ορθοδοξίας – στην αρχή της Σαρακοστής, λειτούργησε και στο τέλος βγήκε στην Ωραία Πύλη να μεταδώσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κρατώντας τ’ Άγιο Δισκοπότηρο κάλεσε τους Χριστιανούς να προσέλθουν και να μεταλάβουν τον Χριστό. Κανείς δεν κουνήθηκε από την θέση του… Τους καλεί ο παπά Χρύσανθος να έλθουν να κοινωνήσουν, είχαν εξομολογηθεί το προηγούμενο βράδυ. Κανείς δεν έκαμε το πρώτο βήμα. Επέμεινε ο παπάς και τότε ένας δύο στην αρχή διστακτικοί και μετά όλοι μαζί πήγαν να κοινωνήσουν. Αφού απολειτούργησε ,και έδωσε το αντίδωρο, με τα χέρια του τ’ αγιασμένα, έβαλε δι ευχών και μπήκε στ’ Άγιο Βήμα να ξεφορέσει….» [1]

Προφανώς αυτό δεν θα συνέβη μόνο μια φορά, αλλά θα επαναλήφθηκε εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες φορές… 

Εξυπακούεται, ότι δεν υπάρχει μόνο μια μαρτυρία, αλλά και πολλές ακόμα για τον συγκεκριμένο ιερέα. 

Ας δούμε μια άλλη όπως την διηγείται ένας πρώην λεπρός …

 «….Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοί άντρες στην αυλή του καφενείου μας, που ήταν κοντά στην πύλη. Τότε πιο πέρα φάνηκε ένας ιερέας. Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί, για να λειτουργήσει. Μόλις μας είδε ήρθε κοντά μας. Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα. Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε. Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του, για να τον χαιρετήσει. Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία. Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστια. Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία (ε πόσο μάλλον με χειροφίλημα)! Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων. Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη…. » [2]

Αυτός ο παπάς ήταν ατρόμητος. Ήταν άνθρωπος που δεν φοβόταν τον θάνατο. Ήταν Χριστιανός. Ήταν πιθανότατα άγιος. Γι’ αυτό και είχε την αφοβία αυτή. Γι’ αυτό και θα μπορούσε να κηρύξει περί Αναστάσεως των Νεκρών χωρίς να τον ελέγχει η συνείδηση του.

Ο ιερέας, πόση δύναμη έχει και πολλές φορές δεν το ξέρει. Γι’ αυτό του πρέπει και τιμή και σεβασμός. Προφανώς και ασπασμός σε αυτά τα ευλογημένα χέρια.

Τι συμβολίζει όμως αυτός ο ασπασμός της χειρός κατά τον άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς ;

«…Μα η ιεροσύνη του είναι από καταβολής κόσμου. Όταν, λοιπόν, του ασπάζεστε το χέρι, προσκυνάτε την ιεροσύνη του, που φθάνει διαδοχικά από τον Χριστόν και τους Αποστόλους μέχρι τον ιερέα σας. Όταν φιλάτε το χέρι του παπά σας, φιλάτε ολόκληρη την αλυσίδα των οσίων και αγίων ιερέων και ιεραρχών, από τους Αποστόλους μέχρι σήμερα.  Ασπάζεστε και προσκυνάτε τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, τον άγιον Νικόλαο, τον άγιον Βασίλειο, τον άγιον Σάββα και όλους τους « επίγειους αγγέλους και ουρανίους ανθρώπους», που, όταν ήταν στη γη, κοσμούσαν την Εκκλησία και τώρα στολίζουν τον ουρανό.

Είναι φίλημα άγιον, όπως γράφει στους Κορινθίους ο Απόστολος Παύλος. Να ασπάζεστε, λοιπόν το χέρι του ιερέα που σας ευλογεί. Είναι ευλογημένο από τον Θεό. Με την χάρη της ιερωσύνης. Με την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Να το φιλάτε το χέρι του ιερέα σας….» [3]

Προφανώς, τον άπιστο δεν μπορεί κανένας να τον πείσει πριν έρθει η «ώρα του» . Εδώ όμως, αυτό πρέπει να περάσει στους πιστούς – στους καλοπροαίρετους πιστούς- και γι’ αυτό παραθέτω αυτά τα στοιχεία. 

Όλα αυτά  περί του χειροφιλήματος…

Εμείς, αλήθεια, οι λαϊκοί Χριστιανοί, πρέπει να είμαστε τόσο φοβισμένοι με τους ιους; Εμείς; Να προφυλαχθούμε ναι, να φτάσουμε όμως στο σημείο της ασέβειας για να προφυλάξουμε το σαρκίο μας;

Ας μην μας λέει κανείς πως «εκπειράζουμε τον Θεόν». Ας μην μας αναφέρει το παράδειγμα του αγίου Παχωμίου ο οποίος εκοιμήθη από λοιμική νόσο, διότι ο ίδιος μας διαβεβαιώνει πως «δεν έρχεται ποτέ ασθένεια, εις τον άνθρωπον, χωρίς το θέλημα του Θεού»)[4].

Άλλωστε, από κάτι θα φύγει ο άνθρωπος. Ποτέ δεν «πεθαίνει» κανείς υγιής.  Με την ίδια λογική να μην μπαίνει και στο αυτοκίνητο, καθώς πάντα υπάρχουν πιθανότητες (ειδικά σε αυτή την περίπτωση, πολύ μεγαλύτερες από το να φύγει -χωρίς υποκείμενα νοσήματα- από κορονοϊό) να χάσει την ζωή του σε τροχαίο. 

«Καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται»[5], δεν μας δίδασκει ο Κύριος μας;

Στις επιστολές του ο μεγάλος αυτός γέροντας, ο άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής μας αναφέρει τα παρακάτω…

«…Βλέπετε; Μυρίας φοράς εδοκίμασα το τοιούτον. Όταν βάλης εμπρός σου τον θάνατον και τον περιμένης εις κάθε στιγμήν, φεύγει μακράν από σου. Όταν φοβήσαι τον θάνατον, διαρκώς σε καταδιώκει. Τρεις φυματικούς έθαψα τρέφων ελπίδα ότι θα κολλήσω και εγώ. Τα ρούχα τους εφόρεσα, όταν εξέδυσα αποθνήσκοντας, αλλ’ ο θάνατος έφυγε πηγαίνων εις τους φοβουμένους αυτόν. Είμαι ασθενής εις όλην μου την ζωήν. Δεν έκαμα ποτέ θεραπείαν. Τρώγω ενάντια επιμόνως. Αλλά που ο θάνατος!

Θέλω δε να πω, με όλα αυτά ότι, Χωρίς το θέλημα του Κυρίου, μήτε ασθενούμεν μήτε αποθνήσκομεν. Φύγε λοιπόν μακράν από μας ολιγοπιστία.

Και αφού πρώτον γνωρίσωμεν τον Θεόν ως δημιουργόν παντός αγαθού, πατέρα, προνοητήν και κηδεμόνα μας πρέπει να πιστέψωμεν εις αυτόν εξ όλης ψυχής και καρδίας και μόνον εις αυτόν να ελπίζωμεν. Και κατόπιν θα τον αγαπήσωμεν αισθόμενοι τας πολλάς σου ευεργεσίας. Και όταν τον Θεόν αγαπήσωμεν εξ’ όλης καρδίας ως πλάστην, τότε και τον πλησίον θα αγαπήσομεν ως εαυτόν, ειδότες ότι όλοι είμεθα αδελφοί, κατά φύσιν Αδάμ, και κατά Χάριν Χριστού. Και ως εκ τούτου δεν πρέπει ο άνθρωπος ο πνευματικός να θεωρή την συγγένεια της σαρκός, αφού αφιερωθή εις τον Θεόν, αλλά του πνεύματος την συγγένειαν. Διότι η σάρξ, άρρεν και θήλυ είναι δια τον πληθυσμόν, που εμείς απαρνήθημεν και ανέβημεν υψηλότερα. Λοιπόν ως πνευματικοί όπου είμεθα πρέπει και πνευματικώς να βλεπώμεθα…» [6]

Που η πίστη αυτή προφανώς και αυτή η αφοβία, αυτός είναι άγιος θα πουν πολλοί. Αγιότατος, πράγματι και εμείς είμαστε απλοί λαϊκοί.

Δικαιολογεί όμως ο άγιος Παϊσιος στους «κοινούς θνητούς» αυτή την …μικροβιοφοβία;

“Γέροντα, αυτός πού σιχαίνεται, γιατί το παθαίνει;

– Πές μου, εσύ τί σιχαίνεσαι;

– Ολα τά σιχαίνομαι.

-Τότε όλα σ’ εσένα θά ερχωνται! Και τά σκουλήκια στά φρούτα ή στά όσπρια και καμμιά τρίχα στο ψωμί κ.λπ.

– Έτσι γίνεται, Γέροντα!»

…..

– Μά άπό’ κει ξεκινάει κανείς και φθάνει πιο πέρα. Έφθασε στο σημείο νά μήν προσκυνάη, γιατί φοβόταν μήπως εκείνος πού προσκύνησε πριν άπό αυτόν τήν εικόνα είχε καμμιά αρρώστια!

– Δηλαδή, γιά νά μή σιχαίνεται κανείς, δέν πρέπει νά δίνη σημασία;

-Τις σαβούρες πού τρώνε οι άνθρωποι δεν τις βλέπουν! Αμα κάνη κανείς τον σταυρό του, εϊτε φοβία έχει εϊτε νοσοφοβία, βοηθάει μετά ό Χριστός. Έκεϊ στό Καλύβι πόσοι περνάνε πού έχουν διάφορες αρρώστιες! Και μερικοί απλοί κάνουν τον σταυρό τους, οι καημένοι, παίρνουν το κύπελλο πού έχω έκεϊ και πίνουν νερό. Οι άλλοι πού φοβούνται δεν το αγγίζουν. Ήρθε πριν από λίγες μέρες κάποιος πού είχε πολύ μεγάλη θέση σε κάποια υπηρεσία.

Τόσο φοβάται ό καημένος τά μικρόβια, πού έχει ασπρίσει τά χέρια του, γιά νά τά καθαρίζη με τό οινόπνευμα. Ακόμη και τό αυτοκίνητο του τό τρίβει με οινόπνευμα! Τον λυπήθηκα!”

……..


Νά, και σήμερα ήρθε εδώ μιά κοπέλα πού είχε νοσοφοβία. Και όταν μπήκε μέσα δεν πήρε ευχή, γιατί φοβόταν μήν κόλληση μικρόβια, και όταν έφυγε, έπειτα από τόσα πού της είπα, γιά νά τήν βοηθήσω, πάλι δεν πήρε ευχή.

¨Δεν σοϋ φιλώ τό χέρι, μοϋ λέει,γιατί φοβάμαι μήν κολλήσω μικρόβια! Τί νά πής; Κάνουν έτσι μαύρη τήν ζωή τους….” [7]

Αν δεν δεχτούμε και αυτά που μας λένε οι άγιοι, αν φοβόμαστε τον θάνατο τόσο πολύ, πείτε μου πως θα εμπεδώσουν οι «άπιστοι» ότι υπάρχει Ανάσταση των Νεκρών και πρόγευση του παραδείσου;

Το παράδειγμα των αγίων και τα λεγόμενα τους, κάτι θέλουν να μας πουν.

Οι άγιοι δεν ήταν τυχαία πρόσωπα. Κατά τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, «Η ζωή των αγίων είναι στην πραγματικότητα αυτή η ζωή του Θεανθρώπου Χριστού, η οποία διοχετεύεται εις τους ακολουθούντας Αυτόν και βιούται από αυτούς εν τη Εκκλησία Του…».[8]

Παρατεινόμενος Χριστός οι ζωές τους και δεν φοβήθηκαν ποτέ ούτε το χειροφίλημα (από την εικόνα του Θεού – τον άνθρωπο), ούτε ασπασμούς εικόνων, ούτε μικρόβια και σωματίδια.

Φοβούνταν μόνο τον Θεό!

Χρήστος Βλαμάκης, Χανιά Κρήτης

Πηγή: https://orthopraxia.gr/%ce%b1%cf%83%cf%80%ce%b1%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82-%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%cf%8c%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%cf%86%ce%bf%ce%b2%ce%af%ce%b5%cf%82/

προηγούμενο
επόμενο

Facebook Comments